Η συζήτηση γύρω από την τετραήμερη εργασία δεν είναι νέα, όμως σε μία ευρωπαϊκή χώρα έχει ήδη ξεπεράσει το στάδιο της θεωρίας και την εφαρμόζεται στην πράξη εδώ και χρόνια. Η Ισλανδία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς κατάφερε να μετατρέψει ένα πιλοτικό πρόγραμμα σε κυρίαρχη πρακτική στην αγορά εργασίας, με μετρήσιμα αποτελέσματα.
Η αρχή έγινε το 2015, όταν ξεκίνησε μια οργανωμένη δοκιμή με τη συμμετοχή περίπου 2.500 εργαζομένων, δηλαδή κοντά στο 1% του συνολικού εργατικού δυναμικού. Στο επίκεντρο βρέθηκε η μείωση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας από τις 40 στις 35 με 36 ώρες, χωρίς καμία επίπτωση στις αποδοχές. Το εγχείρημα σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε με τη συνεργασία της κυβέρνησης και τοπικών αρχών, κυρίως στον δημόσιο τομέα, αλλά με συμμετοχή διαφορετικών επαγγελματικών κατηγοριών.
Τα αρχικά ερωτήματα ήταν αναμενόμενα: Θα επηρεαζόταν από αυτή την αλλαγή η παραγωγικότητα; Θα αυξανόταν το λειτουργικό κόστος; Θα υποβαθμιζόταν η ποιότητα των υπηρεσιών; Τα δεδομένα που προέκυψαν τα επόμενα χρόνια διέψευσαν σε μεγάλο βαθμό τις αρχικές ανησυχίες.
Μέχρι το 2019, η εικόνα είχε αλλάξει αισθητά. Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των εργαζομένων στη χώρα είχε ήδη περάσει σε μειωμένο ωράριο, είτε μέσω άμεσης εφαρμογής είτε μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων. Σήμερα, η συντομότερη εβδομάδα εργασίας θεωρείται σχεδόν δεδομένη για τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού.
Τα αποτελέσματα που καταγράφηκαν ήταν σταθερά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εντυπωσιακά. Η παραγωγικότητα είτε παρέμεινε στα ίδια επίπεδα είτε παρουσίασε βελτίωση, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στην καλύτερη οργάνωση του χρόνου εργασίας και στη μείωση των περιττών διαδικασιών. Παράλληλα, οι εργαζόμενοι ανέφεραν αισθητή μείωση του άγχους και μεγαλύτερη ισορροπία ανάμεσα στην επαγγελματική και την προσωπική ζωή.
Η βελτίωση όμως δεν περιορίστηκε μόνο στην ατομική ευημερία. Οι εργοδότες διαπίστωσαν λιγότερες απουσίες λόγω ασθένειας και μεγαλύτερη συγκέντρωση κατά τη διάρκεια της εργασίας. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πιο αποδοτικό εργασιακό περιβάλλον, χωρίς την ανάγκη για αύξηση των ωρών απασχόλησης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει πάντως και η κοινωνική διάσταση της αλλαγής. Η μείωση του χρόνου εργασίας συνέβαλε σε πιο ισότιμη κατανομή των οικογενειακών υποχρεώσεων, καθώς περισσότεροι άνδρες αφιέρωσαν χρόνο στο σπίτι και στη φροντίδα των παιδιών. Αυτό είχε ως συνέπεια μια πιο ισορροπημένη καθημερινότητα για τα νοικοκυριά.
Καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία του μοντέλου οφείλουμε να ομολογήσουμε ωστόσο ότι διαδραμάτισε και η τεχνολογία. Η Ισλανδία επένδυσε συστηματικά σε ψηφιακές υποδομές, εξασφαλίζοντας υψηλές ταχύτητες σύνδεσης ακόμη και σε απομακρυσμένες περιοχές. Η εξέλιξη αυτή διευκόλυνε την εξ αποστάσεως εργασία και επέτρεψε τη διατήρηση της παραγωγικότητας, παρά τη μείωση των ωρών.
Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες που δοκίμασαν την τετραήμερη εργασία με διαφορετικό τρόπο (όπως το Βέλγιο, όπου οι εργαζόμενοι καλούνται να καλύψουν τις ίδιες ώρες σε λιγότερες ημέρες) η ισλανδική προσέγγιση βασίστηκε στη συνολική μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς «συμπίεση» του προγράμματος. Αυτή η διαφοροποίηση φαίνεται να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αποδοχή και την αποτελεσματικότητα του μέτρου. Η επιτυχία της Ισλανδίας λειτούργησε ως σημείο αναφοράς για άλλες χώρες, όπως η Γερμανία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, που προχώρησαν σε δικά τους πιλοτικά προγράμματα. Παρά τις διαφορετικές οικονομικές και εργασιακές συνθήκες, τα πρώτα αποτελέσματα σε πολλές περιπτώσεις κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση: λιγότερες ώρες δεν σημαίνουν απαραίτητα χαμηλότερη απόδοση.
Ωστόσο, η εφαρμογή ενός τέτοιου μοντέλου δεν είναι χωρίς δυσκολίες. Σε κλάδους όπου η εργασία συνδέεται άμεσα με τη φυσική παρουσία – όπως η βιομηχανία ή το λιανεμπόριο – η μετάβαση απαιτεί πιο σύνθετες προσαρμογές. Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος η μείωση των ημερών να οδηγήσει σε εντατικοποίηση της εργασίας, εάν δεν συνοδευτεί από αναδιοργάνωση των καθηκόντων. Παρά τις επιμέρους ενστάσεις, η συνολική εικόνα που προκύπτει από την ισλανδική εμπειρία είναι σαφής: η μείωση του χρόνου εργασίας μπορεί να συνδυαστεί με υψηλά επίπεδα παραγωγικότητας και βελτιωμένη ποιότητα ζωής. Η χώρα κατάφερε να εφαρμόσει ένα μοντέλο που δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ευημερία των εργαζομένων, χωρίς να υπονομεύει την οικονομική δραστηριότητα.
Το Συνέδριο του Newsbeast στο The Ilisian
Σε μια περίοδο όπου η αγορά εργασίας αλλάζει με ταχύτητα, οι επιχειρήσεις αναζητούν νέα μοντέλα ηγεσίας και η ελληνική οικονομία καλείται να απαντήσει σε κρίσιμες προκλήσεις, το Newsbeast ανοίγει έναν ουσιαστικό διάλογο για το μέλλον της εργασίας, της ανάπτυξης και του ανθρώπινου δυναμικού στη χώρα.
Το συνέδριο «Ηγεσία & Εργασία: Επενδύοντας στο ανθρώπινο κεφάλαιο» έρχεται να αναδείξει ένα ζήτημα που βρίσκεται πλέον στον πυρήνα της οικονομικής και κοινωνικής συζήτησης. Η Ελλάδα δεν μπορεί να σχεδιάσει το μέλλον της χωρίς στρατηγική επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Η έλλειψη εξειδικευμένων στελεχών, το χάσμα δεξιοτήτων, οι αλλαγές που φέρνουν η τεχνητή νοημοσύνη και τα νέα επιχειρηματικά μοντέλα, το brain drain, οι προοπτικές brain gain, αλλά και το δημογραφικό, διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον με μεγάλες απαιτήσεις και ακόμα μεγαλύτερες ευθύνες.
Στόχος του συνεδρίου είναι να συζητηθούν -από εκπροσώπους της επιχειρηματικής κοινότητας, της πολιτείας και της αγοράς εργασίας- οι προκλήσεις και οι λύσεις που μπορούν να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Συνέδριο «Ηγεσία & Εργασία: Επενδύοντας στο ανθρώπινο κεφάλαιο»
The Ilisian, 28.5.2026
Ώρα προσέλευσης: 9:15
Ώρα έναρξης: 10:00
