Οι τελευταίες επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν έδειξαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση πόσο ευάλωτη παραμένει όσο βασίζεται σε εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα για την οικονομία και την ενεργειακή της ασφάλεια. Η νέα ενεργειακή αναταραχή λειτουργεί ως καταλύτης ώστε η ΕΕ να επιταχύνει τη στροφή της σε ανανεώσιμες πηγές και εγχώρια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, παρά τις επιμέρους διαφωνίες για τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ανακούφισης των νοικοκυριών.

Από τα τέλη Φεβρουαρίου, όταν ξεκίνησαν οι βομβαρδισμοί στο Ιράν και η Τεχεράνη ουσιαστικά μπλόκαρε τον Περσικό Κόλπο στη ναυσιπλοΐα, το κόστος των ορυκτών καυσίμων για την ΕΕ εκτοξεύτηκε, με επιπλέον 6 δισ. ευρώ να δαπανώνται σε εισαγωγές μέσα σε λίγες μόλις εβδομάδες. Αν και η κρίση δεν φτάνει τα επίπεδα του 2022, οι τιμές του φυσικού αερίου ανέβηκαν από περίπου 30 σε γύρω στα 50 ευρώ ανά MWh, επιβαρύνοντας άμεσα νοικοκυριά και βιομηχανία.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προειδοποιεί ότι το «καπέλο» στα ορυκτά ήδη «βαραίνει την οικονομία», υπενθυμίζοντας ότι κάθε νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή μεταφράζεται σε ακριβότερα καύσιμα και ηλεκτρικό ρεύμα για έναν ήπειρο χωρίς δικά της αποθέματα. Το ενεργειακό σοκ φέρνει πιο κοντά κυβερνήσεις που μέχρι χθες διαφωνούσαν για το Green Deal, γύρω από την κοινή διαπίστωση πως η εξάρτηση από τρίτες χώρες σε ορυκτά καύσιμα είναι στρατηγικό ρίσκο για την ΕΕ.

Ορυκτά, ΕΕ και γεωπολιτική εξάρτηση

Υπουργοί Περιβάλλοντος και Ενέργειας από τη Βουλγαρία μέχρι τη Γερμανία και τη Λετονία μιλούν πλέον ανοιχτά για την ανάγκη «ηλεκτροποίησης» της οικονομίας της ΕΕ και απεξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά, χαρακτηρίζοντας «παράλογη» την προοπτική μιας «πετρο-Ένωσης χωρίς πετρέλαιο». Τα ίδια τα κράτη‑μέλη παραδέχονται ότι η ενεργειακή εξάρτηση από ασταθείς περιοχές, όπως η Ρωσία το 2022 και τώρα το Ιράν, υπονομεύει όχι μόνο το ΑΕΠ αλλά και την κοινωνική σταθερότητα στην Ευρώπη.

Την ώρα που οι ΗΠΑ επιχειρούν να αυξήσουν τις εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, η κίνηση Τραμπ στο Ιράν έχει το αντίθετο αποτέλεσμα, ενισχύοντας τα επιχειρήματα όσων στην ΕΕ ζητούν επιτάχυνση των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές και δίκτυα. Ακόμη και κυβερνήσεις παραδοσιακά επιφυλακτικές στην κλιματική ατζέντα, όπως η Πολωνία, χρησιμοποιούν πλέον τη φράση «κυρίαρχες ενεργειακές πηγές» για να περιγράψουν τις ΑΠΕ και την πυρηνική ενέργεια, ως ασπίδα απέναντι στις διακυμάνσεις της αγοράς ορυκτών.

Ορυκτά, ΕΕ και η «πράσινη ασπίδα» της Ευρώπης

Η εμπειρία της κρίσης του 2022 έδειξε ότι χώρες με υψηλή διείσδυση ΑΠΕ, όπως η Ισπανία, είδαν πολύ μικρότερες αυξήσεις τιμών σε σχέση με κράτη πιο εξαρτημένα από το φυσικό αέριο, όπως η Ιταλία. Με το μερίδιο των ανανεώσιμων στο ηλεκτρικό μείγμα της ΕΕ να έχει ήδη ανέβει από 36% το 2021 κοντά στο 50%, οι Βρυξέλλες διακηρύσσουν ότι κάθε επιπλέον μονάδα πράσινης ενέργειας είναι και ένα βήμα πιο μακριά από τους εκβιασμούς των αγορών ορυκτών.

Παράλληλα, η στρατηγική αυτονομία της ΕΕ «κουμπώνει» πλέον με την Πράσινη Συμφωνία, καθώς αναλυτές και ευρωβουλευτές τονίζουν ότι οι επενδύσεις σε ανανεώσιμες, κυκλική οικονομία και αποθήκευση ενέργειας είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας, όχι μόνο περιβάλλοντος. Στο ευρωπαϊκό debate, όσοι ζητούν χαλάρωση των κανόνων για το κλίμα μετά τον πόλεμο στο Ιράν βρίσκονται σε άμυνα, την ώρα που η πλειοψηφία των κυβερνήσεων της ΕΕ βλέπει στην πράσινη μετάβαση τη μόνη ρεαλιστική απάντηση στη φημισμένη «κατάρα των ορυκτών».