Ο Στέλιος Καζαντζίδης και ο Γιάννης Ρίτσος δεν χρειάζονται συστάσεις. Δύο εμβληματικές μορφές, δύο «Τιτάνες» της μουσικής και της ποίησης, που άφησαν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στον ελληνικό πολιτισμό. Και μόνο η συνύπαρξή τους στον ίδιο χώρο αρκεί, ώστε μία στιγμή να αποκτήσει ιστορική διάσταση.

Μια τέτοια στιγμή καταγράφηκε το 1981, στο στούντιο της Columbia. Η συνάντηση αυτή μπορεί να μην έγινε ευρύτερα γνωστή, όμως τα ντοκουμέντα που έχουν μείνει πίσω μιλούν από μόνα τους. Αρκεί μία φωτογραφία για να αντιληφθεί κανείς τη σημασία του γεγονότος..

Και δεν ήταν μόνο ο Ρίτσος και ο Καζαντζίδης. Στο ίδιο κάδρο βρίσκονται ακόμη ο ξεχωριστός ερμηνευτής Λάκης Χαλκιάς, καθώς και ο βιρτουόζος του κλαρίνου και μία από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής μουσικής παράδοσης, Τάσος Χαλκιάς.

Η ιστορία αυτή, μαζί με το φωτογραφικά ντοκουμέντο, αποτυπώθηκαν σε μία ανάρτηση του κυρίου Παναγιώτη Κοντοσταυλάκη, ηθοποιού, που τότε, εργαζόταν στο Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων της MINOS-EMI. Ο ίδιος ήταν παρών.

Απευθυνθήκαμε με σεβασμό στον κ. Κονστοσταυλάκη, ο οποίος μάς παραχώρησε την άδεια να δημοσιεύσουμε την ξεχωριστή αυτή ιστορία, αφορμής δοθείσης της επετείου από την απώλεια του Στέλιου Καζαντζίδη, στις 14 Σεπτεμβρίου 2001.

Μία ιστορία γραμμένη σαν μυθιστόρημα. Γράφει, λοιπόν, ο κ. Παναγιώτης Κοντοσταυλάκης:

«”Δεν κλαίω γι’ αυτά που μου ‘χεις πάρει, γι’ αυτά που μου ‘χεις αρνηθεί. Μου ‘χεις χαρίσει ένα φεγγάρι, γαλάζιο, ανείπωτο, βαθύ…”

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ τού 1981 είχαμε δώσει ραντεβού μέ τόν Μάριο Τόκα νά πάμε στό studio ηχογραφήσεων τής Columbia. Βραδινή ηχογράφηση μετά τίς 6.

Εκεί μάς περίμεναν οί ηχολήπτες, ό Λάκης Χαλκιάς καί ό πατέρας του Τάσος Χαλκιάς ό σπουδαίος κλαρινίστας. Ό Μάριος είναι ανήσυχος μού φαίνεται ταραγμένος καί τόν ρωτάω τί συμβαίνει..

-Έρχεται σέ λίγο ό ποιητής. ό Γιάννης Ρίτσος νά ηχογραφήσει τόν “Λαό”, μού λέει.

Εδώ πρέπει νά πώ ότι τότε ηχογραφούσαμε τόν δίσκο “Πικραμένη Γενιά” σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου (τά ποιήματα είχαν γραφτεί τό 1928- 1929 εκτός από τόν “Λαό”πού γράφτηκε τό 1950), μουσική Μάριου Τόκα καί ερμηνεία τού Λάκη Χαλκιά.

Άκουσε τήν συζήτηση ό Λάκης καί μάς έσκασε το μυστικό: – Παιδιά, όπου να’ναι θά έρθει ό Στέλιος Καζαντζίδης. Θέλει νά ακούσει τά τραγούδια.

Φωτογραφία: Από την σχετική ανάρτηση του κ. Παναγιώτη Κοντοσταυλάκη (Από αριστερά: Λάκης Χαλκιάς, Τάσος Χαλκιάς, Γιάννης Ρίτσος, Στέλιος Καζαντζίδης)

Μάς έπιασε ταχυπαλμία. μέχρι νά συνέλθουμε μπαίνει ό ποιητής χαμογελαστός, ευπροσήγορος μέ τό τσιγάρο στό χέρι: -Καλησπέρα σύντροφοι!

Τήν ταραχή τήν είχα αλλά ή επαγγελματική μου διαστροφή λειτουργούσε ακόμη.. Πηγαίνω στό τηλέφωνο τού μπάρ καί σχηματιζω τόν αριθμό τού Δημήτρη Αλεξιάδη φωτογράφου, φωτορεπόρτερ καί φίλου.

-Έλα… σε πόση ώρα μπορείς νά είσαι εδώ; Βαριόταν φριχτά. -Σού έχω θέμα ρέ Μήτσο. Καί τού λέω περί τίνος επρόκειτο.

Σέ ένα τέταρτο πάρκαρε τό Σιτροέν GS ( πού αργότερα μού πούλησε) έξω από τήν Columbia.

Εκείνη τήν ώρα έμπαινε στό κοντρόλ ό Στέλιος Καζαντζίδης

–Συνάντηση κορυφής, μού λέει ό Τόκας…

-Μοναδική στιγμή, μονολογώ, καί πρέπει νά μείνει.

Υπήρχε διάχυτη μέσα στό Κοντρόλ μιά αβρότητα, μιά συγκίνηση, μιά ευγένεια, ένας αλληλοθαυμασμός. Όλα έμοιαζαν μαγικά..

-Κύριε Ρίτσο έχετε σημαδέψει τή ζωή μου, λέει ό Στέλιος.

–Καί εσύ Στέλιο μέ τή φωνή σου μάς άγγιξες όλους. Καί λέγε με Γιάννη.

Πόσα μπορεί νά πεί ένας ποιητής κι ένας τραγουδιστής, σάς πληροφορώ πολλά καί θά τά πούμε μιά άλλη φορά.

Ή ώρα περνούσε, ή συζήτηση διαδεχόταν ή μία τήν άλλη… αλλά τό χρονόμετρο έγραφε. Σηκώθηκε ό κορυφαίος ποιητής καί μπήκε νά απαγγείλει, στό studio, τό ποίημα του “Λαός ” .

Χαμήλωσαν τά φώτα καί έμεινε μόνο τό φώς στό αναλόγιο του καί ξαφνικά ακούμε τή μουσική από τό κλαρίνο τού Τάσου Χαλκιά νά τόν συνοδεύει. Μαγεία. Δακρύσαμε, ανατριχιάσαμε.

Αυτή ή δουλειά άξιζε γιά κάτι τέτοιες στιγμές.

-Πώς ήταν παιδιά; Βάλτε νά τό ακούσουμε. Ερχεται στό κοντρόλ ό ποιητής καί ακούμε τό αποτέλεσμα.. κι εκείνη τήν στιγμή αρχίζει νά μονωδεί ό Στέλιος πάνω στις νότες τού κλαρίνου. Χαζέψαμε…

–Στέλιο μέ παρέσυρες, λέει ο Ρίτσος, πάω νά τό πώ καλύτερα.

Μόλις βγήκε ό ποιητής.

– Ηθοποιέ μου πώς τά πήγα, σού άρεσε; μέ ρώτησε. Τί νά πώ. Μόλις πού σχηματίστηκε ένα αμήχανο χαμόγελο, συγκινημένος σφόδρα δέν μπορούσα νά κατέβω από τό συνεφάκι μου.

Μετά άρχισαν οί φωτογραφίες από τόν Δημήτρη. Ο Μάριος έπαιζε κάτι διορθώσεις στό πιάνο… είχαμε απαλλαγεί από τό άγχος καί τις ταχυπαλμίες.

Έλεγα στόν Δημήτρη ότι δέν ξέρει νά τραβάει φωτογραφίες (πλάκα) καί νά μού δώσει τή μηχανή νά τού δείξω..

Αυτές τίς φωτογραφίες τίς έχω τραβήξει εγώ στήν πρώτη γνωριμία μέ τόν μεγάλο ποιητή, τόν σπουδαίο τραγουδιστή καί τόν μύθο του. Αργότερα, πώς τό έφερε ή κουβέντα, παίρνει μία κιθάρα ό Στέλιος καί αρχίζει νά τραγουδάει τραγούδια τού Μίκη.

Βράχο- βράχο τόν καημό μου, τό πέλαγο είναι βαθύ κ.λ.π

Έφτασε ή ώρα αργά καί δέν θέλαμε νά τελειώσει.. Πάντα θά θυμάμαι αυτή τή συνάντηση μέ συγκίνηση»