Πάνω από έξι στους δέκα εργαζόμενους (64%) εκφράζουν την πρόθεσή τους να αλλάξουν εργασία το επόμενο εξάμηνο και η κυριότερη αιτία για κάτι τέτοιο είναι το γεγονός ότι απασχολούνται επί χρόνια στον ίδιο εργοδότη, χωρίς να έχουν δει ούτε μία αύξηση στον μισθό τους. Μάλιστα, για κάποιους το μισθολογικό αυτό «πάγωμα» ξεκινά από το μακρινό 2010, την περίοδο δηλαδή που η χώρα μας έμπαινε στα μνημόνια. Αυτό προκύπτει από έρευνα του διεθνούς δικτύου WhereWeWork που πραγματοποιήθηκε όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε τέσσερις ακόμη χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (Ρουμανία, Δημοκρατία της Μολδαβίας, Βουλγαρία και Ουγγαρία) με στόχο να κατανοήσει πώς αντιλαμβάνονται οι εργαζόμενοι τον μισθό τους, πόσο ασφαλείς αισθάνονται επαγγελματικά και πώς βλέπουν τον αντίκτυπο της τεχνητής νοημοσύνης στην εργασία τους.
Όσον αφορά τη χώρα μας, με βάση τις απαντήσεις 1.788 εργαζομένων στην Ελλάδα (30 Μαρτίου – 30 Απριλίου 2026), προκύπτει ότι η εργασιακή εμπειρία εξακολουθεί να επηρεάζεται έντονα από τις επιπτώσεις της κρίσης του 2010. Η έρευνα, που διεξήχθη ηλεκτρονικά μέσω της πλατφόρμας wherewework.gr και κάλυψε όλους τους κλάδους και ηλικιακές ομάδες, καταγράφει επίσης μια ιδιαίτερη πληθυσμιακή σύνθεση: πάνω από το μισό δείγμα αποτελείται από ανώτερα στελέχη (50,3%), ενώ κυριαρχούν οι ηλικίες 35–44 (34,5%) και 45–54 (28,6%). Η σύνθεση αυτή ενισχύει την εικόνα μιας αγοράς με έμπειρο εργατικό δυναμικό, το οποίο όμως παραμένει εγκλωβισμένο σε περιορισμένες μισθολογικές προοπτικές.
Χαμηλή ικανοποίηση, υψηλή ουδετερότητα και αίσθηση αδικίας
Σε επίπεδο μισθολογικής ικανοποίησης, το 46,7% των εργαζομένων δηλώνει δυσαρεστημένο με τον μισθό του, ενώ μόλις το 14,3% δηλώνει ικανοποιημένο. Το ιδιαίτερα χαμηλό αυτό ποσοστό ικανοποίησης, το χαμηλότερο μεταξύ των πέντε χωρών της έρευνας, υποδηλώνει ότι η ελληνική αγορά εργασίας δεν έχει ακόμη επανέλθει σε επίπεδα εμπιστοσύνης ως προς τις αποδοχές. Αξιοσημείωτο είναι ότι σχεδόν τέσσερις στους δέκα εργαζομένους (39,1%) τοποθετούνται στη λεγόμενη «ουδέτερη ζώνη», γεγονός που δεν υποδηλώνει απαραίτητα αποδοχή, αλλά μάλλον προσαρμογή σε συνθήκες που δεν θεωρούνται ούτε ικανοποιητικές ούτε πλήρως απογοητευτικές.
Το αίσθημα μισθολογικής δικαιοσύνης παραμένει επίσης χαμηλό: πάνω από τους μισούς (53,9%) θεωρούν ότι δεν αμείβονται δίκαια, ενώ σχεδόν οι μισοί (45,7%) εκτιμούν ότι οι αποδοχές τους υπολείπονται των επιπέδων της αγοράς. Μόνο ένα μικρό ποσοστό (11,4%) δηλώνει ότι αμείβεται δίκαια σε σημαντικό βαθμό, στοιχείο που αναδεικνύει μια δομική αμφισβήτηση της ισορροπίας μεταξύ εργασίας και αμοιβής.
Απώλεια αγοραστικής δύναμης και στασιμότητα μισθών
Η οικονομική πίεση αποτυπώνεται ακόμη πιο καθαρά στην αγοραστική δύναμη. Έξι στους δέκα εργαζόμενους (60,3%) αναφέρουν ότι το πραγματικό τους εισόδημα έχει μειωθεί σε σχέση με έναν χρόνο πριν, με σημαντικό ποσοστό (30,6%) να περιγράφει την πτώση ως ιδιαίτερα έντονη. Στην καθημερινότητα αυτό μεταφράζεται σε περιορισμένη οικονομική ευελιξία: σχεδόν οι μισοί (49,7%) δηλώνουν ότι ο μισθός τους καλύπτει μόνο τα βασικά ή και λιγότερα, ενώ μόνο ένα εξαιρετικά μικρό ποσοστό (1,8%) αναφέρει πραγματική οικονομική άνεση.
Η βασική αιτία δυσαρέσκειας εντοπίζεται στο χάσμα μεταξύ κόστους ζωής και μισθών (45,7%), ενώ ακολουθεί η αύξηση των καθημερινών εξόδων (25,1%). Στο ποιοτικό σκέλος των απαντήσεων επανέρχεται συχνά η αναφορά σε «παγωμένους μισθούς» ή σε αποδοχές που δεν έχουν αναπροσαρμοστεί ουσιαστικά από την περίοδο της κρίσης, στοιχείο που συνδέει άμεσα την τρέχουσα κατάσταση με τις μακροοικονομικές επιπτώσεις της τελευταίας δεκαετίας.
Σε επίπεδο εισοδηματικής κατανομής, παρατηρείται έντονη συγκέντρωση σε μεσαία και χαμηλά κλιμάκια: το 38,3% των εργαζομένων αμείβεται με 1.000–1.500 ευρώ, ενώ το 30,3% με 500–1.000 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι πάνω από τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων βρίσκονται κάτω από τα 1.500 ευρώ, στοιχείο που περιορίζει την κοινωνική κινητικότητα και ενισχύει την αίσθηση στασιμότητας. Αντίστοιχα, οι απαιτήσεις για μισθολογική προσαρμογή είναι σαφείς: ένα σημαντικό μέρος θεωρεί ότι απαιτείται αύξηση 11–20% για να αποκατασταθεί το αίσθημα δικαιοσύνης, ενώ ένα επιπλέον ποσοστό ζητά ακόμη μεγαλύτερες αναπροσαρμογές.
Τεχνητή νοημοσύνη: χαμηλή ανησυχία, όχι όμως αισιοδοξία

Η Ελλάδα καταγράφει παράλληλα το χαμηλότερο επίπεδο ανησυχίας για την τεχνητή νοημοσύνη στην περιοχή, με μόλις 11% να φοβάται ότι η AI μπορεί να απειλήσει τη θέση εργασίας του. Ωστόσο, το εύρημα αυτό δεν αντανακλά απαραίτητα εμπιστοσύνη στην τεχνολογία, αλλά μάλλον ιεράρχηση προτεραιοτήτων: οι άμεσες οικονομικές πιέσεις υπερκαλύπτουν τις μακροπρόθεσμες τεχνολογικές ανησυχίες.
Η στάση απέναντι στην AI είναι κυρίως ουδέτερη και αβέβαιη. Ένα 28,6% τη βλέπει ως εργαλείο ενίσχυσης παραγωγικότητας, ενώ 27,6% εκτιμά ότι θα επιφέρει αλλαγές ή μείωση δραστηριοτήτων. Παράλληλα, 21,6% δεν αναμένει ουσιαστική επίδραση και 11% δηλώνει άγνοια. Η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας αγοράς που δεν έχει ακόμη ενσωματώσει πλήρως τη συζήτηση για τον τεχνολογικό μετασχηματισμό.
Υψηλή πρόθεση κινητικότητας και περιορισμένη εργασιακή αφοσίωση
Η πρόθεση αλλαγής εργασίας παραμένει ιδιαίτερα αυξημένη: το 26,5% αναζητά ενεργά νέα θέση, ενώ το 37,9% θα μετακινούνταν υπό κατάλληλες συνθήκες. Συνολικά, το 64,3% εμφανίζεται ανοιχτό σε αλλαγή εντός εξαμήνου, γεγονός που καταδεικνύει υψηλή ρευστότητα στην αγορά εργασίας. Αντίθετα, μόλις το 16,4% δηλώνει ότι σκοπεύει να παραμείνει στον τρέχοντα εργοδότη του, το χαμηλότερο ποσοστό της έρευνας.
Οι βασικοί λόγοι αποχώρησης συνδέονται κυρίως με τις αποδοχές (58,1%), ενώ ακολουθούν οι προοπτικές εξέλιξης και το εργασιακό περιβάλλον. Οι παροχές που σχετίζονται με την απόδοση και τα μπόνους εμφανίζονται επίσης ως σημαντικοί παράγοντες, υποδηλώνοντας ότι η σταθερή αμοιβή από μόνη της δεν θεωρείται πλέον επαρκές κίνητρο.
Εργασιακή ασφάλεια: χαμηλή ένταση φόβου, υψηλή αβεβαιότητα
Ο φόβος απόλυσης παραμένει σχετικά περιορισμένος, ωστόσο η αίσθηση ασφάλειας δεν είναι ισχυρή. Περίπου ένας στους πέντε εκφράζει έντονη ανησυχία, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό δηλώνει ότι δεν αισθάνεται βέβαιος για τη θέση του στον επόμενο χρόνο. Το δεδομένο αυτό υποδηλώνει ότι η εργασιακή ασφάλεια δεν αξιολογείται πλέον αποκλειστικά με όρους απόλυσης, αλλά συνολικά με όρους οικονομικής επιβίωσης.
Το Συνέδριο του Newsbeast στο The Ilisian
Σε μια περίοδο όπου η αγορά εργασίας αλλάζει με ταχύτητα, οι επιχειρήσεις αναζητούν νέα μοντέλα ηγεσίας και η ελληνική οικονομία καλείται να απαντήσει σε κρίσιμες προκλήσεις, το Newsbeast ανοίγει έναν ουσιαστικό διάλογο για το μέλλον της εργασίας, της ανάπτυξης και του ανθρώπινου δυναμικού στη χώρα.
Το συνέδριο «Ηγεσία & Εργασία: Επενδύοντας στο ανθρώπινο κεφάλαιο» έρχεται να αναδείξει ένα ζήτημα που βρίσκεται πλέον στον πυρήνα της οικονομικής και κοινωνικής συζήτησης. Η Ελλάδα δεν μπορεί να σχεδιάσει το μέλλον της χωρίς στρατηγική επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Η έλλειψη εξειδικευμένων στελεχών, το χάσμα δεξιοτήτων, οι αλλαγές που φέρνουν η τεχνητή νοημοσύνη και τα νέα επιχειρηματικά μοντέλα, το brain drain, οι προοπτικές brain gain, αλλά και το δημογραφικό, διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον με μεγάλες απαιτήσεις και ακόμα μεγαλύτερες ευθύνες.
Στόχος του συνεδρίου είναι να συζητηθούν -από εκπροσώπους της επιχειρηματικής κοινότητας, της πολιτείας και της αγοράς εργασίας- οι προκλήσεις και οι λύσεις που μπορούν να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Συνέδριο «Ηγεσία & Εργασία: Επενδύοντας στο ανθρώπινο κεφάλαιο»
The Ilisian, 28.5.2026
Ώρα προσέλευσης: 9:15
Ώρα έναρξης: 10:00
