Ο Μάιος -ο μήνας που έχει οριστεί να γίνει η επίσκεψη του Τραμπ στο Πεκίνο- μοιάζει πολύ μακριά με τις καταιγιστικές καθημερινές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Και όμως ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται να βιάζεται να κλείσει το θέμα του πολέμου ώστε να πραγματοποιήσει το μακρινό ταξίδι ως νικητής. Άλλωστε από την αρχή της θητείας του, η Κίνα ήταν ο βασικός του αντίπαλος και όχι το Ιράν, το οποίο εξακολουθεί να θεωρεί ένα αποτυχημένο κράτος. Το πρωτοσέλιδο του Economist με τίτλο μια ρήση που αποδίδεται στον Ναπολέοντα «Μη διακόπτεις ποτέ τον εχθρό σου όταν κάνει λάθος» σίγουρα θα ενόχλησε την ηγεσία του Λευκού Οίκου.

«Ο Τραμπ είναι μόνος αυτές τις μέρες στον κόσμο, κανείς δεν τον υποστηρίζει πραγματικά», δήλωσε πρόσφατα ο Χένρι Χουϊγιάο Γουάνγκ, πρόεδρος της ερευνητικής ομάδας με έδρα το Πεκίνο, Center for China and Globalization. «Έχει πραγματικά αναστατώσει τον κόσμο με τον πόλεμο στο Ιράν και βρίσκεται σε μια αρκετά δύσκολη κατάσταση».

Ενώ σχόλια από τα επίσημα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Κίνας καλούσαν για μεγαλύτερη συνεργασία ΗΠΑ-Κίνας απέναντι στην παγκόσμια αβεβαιότητα, οι Global Times, μια εθνικιστική ταμπλόιντ εφημερίδα, κατήγγειλαν την ιδέα αποστολής πολεμικών πλοίων στα Στενά του Ορμούζ.

«Πρόκειται πράγματι για “μοιρασιά ευθύνης” – ή μήπως για μοίρασμα του κινδύνου ενός πολέμου που ξεκίνησε η Ουάσινγκτον και δεν μπορεί να τελειώσει;», έγραψε ο ανώνυμος φυσικά συντάκτης του άρθρου γνώμης.

Το ερώτημα είναι αν θα πραγματοποιήσει την επίσκεψη ο Τραμπ ή θα την αναβάλει πάλι. Στην παρούσα συγκυρία και οι δύο ηγέτες χρειάζονται τη σύνοδο για να ενισχύσουν τα αντίστοιχα οράματά τους για στρατηγική σταθερότητα. Για τον Τραμπ, αυτό σημαίνει να επιδείξει ισχύ στη διεθνή σκηνή, προβάλλοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες ως τη μοναδική υπερδύναμη που είναι ικανή να ασκεί τόσο σκληρή ισχύ όσο και οικονομική δυναμική. Για τον Σι, αυτό σημαίνει τη διατήρηση επαρκούς παγκόσμιας σταθερότητας, ώστε να παραμείνουν σε τροχιά τα μακροπρόθεσμα αναπτυξιακά σχέδια της Κίνας.

Η Κίνα έχει καταστεί ένας πολυσύχναστος προορισμός για ηγέτες που αναζητούν οικονομική ανάπτυξη και στρατηγική στήριξη. Αρκεί να σκεφτεί κανείς τη συνεχή ροή επισκέψεων κατά το περασμένο έτος. Ο Αυστραλός πρωθυπουργός, Άντονι Αλμπανίζ, πραγματοποίησε τη δεύτερη επίσκεψή του τον περασμένο Ιούλιο. Ο Ινδός πρωθυπουργός, Ναρέντρα Μόντι, συναντήθηκε με τον Σι στην Τιαντζίν τον περασμένο Αύγουστο, στην πρώτη τέτοια συνάντηση μετά τη φονική συνοριακή σύγκρουση του 2020, υπογραμμίζοντας ότι η οικονομία εξακολουθεί να επιβάλλει έναν βαθμό συνεργασίας. Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, συναντήθηκε με τον Σι για τέταρτη φορά στην Κίνα τον περασμένο Δεκέμβριο.

Όμως για το συγκεκριμένο τετ α τετ, ο ελέφαντας στο δωμάτιο είναι το Ιράν. Η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να ξεκινήσουν πόλεμο εναντίον της Τεχεράνης υποτίθεται ότι θα άλλαζε ριζικά τη Μέση Ανατολή, αποδυναμώνοντας ένα εχθρικό καθεστώς και ανακόπτοντας τις πυρηνικές φιλοδοξίες του. Για τους πιο αισιόδοξους υποστηρικτές της, η σύγκρουση θα μπορούσε να επηρεάσει και την παγκόσμια ισορροπία, περιορίζοντας την άνοδο της Κίνας. Θα έδειχνε ότι ο έλεγχος των ενεργειακών ροών από τις ΗΠΑ καθιστά την Κίνα ευάλωτη και θα ενίσχυε την αποτρεπτική ισχύ της Αμερικής, αναδεικνύοντας τη στρατιωτική υπεροχή της έναντι της απροθυμίας του Πεκίνου να στηρίξει συμμάχους. Ωστόσο, όπως γράφει ο Economist, έναν μήνα μετά την έναρξη των συγκρούσεων, αυτή η λογική αποδεικνύεται λανθασμένη. Από την οπτική του Πεκίνου, ο πόλεμος εκλαμβάνεται ως ένα σοβαρό στρατηγικό λάθος των ΗΠΑ. Διπλωμάτες, αναλυτές και αξιωματούχοι στην Κίνα θεωρούν ότι η χώρα τους επέλεξε να παραμείνει στο περιθώριο. Η κινεζική ηγεσία πιστεύει ότι η σύγκρουση θα επιταχύνει την παρακμή των ΗΠΑ. Η επιθετική στάση της Ουάσινγκτον θεωρείται επιβεβαίωση της πολιτικής του Σι Τζινπίνγκ, ο οποίος δίνει προτεραιότητα στην ασφάλεια έναντι της οικονομικής ανάπτυξης. Εκτιμούν, σύμφωνα με τον Economist, ότι ο πόλεμος θα δημιουργήσει ευκαιρίες που η Κίνα θα μπορέσει να εκμεταλλευθεί. Παρ’ όλα αυτά, στο παρασκήνιο υπάρχει και ανησυχία, καθώς και ο κίνδυνος λανθασμένων εκτιμήσεων.

Η εβδομάδα που ξεκινά μάλλον θα είναι η πιο κρίσιμη μέχρι στιγμής για τις πολιτικές αποφάσεις του Αμερικανού προέδρου. Η οργή του είναι εμφανής από τις αναρτήσεις του για τα Στενά του Ορμούζ και η ικανοποίηση για τη διάσωση του Αμερικανού πιλότου δεν αρκεί για να ανυψωθεί το γόητρο της αμερικανικής κοινής γνώμης.