Με τα βλέμματα να είναι στραμμένα στην υπογραφή του μνημονίου κατανόησης ΗΠΑ-Ιράν την Παρασκευή, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ κοιτάζει πλέον τα νέα δεδομένα και στο πώς θα μπορέσει να τα ενσωματώσει στη στρατηγική του. Διότι στο εσωτερικό της χώρας του αντιμετωπίζει προκλήσεις, αν και το αντι-Νετανιάχου στρατόπεδο δεν είναι ούτε πολιτικά ούτε ιδεολογικά συνεκτικό. Το μοναδικό πραγματικό σημείο σύγκλισης είναι η επιθυμία να τερματιστεί η διακυβέρνησή του. Με τις εκλογές να πλησιάζουν το φθινόπωρο, αυτή η σύγκλιση κινδυνεύει να μετατραπεί σε παγίδα, η οποία θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τις πολιτικές συμμαχίες με τρόπο που θα ξεπεράσει χρονικά την ίδια την εκλογική αναμέτρηση.
Από την Επιχείρηση «Πλημμύρα του Αλ-Άκσα», η ισραηλινή κοινωνία έχει μετατοπιστεί ακόμη περισσότερο προς τα δεξιά. Σε αυτό το περιβάλλον, η συνεργασία μεταξύ εβραϊκών και αραβικών κομμάτων δεν θεωρείται πλέον μια τακτική επιλογή, αλλά πολιτικό βάρος. Παρ’ όλα αυτά, τόσο ο Νετανιάχου όσο και οι αντίπαλοί του εξακολουθούν να βασίζονται στις αραβικές ψήφους. Η αντίφαση είναι πλέον πιο εμφανής από ποτέ: τα αραβικά κόμματα είναι αριθμητικά απαραίτητα, αλλά πολιτικά απορρίπτονται.
Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της Maariv, το μπλοκ του Νετανιάχου συγκεντρώνει περίπου 50 έδρες, η αντιπολίτευση 60, ενώ οι υπόλοιπες ανήκουν στα αραβικά κόμματα. Καμία πλευρά δεν μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση από μόνη της, γεγονός που καθιστά τις αραβικές ψήφους αναπόφευκτες, παρότι και οι δύο πλευρές προσπαθούν να τις κρατήσουν σε πολιτική απόσταση.
Για πολλούς Παλαιστίνιους πολίτες του Ισραήλ, η πολιτική κληρονομιά του Νετανιάχου ταυτίζεται με τον πόλεμο, τη βία και τη στέρηση δικαιωμάτων. Η επιθυμία για την απομάκρυνσή του διαπερνά όλες τις πολιτικές τάσεις.
Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: Τι θα ακολουθήσει;
Η απομάκρυνση του Νετανιάχου δεν συνεπάγεται αυτόματα αλλαγή της δομικής κατεύθυνσης της ισραηλινής πολιτικής. Υπάρχει ο κίνδυνος τα αραβικά κόμματα να καταλήξουν να διευκολύνουν τον σχηματισμό μιας διαφορετικής δεξιάς κυβέρνησης, η οποία θα συνεχίσει παρόμοιες πολιτικές, ίσως με μικρότερη ένταση αλλά με μεγαλύτερη πολιτική ευελιξία.
Μέχρι τις εκλογές όμως, ο Νετανιάχου θα πρέπει να πείσει την κοινή γνώμη γιατί και πώς ο Ντόναλντ Τραμπ από εκεί που ήταν ο πιστός σύμμαχος – «ο μεγαλύτερος φίλος που είχε ποτέ το Ισραήλ», σύμφωνα με τον ίδιο τον Ισραηλινό πρωθυπουργό – δεν είναι πλέον, από τη στιγμή που ο Αμερικανός πρόεδρος αποφάσισε ότι αυτό που πραγματικά ήθελε ήταν η επιστροφή στα φθηνά καύσιμα, ο τερματισμός του πολέμου και μια συμφωνία με το Ιράν. Από εκείνο το σημείο και μετά, η συνεχιζόμενη επιθετική στάση του Νετανιάχου και η αποφασιστικότητά του να επεκτείνει και να παρατείνει τον πόλεμο στον Λίβανο εναντίον της Χεζμπολάχ μετατράπηκαν ξαφνικά σε πρόβλημα.

Όμως ο Τραμπ παρέμενε έξαλλος. «Γιατί έπρεπε ο Μπίμπι να εξαπολύσει αυτή την επίθεση;», είπε πρόσφατα στο Axios. «Είχα εξοργιστεί. Του το έκανα ξεκάθαρο. Δεν έχει καθόλου κρίση. Του το είπα ξεκάθαρα». Η απάντηση στο ερώτημα του Τραμπ είναι ότι η συμφωνία του με το Ιράν είναι πιθανό να αποτελέσει πολιτική θανατική καταδίκη για τον Νετανιάχου. Ως εκ τούτου, έχει κάθε κίνητρο να αναζωπυρώσει έναν τρίτο πόλεμο στον Κόλπο. Έχει ποντάρει τόσο το δικό του όσο και το μέλλον του Ισραήλ στο να πείσει τον Τραμπ να επιφέρει αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν. Αυτό το στοίχημα έχει πλέον γυρίσει μπούμερανγκ εις βάρος του.
«Ο Νετανιάχου έχει τις δικές του πιέσεις. Δεν αντιδρά απλώς στον Τραμπ. Πρέπει να λογοδοτήσει στους αξιωματούχους ασφαλείας του Ισραήλ, στις ισορροπίες της κυβερνητικής συμμαχίας, στο συλλογικό τραύμα της κοινωνίας, στις οικογένειες των ομήρων, στις στρατιωτικές πραγματικότητες και στη δική του πολιτική υστεροφημία μετά την 7η Οκτωβρίου. Αυτό που από την Ουάσιγκτον μπορεί να φαίνεται ως μια αχρείαστη συνέχιση της σύγκρουσης, από την Ιερουσαλήμ μπορεί να εκλαμβάνεται ως μια υπόθεση ασφάλειας που παραμένει ανολοκλήρωτη. Αυτή η διαφορά αντίληψης βρίσκεται στον πυρήνα της ρήξης», έγραψαν χαρακτηριστικά οι Times of Israel.
Η πρόκληση λοιπόν για τον Νετανιάχου είναι πολύ δύσκολη. Τόσο προσωπικά για την πολιτική του επιβίωση όσο και για τις σχέσεις της χώρας με τους συμμάχους.