Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Δεκαπέντε χρόνια μετά την τρομοκρατική επίθεση που συγκλόνισε τη Νορβηγία και ολόκληρο τον κόσμο, ο επιζών Μπγιορν Ίλερ περιγράφει τις δραματικές στιγμές που έζησε στο νησί Ουτόγια, όταν ο ακροδεξιός τρομοκράτης Άντερς Μπρέιβικ εξαπέλυσε τη φονικότερη επίθεση από μοναχικό δράστη στην ιστορία.

Ο Μπγιορν Ίλερ ήταν 20 ετών όταν συμμετείχε για τρίτη φορά στην ετήσια θερινή κατασκήνωση της Εργατικής Νεολαίας (AUF), της νεολαίας του Εργατικού Κόμματος της Νορβηγίας, στο ήρεμο, δασώδες νησί Ουτόγια, στη λίμνη Τιριφιόρντεν. Το προηγούμενο βράδυ είχε μείνει ξύπνιος με φίλους, είχε απολαύσει βάφλες για πρωινό και ξεκινούσε τη μέρα του όταν άρχισαν να κυκλοφορούν ανήσυχες πληροφορίες για μια ισχυρή έκρηξη στο Όσλο.

«Όλοι συγκεντρωθήκαμε στον κεντρικό χώρο και μας είπαν ότι είχε σημειωθεί έκρηξη στο Όσλο. Κοιτάξαμε φωτογραφίες στα κινητά μας και έμοιαζαν πολύ σοβαρές, σαν εικόνες που είχαμε δει από την 11η Σεπτεμβρίου», θυμάται ο 35χρονος σήμερα επιζών. Εκείνη τη στιγμή κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το πραγματικό μακελειό επρόκειτο να εκτυλιχθεί στο νησί που βρίσκονταν.

Η βόμβα στο Όσλο ήταν αντιπερισπασμός

Νωρίτερα εκείνη την ημέρα, μια αυτοσχέδια βόμβα 950 κιλών είχε εκραγεί έξω από το γραφείο του πρωθυπουργού της Νορβηγίας, σκοτώνοντας οκτώ ανθρώπους και προκαλώντας τεράστιες καταστροφές στο κτίριο. Οι υπεύθυνοι της κατασκήνωσης διαβεβαίωσαν τους νέους ότι βρίσκονταν σε ένα από τα ασφαλέστερα μέρη του κόσμου, άναψαν μπάρμπεκιου και μοίρασαν γλυκά και αναψυκτικά για να καθησυχάσουν τους κατασκηνωτές.

Η έκρηξη στο Όσλο

Ωστόσο, η έκρηξη στην πρωτεύουσα αποτελούσε αντιπερισπασμό. Ο τότε 32χρονος Άντερς Μπρέιβικ είχε οδηγήσει τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης στο Όσλο, ώστε, φορώντας πρόχειρη αστυνομική στολή, να φτάσει ανενόχλητος στο Ουτόγια και να ξεκινήσει τη δολοφονική του επίθεση.

«Άρχισε να πυροβολεί ανθρώπους μπροστά στα μάτια μας»

Μετά τη συγκέντρωση, ο Μπγιορν και οι φίλοι του πήγαν στον χώρο της κατασκήνωσης για να διαπιστώσουν αν συγγενείς ή φίλοι τους είχαν επηρεαστεί από την έκρηξη στο Όσλο. Λίγο αργότερα άκουσαν ήχους που αρχικά νόμιζαν ότι ήταν πυροτεχνήματα, όπως αναφέρει η βρετανική metro.

«Είδα έναν άνδρα με σκούρα ρούχα και όπλα να περνά την κορυφή του λόφου. Άνθρωποι έτρεχαν προς το μέρος του και εκείνος τους πυροβολούσε αμέσως. Έπειτα γύρισε προς τη δική μας ομάδα και αρχίσαμε να τρέχουμε μέσα στο δάσος», περιγράφει.

Οι κατασκηνωτές κρύφτηκαν στο δάσος, προσπάθησαν να διαφύγουν με βάρκες ή βούτηξαν στα παγωμένα νερά του φιόρδ, ενώ πολλοί επικοινωνούσαν με τις οικογένειές τους ή δημοσίευαν εκκλήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ζητώντας από την αστυνομία να φτάσει γρήγορα.

Το τόπος του μακελειού

Προστάτευσε δύο παιδιά μέσα στην κόλαση

Ο Μπγιορν τηλεφώνησε στον πατέρα του ζητώντας συμβουλές για το πώς να διαφύγει, ενώ στην προσπάθειά του πήρε μαζί του τον οκτάχρονο γιο ενός από τους υπεύθυνους ασφαλείας του νησιού. Λίγο αργότερα προστέθηκε στην ομάδα τους ακόμη ένα παιδί οκτώ ετών.

«Πήρα τα δύο παιδιά και τρέξαμε μέσα στο δάσος. Ήμουν τρομοκρατημένος, αλλά ταυτόχρονα συγκεντρωμένος και προσπαθούσα να παίρνω αποφάσεις για το πού θα μπορούσαμε να είμαστε ασφαλείς. Κάποια στιγμή περάσαμε από σημείο όπου ο Μπρέιβικ είχε εκτελέσει αρκετούς ανθρώπους», θυμάται.

Ο ίδιος δεν θυμάται τι συνέβη αμέσως μετά, καθώς, όπως λέει, έχασε τις αισθήσεις του από το σοκ. Όταν συνήλθε βρισκόταν στο νότιο άκρο του νησιού, άκουγε ελικόπτερο των μέσων ενημέρωσης και έβλεπε τα μπλε φώτα των ασθενοφόρων στην απέναντι όχθη. Πίστεψε ότι όλα είχαν τελειώσει και έδωσε το τηλέφωνό του στα παιδιά για να καλέσουν τις μητέρες τους.

Η στιγμή που αντίκρισε τον Μπρέιβικ

Λίγο αργότερα είδε έναν άνδρα με αστυνομική στολή να πλησιάζει και ένιωσε τεράστια ανακούφιση. Δεν γνώριζε όμως ότι επρόκειτο για τον ίδιο τον Μπρέιβικ, ο οποίος είχε μεταμφιεστεί σε αστυνομικό.

«Βγήκε πίσω από τους θάμνους και είπε ότι είχαν συλλάβει τον κακό. Τη στιγμή που το μετέφερα αυτό στον πατέρα μου στο τηλέφωνο, άρχισε να πυροβολεί την ομάδα μας και τότε πήδηξα στο νερό. Το τελευταίο που άκουσε ο πατέρας μου ήταν ότι είχε φτάσει η αστυνομία», αφηγείται.

Τα θύματα της τραγωδίας

Ο Μπγιορν μπήκε στη λίμνη μαζί με τα δύο παιδιά, όμως παρέμενε στόχος του δράστη. Ενώ προσπαθούσε να βγάλει το βαρύ μάλλινο πουλόβερ που τον δυσκόλευε στο νερό, ο Μπρέιβικ τον σημάδεψε και πυροβόλησε.

«Για μια στιγμή σκέφτηκα ότι όλα τελείωσαν». Η σφαίρα όμως δεν τον βρήκε και κατάφερε μαζί με τα παιδιά να κρυφτεί κάτω από θάμνους δίπλα στη λίμνη.

Οι 69 νεκροί και η επόμενη μέρα

Έπειτα από 72 λεπτά δολοφονικής δράσης, ο Άντερς Μπρέιβικ συνελήφθη. Μόνο όταν ο Μπγιορν βεβαιώθηκε ότι οι πυροβολισμοί είχαν σταματήσει επέστρεψε στην ξηρά.

Τα δύο παιδιά είχαν μελανιάσει από το κρύο και, καθώς ανέβαιναν ξανά στο νησί, αντίκριζαν παντού πτώματα. Ο ίδιος προσπαθούσε να τα αποτρέψει από το να κοιτάζουν. Ο Μπρέιβικ είχε δολοφονήσει συνολικά 69 ανθρώπους στο Ουτόγια, ανάμεσά τους και τους πατέρες των δύο παιδιών, ενώ το νεότερο θύμα του ήταν μόλις 14 ετών.

Οι έρευνες στο νησί Ουτόγια

Οι επιζώντες αντίκρισαν ένα τοπίο απόλυτης καταστροφής, με σορούς σε μονοπάτια, στην ακτογραμμή και στα σημεία όπου οι άνθρωποι είχαν προσπαθήσει να κρυφτούν. Παπούτσια, κινητά τηλέφωνα, σακίδια και προσωπικά αντικείμενα ήταν διασκορπισμένα παντού, ενώ γιατροί και νοσηλευτές περιέθαλπαν τραυματίες από πυροβολισμούς αλλά και ανθρώπους με υποθερμία πριν μεταφερθούν στα νοσοκομεία.

Το μανιφέστο του Μπρέιβικ και η παρακαταθήκη του μίσους

Ο ιστορικός και πολιτικός επιστήμονας Μάθιου Φέλντμαν επισημαίνει ότι η επίθεση προκάλεσε σοκ στη νορβηγική κοινωνία, η οποία δεν είχε βιώσει αντίστοιχου μεγέθους τρομοκρατική βία. Όπως αναφέρει, ο Μπρέιβικ αφιέρωσε χρόνια στον σχεδιασμό της επίθεσης και συνέταξε μανιφέστο 1.500 σελίδων, το οποίο αποτέλεσε πρότυπο για άλλους εξτρεμιστές, περιλαμβάνοντας ακόμη και οδηγίες κατασκευής βόμβας με λίπασμα.

Το 2012 ο Μπρέιβικ καταδικάστηκε για 77 κατηγορίες εκ προμελέτης ανθρωποκτονίας σε 21 χρόνια κάθειρξης με δυνατότητα απεριόριστων παρατάσεων, που αποτελεί τη μέγιστη ποινή του νορβηγικού συστήματος δικαιοσύνης. Αν και θεωρητικά θα μπορούσε να αποφυλακιστεί από το 2033, το δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την κράτησή του ανά πενταετία. Σε απορριφθείσα αίτηση αποφυλάκισης πριν από τέσσερα χρόνια χαιρέτισε ναζιστικά μέσα στη δικαστική αίθουσα και καθώς δεν έχει αποκηρύξει ποτέ την ιδεολογία του ούτε έχει εκφράσει μεταμέλεια, θεωρείται ότι εξακολουθεί να αποτελεί απειλή για την κοινωνία.

O αμετανόητος Μπρέιβικ

Από επιζών έγινε μαχητής κατά της τρομοκρατίας

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μπγιορν υπέφερε από αναδρομές, αϋπνία και έντονο στρες όταν άκουγε δυνατούς θορύβους. Όπως εξηγεί, δεν θεωρεί ότι έχει «θεραπευτεί», αλλά ότι έχει μάθει να ζει με όσα συνέβησαν.

Σήμερα αφιερώνει τη ζωή του στην αντιμετώπιση του εξτρεμισμού. Είναι επικεφαλής του Ινστιτούτου Καλίφα Ίλερ, διεθνούς οργανισμού που συμβάλλει στη διαμόρφωση πολιτικών για την ειρήνη, την ελευθερία και την ισότητα, ενώ διευθύνει και τον οργανισμό Revontulet, που ασχολείται με τη χαρτογράφηση απειλών και την παρακολούθηση εξτρεμιστικών δικτύων.

Όπως αναφέρει, προσπάθησε επί χρόνια να καταλάβει πώς ο Άντερς Μπρέιβικ οδηγήθηκε στον εξτρεμισμό, όμως τελικά συνειδητοποίησε ότι ίσως δεν υπάρχει λογική εξήγηση. Στρέφοντας πλέον την προσοχή του στην πρόληψη της ριζοσπαστικοποίησης και της τρομοκρατίας, δηλώνει ότι αντλεί ελπίδα από τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο που εργάζονται καθημερινά για να κάνουν τον κόσμο ασφαλέστερο.