Δύο μικρά κορίτσια, ντυμένα με λευκά φορέματα, το ένα με μπλε κορδέλα και το άλλο με ροζ, απαθανατίστηκαν πριν από σχεδόν 150 χρόνια σε έναν από τους πιο διάσημους πίνακες του Πιερ-Ογκίστ Ρενουάρ. Το έργο «Ροζ και Μπλε», που έχει γίνει γνωστό μέσα από καρτ ποστάλ, αφίσες και παζλ, αποπνέει αθωότητα και παιδική γαλήνη, χωρίς να προμηνύει την τραγική μοίρα που θα περίμενε τις δύο αδελφές.
Όπως περιγράφει η Κάθριν Όστλερ στο βιβλίο της «The Renoir Girls: A Hidden History of Art, War & Betrayal», τα δύο κορίτσια ήταν η Ελιζαμπέτ και η Αλίς Καέν ντ’ Ανβέρ, οι μικρότερες κόρες του εύπορου τραπεζίτη, Λουί Καέν ντ’ Ανβέρ, και της συζύγου του, Λουίζ. Η οικογένεια ανήκε στην ελίτ της παρισινής κοινωνίας της Μπελ Επόκ και ζούσε στη λεωφόρο Μοντέν, σε μια περίοδο οικονομικής ανάπτυξης και άνθησης των τεχνών, σύμφωνα με το δημοσίευμα της nypost.
Η μητέρα τους ήταν γνωστή για τις σχέσεις της με τον καλλιτεχνικό κόσμο και διατηρούσε μακροχρόνιο δεσμό με τον συλλέκτη έργων τέχνης, Σαρλ Εφρουσί, ο οποίος θεωρείται ότι ενέπνευσε τον χαρακτήρα Σαρλ Σουάν στο έργο του Μαρσέλ Προυστ «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο». Ο Εφρουσί φέρεται να έπεισε τη Λουίζ να αναθέσει στον ανερχόμενο τότε Ρενουάρ να ζωγραφίσει τα παιδιά της.
Αρχικά ο ζωγράφος φιλοτέχνησε το πορτρέτο της μεγαλύτερης κόρης, Ιρέν, ενώ το 1881 δημιούργησε τον πίνακα «Ροζ και Μπλε», με την εξάχρονη Ελιζαμπέτ και την τετράχρονη Αλίς να κρατιούνται χέρι χέρι. Αν και το έργο απέσπασε εξαιρετικές κριτικές, ο πατέρας τους φέρεται να μην ενθουσιάστηκε και καθυστέρησε να πληρώσει τον ζωγράφο. Η συγγραφέας αναφέρει ότι ένας από τους πρώτους γρίφους της ιστορίας είναι κατά πόσο ο Λουί υποψιαζόταν πως η μικρή Αλίς δεν ήταν δικό του παιδί αλλά του Εφρουσί.
Η Όστλερ, αξιοποιώντας αρχειακό υλικό, προσωπικές μαρτυρίες και οικογενειακές αναμνήσεις, ανασυνθέτει την πορεία των δύο κοριτσιών σε μια εποχή όπου ο αντισημιτισμός άρχισε να εντείνεται στη Γαλλία, ιδιαίτερα μετά την πολύκροτη υπόθεση Ντρέιφους, η οποία δίχασε τη γαλλική κοινωνία.
Η Ελιζαμπέτ ασπάστηκε τον καθολικισμό το 1895, πιθανότατα επηρεασμένη από τη φροντίδα που δέχτηκε από μοναχές ύστερα από ατύχημα με άλογο, ενώ αργότερα παντρεύτηκε τον κόμη Ζαν ντε Φορσβίλ. Η Αλίς γνώρισε στην Αίγυπτο τον Βρετανό αξιωματικό, Τσαρλς Τάουνσεντ, με τον οποίο παντρεύτηκε έναν χρόνο αργότερα. Έζησε κυρίως στην Αγγλία, όμως βρέθηκε στη Γαλλία όταν οι γερμανικές δυνάμεις προέλαυναν το 1940. Τότε κατάφερε να διαφύγει μαζί με τα εγγόνια της προς τη Βρετανία, ενώ η κόρη της παρέμεινε στη Γαλλία συμμετέχοντας στην Αντίσταση. Ανάμεσα στα παιδιά που διέσωσε ήταν και ο Αρνό ντε Μπορσγκράβ, ο οποίος αργότερα έγινε γνωστός δημοσιογράφος του περιοδικού Newsweek.
Το τραγικό τέλος της Ελιζαμπέτ
Η μοίρα της Ελιζαμπέτ ήταν πολύ πιο σκληρή. Μετά από δύο διαζύγια και την απώλεια ενός ακόμα αγαπημένου προσώπου στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποσύρθηκε στην επαρχία. Υπέφερε από σοβαρή ρευματοειδή αρθρίτιδα και δυσκολευόταν ακόμα και να περπατήσει.
Παρότι θεωρούσε τον εαυτό της Γαλλίδα καθολική, ο δήμαρχος του χωριού όπου ζούσε ενημέρωσε την Γκεστάπο για την εβραϊκή της καταγωγή. Συνελήφθη στις αρχές του 1944, μεταφέρθηκε αρχικά στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ντρανσί και στη συνέχεια οδηγήθηκε στο Άουσβιτς, όπου πέθανε τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, σε ηλικία 69 ετών.
Ο ίδιος ο πίνακας σώθηκε από τον πόλεμο σχεδόν τυχαία. Το καλοκαίρι του 1939 είχε σταλεί στην αμερικανική ήπειρο στο πλαίσιο περιοδεύουσας έκθεσης γαλλικής τέχνης και παρέμεινε στη Νέα Υόρκη μέχρι το 1951, όταν αγοράστηκε από τον Βραζιλιάνο συλλέκτη, Φρανσίσκο ντε Άσις Σατομπριάν. Σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο Τέχνης του Σάο Πάολο, αποτελώντας ένα συγκινητικό ενθύμιο δύο παιδικών ζωών που ξεκίνησαν μέσα στην πολυτέλεια της Μπελ Επόκ, αλλά σημαδεύτηκαν από τις τραγωδίες και τις διώξεις του 20ού αιώνα.