Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Έναν νέο δρόμο για την επίλυση της πολυετούς διαμάχης γύρω από τους ρωσικούς S-400 φέρονται να αναζητούν τα τελευταία εικοσιτετράωρα η Τουρκία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, με βασικό στόχο να αρθεί ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για την επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα των αμερικανικών μαχητικών F-35. Όπως όλα δείχνουν, οι δύο πλευρές έχουν αρχίσει να διαμορφώνουν έναν οδικό χάρτη, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται η οριστική απομάκρυνση του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος από την τουρκική επικράτεια, ώστε να μπορέσει η γειτονική μας χώρα να αποκτήσει τα υπερσύγχρονα αεροσκάφη (τα οποία, παρεμπιπτόντως, έχουμε ήδη παραγγείλει εμείς, με τα πρώτα να αναμένεται πως θα φθάσουν στην Ελλάδα το 2029 ή το 2030).

Η κατοχή των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 εξακολουθεί να θεωρείται από την Ουάσιγκτον ασύμβατη με την επιχειρησιακή αξιοποίηση των F-35, καθώς οι ΗΠΑ υποστηρίζουν ότι η ταυτόχρονη παρουσία των δύο συστημάτων θα μπορούσε να δημιουργήσει κινδύνους για την ασφάλεια της τεχνολογίας του αμερικανικού μαχητικού. Οι διαβουλεύσεις αυτές φαίνεται πως εντάθηκαν μετά τη συνάντηση που είχε ο Τούρκος πρόεδρος, Ταγίπ Ερντογάν, με τον Αμερικανό πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ, στην Άγκυρα. Στο πλαίσιο αυτών των συνομιλιών, εξετάστηκαν διάφορες λύσεις για το μέλλον των S-400, χωρίς όμως να προχωρήσουν τα αρχικά σενάρια που προέβλεπαν είτε την αποσυναρμολόγηση του συστήματος είτε τη μεταφορά και αποθήκευσή του σε εγκατάσταση υπό αμερικανικό έλεγχο. Οι συγκεκριμένες επιλογές φέρονται να εγκαταλείφθηκαν, καθώς δεν θεωρήθηκαν πολιτικά και τεχνικά εφαρμόσιμες από τις εμπλεκόμενες πλευρές. Η νέα φόρμουλα που έχει μπει στο τραπέζι τώρα προβλέπει, σύμφωνα με πληροφορίες, την πώληση των S-400 σε τρίτη χώρα, με πιθανότερο προορισμό ένα αραβικό κράτος του Περσικού Κόλπου (Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ, Κουβέιτ, Μπαχρέιν ή Ομάν).

Η λύση αυτή θα επέτρεπε στην Τουρκία να υποστηρίξει ότι όχι απλώς εγκαταλείπει το σύστημα χωρίς αντάλλαγμα, αλλά το μεταβιβάζει μέσω μιας κανονικής εμπορικής και διακρατικής διαδικασίας. Παράλληλα, θα ικανοποιούσε τη βασική αμερικανική απαίτηση να μην υπάρχουν οι S-400 στο τουρκικό έδαφος και να μην μπορούν να λειτουργούν δίπλα σε αεροσκάφη δυτικής τεχνολογίας. Για την Άγκυρα, η προοπτική πώλησης σε χώρα του Κόλπου θα μπορούσε επίσης να περιορίσει την οικονομική ζημιά από μια προμήθεια για την οποία είχαν δαπανηθεί σημαντικά ποσά, ενώ θα απέτρεπε την εικόνα μιας άμεσης υποχώρησης απέναντι στις πιέσεις της Ουάσιγκτον.

Απαραίτητη η έγκριση της Μόσχας

Το σχέδιο, ωστόσο, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την Τουρκία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η μεταφορά των S-400 σε τρίτη χώρα προϋποθέτει, βάσει των όρων τελικού χρήστη που συνοδεύουν την αρχική συμφωνία, τη συγκατάθεση της Ρωσίας. Αυτό σημαίνει ότι η Άγκυρα δεν μπορεί να διαθέσει ελεύθερα το σύστημα σε άλλον αγοραστή χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει την έγκριση της Μόσχας. Για τον λόγο αυτό, το τελευταίο διάστημα φέρεται να βρίσκεται σε εξέλιξη ένας σύνθετος κύκλος επαφών ανάμεσα στην Τουρκία, στις ΗΠΑ και στη Ρωσία, με τους S-400 να αποτελούν ένα από τα βασικά θέματα των παρασκηνιακών διαβουλεύσεων.

Θυμίζουμε ότι η Άγκυρα εδώ και αρκετό καιρό φροντίζει να διατηρεί ανοικτούς διαύλους τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με τη Μόσχα, ενώ επιδιώκει συνεχώς να έχει και ρόλο διαμεσολαβητή για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Βάσει πληροφοριών που επικαλούνται τουρκικά μέσα ενημέρωσης, η ρωσική πλευρά δεν έχει απορρίψει κατ’ αρχήν την πιθανότητα μεταβίβασης του συστήματος, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι έχει δοθεί ήδη και η τελική έγκριση ή ότι έχουν συμφωνηθεί οι όροι μιας τέτοιας συναλλαγής.

Ενδεικτική της κινητικότητας θεωρείται και η επίσκεψη του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, στη Μόσχα, όπου είχε επαφές με τον Ρώσο ομόλογό του, Σεργκέι Λαβρόφ, αλλά και με τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Αν και το ακριβές περιεχόμενο των συνομιλιών δεν έχει δημοσιοποιηθεί, εκτιμάται ότι οι S-400 βρέθηκαν μεταξύ των θεμάτων που συζητήθηκαν. Η Άγκυρα καλείται, ουσιαστικά, να πείσει τη Ρωσία ότι μια πιθανή μεταβίβαση του συστήματος δεν θα συνιστά εχθρική ενέργεια ή ακύρωση της μεταξύ τους αμυντικής συνεργασίας.