Ο Σάιμον Λέβι καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα αναστολής για τη δολοφονία δύο γυναικών στο Λονδίνο, ενώ η υπόθεση έφερε στο φως σοβαρές αστοχίες της αστυνομίας και των εισαγγελικών αρχών, οι οποίες του επέτρεψαν να συνεχίσει τη δράση του.
Ο 40χρονος Βρετανός κρίθηκε ένοχος για τις δολοφονίες της Καρμένσα Βαλένσια-Τρουχίγιο, τον Μάρτιο του 2025, και της 39χρονης Σέριλ Γουίλκινς, τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Παράλληλα, καταδικάστηκε για τον βιασμό και την επίθεση σε τρίτη γυναίκα, καθώς και για δύο κατηγορίες βιασμού, πρόκλησης σοβαρής σωματικής βλάβης με πρόθεση και εκούσιου στραγγαλισμού.
Τον Απρίλιο του 2025, η αστυνομία είχε συλλάβει τον Λέβι ως ύποπτο για τη δολοφονία της 53χρονης Βαλένσια-Τρουχίγιο. Ωστόσο, αφέθηκε ελεύθερος και, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, μέσα στους επόμενους μήνες κακοποίησε σεξουαλικά πέντε γυναίκες σε τρένα του Λονδίνου, προτού δολοφονήσει τη Γουίλκινς πέντε μήνες αργότερα.
Κατά την ανακοίνωση της ποινής, ο δικαστής Μαρκ Λούκραφτ χαρακτήρισε τον Λέβι «σαφώς κάποιον που εκμεταλλεύεται αδίστακτα τους άλλους για την προσωπική του, σεξουαλική ικανοποίηση». Η ποινή για τις δύο δολοφονίες είναι ισόβια χωρίς δυνατότητα αναστολής.
Ο Λέβι είχε καταδικαστεί ξεχωριστά, τον Φεβρουάριο, για σεξουαλικές επιθέσεις σε δέκα γυναίκες μέσα σε τρένα του Λονδίνου, μεταξύ Οκτωβρίου 2023 και Μαΐου 2025. Έξι από αυτές τις επιθέσεις σημειώθηκαν στις αρχές του 2025. Είχε επίσης καταδικαστεί για σεξουαλική επίθεση σε σωφρονιστικό υπάλληλο τον Απρίλιο του 2022.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονη κριτική για τον τρόπο με τον οποίο οι αρμόδιες αρχές διαχειρίστηκαν τον Λέβι. Η Μητροπολιτική Αστυνομία είχε παραπέμψει την ίδια την υπόθεση στο Ανεξάρτητο Γραφείο Αστυνομικής Διαγωγής (IOPC), καθώς το 2024 ο Λέβι υποβαθμίστηκε από σεξουαλικό παραβάτη «υψηλού κινδύνου» σε «μεσαίου κινδύνου».
«Κατ’ επανάληψη χάθηκαν ευκαιρίες να τον σταματήσουν», δήλωσε ο δήμαρχος του Λονδίνου, Σαντίκ Καν, εκφράζοντας την οργή του τόσο για τα εγκλήματα του Λέβι όσο και για τις αποτυχίες των υπηρεσιών που, όπως είπε, θα μπορούσαν να είχαν αποτρέψει την κακοποίηση και τη δολοφονία περισσότερων γυναικών.