Στο ναδίρ βρέθηκε η στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία το 2025, σύμφωνα με το Ινστιτούτο του Κιέλου. Η στήριξη βασίστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στην Ευρώπη, η οποία κατάφερε να αποτρέψει τη συνολική κατάρρευση της διεθνούς στήριξης, καλύπτοντας το κενό που άφησε η αποδέσμευση των ΗΠΑ.
Στη διάρκεια της χρονιάς που πέρασε, οι σύμμαχοι του Κιέβου της χορήγησαν στρατιωτική βοήθεια 36 δισεκατομμυρίων ευρώ, ποσό μειωμένο κατά 14% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά (41,1 δισεκατομμύρια το 2024), σύμφωνα με την τελευταία επικαιροποίηση των δεδομένων του Ινστιτούτου του Κιέλου, το οποίο καταγράφει τη στρατιωτική, χρηματοπιστωτική και ανθρωπιστική αρωγή που παραδίδεται στην Ουκρανία από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στις 24 Φεβρουαρίου 2022.
Η στρατιωτική βοήθεια του 2025 είναι μάλιστα μικρότερη απ’ αυτή που είχε χορηγηθεί το 2022, το οποίο δεν ήταν εντούτοις μια ολόκληρη χρονιά.
Όμως, με την πλήρη διακοπή της αμερικανικής βοήθειας στις αρχές του 2025, την επομένη της επιστροφής του Ντόναλντ Τραμπ στο Λευκό Οίκο, η υποστήριξη προς την Ουκρανία θα μπορούσε να είχε μειωθεί περισσότερο. Πράγματι, η Ουάσινγκτον παρείχε από το 2022 ως το 2024 περίπου το μισό της στρατιωτικής αρωγής.
Οι ευρωπαϊκές χώρες συναίνεσαν σε μια σημαντική προσπάθεια για να καλύψουν το κενό, αυξάνοντας τη συνεισφορά τους κατά 67% το 2025 σε σχέση με το μέσο όρο της περιόδου 2022-2024.
Το Ινστιτούτο του Κιέλου επισημαίνει πάντως «αυξανόμενες ανισότητες» μεταξύ των Ευρωπαίων που συνεισφέρουν, με τις χώρες της βόρειας και της δυτικής Ευρώπης να καλύπτουν περίπου το 95% της στρατιωτικής βοήθειας.
Το γερμανικό ινστιτούτο υπολογίζει ότι η βόρεια Ευρώπη, η οποία αντιπροσωπεύει 8% του συνολικού ΑΕΠ των ευρωπαϊκών δωρητριών χωρών, παρέσχε το 33% της ευρωπαϊκής στρατιωτικής βοήθειας το 2025, ενώ η νότια Ευρώπη (19% του ΑΕΠ) δεν συνεισέφερε παρά 3%.
Το 2025, ένα κλάσμα της στρατιωτικής βοήθειας (3,7 δισεκ. ευρώ) χρηματοδοτήθηκε από τους Ευρωπαίους στο πλαίσιο του προγράμματος PURL, ενός μηχανισμού που δημιουργήθηκε από το ΝΑΤΟ για να χρηματοδοτεί την αγορά αμερικανικών όπλων για την Ουκρανία. Το Ινστιτούτο του Κιέλου βλέπει σ’ αυτό μια «αξιοσημείωτη εξέλιξη», που επέτρεψε κυρίως την αγορά αντιαεροπορικών συστοιχιών Patriot και συστημάτων εκτόξευσης Himars.
Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι της Ουκρανίας προβαίνουν εξάλλου σε όλο και περισσότερες παραγγελίες στην ουκρανική βιομηχανία όπλων, ακολουθώντας το παράδειγμα της Δανίας, που το έκανε για πρώτη φορά το 2024.
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο του Κιέλου, οι ικανότητες παραγωγής της Ουκρανίας στον τομέα της άμυνας «πολλαπλασιάστηκαν επί 35» από το 2022, όμως οι χρηματοοικονομικές δυνατότητες του Κιέβου δεν επαρκούν για να λειτουργήσουν πλήρως τα ουκρανικά εργοστάσια όπλων. Οι παραγγελίες 11 ευρωπαϊκών δωρητριών χωρών επέτρεψαν το 2025 να καλυφθεί αυτό το έλλειμμα.
Το δεύτερο εξάμηνο του 2025, 22% των αγορών όπλων για την Ουκρανία κατευθύνθηκε προς ουκρανικά εργοστάσια, ποσοστό ρεκόρ, σύμφωνα με το ΑΠΕ – ΜΠΕ.
