Η σύγκρουση στην Ουκρανία και ο πόλεμος γύρω από το Ιράν γίνονται ολοένα και πιο αλληλένδετοι με το πέρασμα του χρόνου, σε τέτοιο βαθμό ώστε ορισμένοι αναλυτές να εκτιμούν πως οι δύο κρίσεις αρχίζουν να συγχωνεύονται. Παρότι παραμένει δύσκολο να προβλεφθεί με ακρίβεια το πώς η μία σύγκρουση θα επηρεάσει την άλλη, είναι ήδη σαφές ότι η μεταξύ τους διασύνδεση οδηγεί περισσότερες χώρες σε εμπλοκή, επεκτείνοντας ένα τόξο αστάθειας που εκτείνεται από την Ευρώπη έως τη Μέση Ανατολή.

Από την πλευρά της Ουκρανίας, η σύνδεση αυτή δεν αποτελεί κάτι νέο, καθώς η Ρωσία άρχισε να χρησιμοποιεί ιρανικά drones τύπου Shahed ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2022, επτά μήνες μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή που διέταξε ο Βλαντίμιρ Πούτιν. Ωστόσο, νέα διάσταση αποκτά η κατάσταση με την ανταπόδοση της Μόσχας προς την Τεχεράνη, καθώς αναφέρεται ροή πληροφοριών, στοχοποίησης και drones προς το Ιράν μετά την αμερικανο-ισραηλινή επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου.

Η πρόσφατη περιοδεία του Βολοντίμιρ Ζελένσκι στη Μέση Ανατολή ενίσχυσε περαιτέρω τη διασύνδεση των δύο συγκρούσεων, οδηγώντας σε συμφωνίες για την παροχή τεχνολογίας drones και αντι-drone, καθώς και εκπαίδευσης προς τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ, ενώ παράλληλα ξεκίνησαν συνομιλίες ασφάλειας με την Ιορδανία.

Ουκρανία

Οι δύο πόλεμοι συγκλίνουν και μέσω των παγκόσμιων αγορών ενέργειας, όπως αναφέρει σε ανάλυσή του ο Guardian. Η αρχική επίθεση στο Ιράν, σε συνδυασμό με την αντίδραση της Τεχεράνης να κλείσει τη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο μέσω των Στενών του Ορμούζ, οδήγησε σε αύξηση των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, γεγονός που ευνόησε τη Ρωσία. Η αυξημένη ζήτηση αποτέλεσε οικονομική «ανάσα» για τη Μόσχα, σε μια περίοδο που η οικονομία της δεχόταν πιέσεις, οδηγώντας την κυβέρνηση στην εγκατάλειψη σχεδίων για περικοπές στον προϋπολογισμό.

Σε μια προσπάθεια σταθεροποίησης της αγοράς, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ χαλάρωσε ορισμένους περιορισμούς στις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου, οι οποίοι είχαν επιβληθεί για να πιέσουν το Κρεμλίνο σχετικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Παράλληλα, ασιατικές χώρες που επηρεάστηκαν από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, όπως το Βιετνάμ, η Ταϊλάνδη, οι Φιλιππίνες, η Ινδονησία και η Σρι Λάνκα, στρέφονται πλέον στην αγορά ρωσικού πετρελαίου.

Στο πλαίσιο περιορισμού των κερδών της Ρωσίας, η Ουκρανία ενέτεινε τα πλήγματα σε ρωσικές ενεργειακές υποδομές. Σύμφωνα με εκτίμηση του Reuters, έως και το 40% της ικανότητας εξαγωγής πετρελαίου της Ρωσίας έχει τεθεί εκτός λειτουργίας μετά από μαζικές επιθέσεις με drones από την Ουκρανία.

Οι συγκρούσεις έχουν πλέον διασυνδεθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε τα γεγονότα σε ένα μέτωπο να επηρεάζουν άμεσα το άλλο, γεγονός που προκαλεί ανησυχία σε ευρωπαϊκές χώρες που επιδιώκουν να αποφύγουν την εμπλοκή σε μια ευρύτερη ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή. Ο Βρετανός υπουργός Άμυνας, Τζον Χίλεϊ, έκανε λόγο για «κρυφό ρόλο» του Πούτιν στις τακτικές drones του Ιράν, ενώ η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, τόνισε ότι «οι πόλεμοι αυτοί είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι».

Αντίθετα, η κυβέρνηση Τραμπ εμφανίζεται απρόθυμη να αναγνωρίσει αυτή τη σύνδεση, συνεχίζοντας να δείχνει ευνοϊκή μεταχείριση προς τη Μόσχα μέσω χαλάρωσης κυρώσεων, ακόμη και καθώς ενισχύονται τα στοιχεία για ρωσική υποστήριξη προς το Ιράν. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, υποστήριξε ότι ο ρόλος της Ρωσίας δεν επηρεάζει τις αμερικανικές επιχειρήσεις, ενώ η Χάνα Νότε από το James Martin Centre for Nonproliferation Studies σημείωσε ότι οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν να συνδέσουν τους δύο πολέμους.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι η Ουάσινγκτον ασκεί μεγαλύτερη πίεση στο Κίεβο για τις επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, παρά στη Μόσχα για την παροχή οπλισμού στο Ιράν. Σύμφωνα με τους Financial Times, ο Τραμπ απείλησε με διακοπή της παροχής όπλων προς την Ουκρανία, εάν οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι δεν βοηθήσουν στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.

Ο Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία έχει λάβει «σήματα» από εταίρους να περιορίσει τα πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις της Ρωσίας, ωστόσο ξεκαθάρισε ότι οι επιθέσεις θα συνεχιστούν όσο η Ρωσία στοχοποιεί την ουκρανική ενεργειακή υποδομή.

Την ίδια στιγμή, η αυξανόμενη εμπλοκή της Ρωσίας στην άμυνα του Ιράν ενδέχεται να δημιουργήσει νέες πιέσεις προς την πολιτική Τραμπ, ενώ για το Κρεμλίνο η υποστήριξη προς την Τεχεράνη αποτελεί ευκαιρία ανάκτησης γεωπολιτικής επιρροής μετά από απώλειες συμμάχων, όπως ο ανατραπείς ηγέτης της Συρίας, Μπασάρ αλ-Άσαντ, και ο Νικολάς Μαδούρο της Βενεζουέλας, ο οποίος συνελήφθη σε αμερικανική επιχείρηση.

Ο Ζελένσκι κατηγόρησε τη Μόσχα ότι παρείχε στο Ιράν πληροφορίες από δορυφορικές εικόνες πριν από επίθεση με drones και πυραύλους σε αμερικανικές δυνάμεις στη βάση Prince Sultan στη Σαουδική Αραβία, όπου τραυματίστηκαν 12 Αμερικανοί. Παράλληλα, υπάρχουν υποψίες ότι η Ρωσία αποστέλλει drones, πιθανώς τύπου Geran, μεταμφιεσμένα σε ανθρωπιστικές αποστολές.

Η εμπειρία της Ουκρανίας στη χρήση και αντιμετώπιση drones την έχει καταστήσει σημαντικό εταίρο για χώρες του Κόλπου, με τον Ζελένσκι να προωθεί την εξαγωγή τεχνολογιών χαμηλού κόστους και δοκιμασμένων στο πεδίο της μάχης. Το Κίεβο δεν προσφέρει μόνο αναχαιτιστικά συστήματα, αλλά και λογισμικό, ηλεκτρονικό πόλεμο και θαλάσσια drones, επιδιώκοντας να αναδειχθεί από αποδέκτης βοήθειας σε προμηθευτής.

Σύμφωνα με την Ορίσια Λουτσέβιτς από το Chatham House, η νέα αυτή δικτύωση ασφάλειας ενισχύει τη θέση της Ουκρανίας έναντι των ΗΠΑ, ενώ μπορεί να αποτελέσει σημαντική πηγή χρηματοδότησης για την αμυντική της βιομηχανία, σε μια περίοδο που τα κονδύλια της ΕΕ παραμένουν μπλοκαρισμένα από την Ουγγαρία.

Παρά την έντονη διασύνδεση, οι συγκρούσεις απέχουν ακόμη από το να εξελιχθούν σε παγκόσμιο πόλεμο, όπως εκτιμά ο καθηγητής Ουίλιαμ Σπάνιελ. Ωστόσο, η Φιόνα Χιλ από το Brookings Institution υποστηρίζει ότι, αν ληφθούν υπόψη οι σύγχρονες μορφές πολέμου, όπως οι κυβερνοεπιθέσεις και οι υβριδικές επιχειρήσεις, ένας τέτοιος πόλεμος ενδέχεται να βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.

Η ίδια προειδοποιεί ότι η έλλειψη πετρελαίου και λιπασμάτων μπορεί να επηρεάσει τη διεθνή σταθερότητα, ενώ παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο η Κίνα να εκμεταλλευτεί την αμερικανική αποστροφή για να κινηθεί εναντίον της Ταϊβάν. «Βρισκόμαστε μπροστά σε μια κατάσταση που θυμίζει τους τέσσερις καβαλάρηδες της Αποκάλυψης», σημείωσε χαρακτηριστικά, εκφράζοντας τον φόβο ότι ο κόσμος βαδίζει προς μια γενικευμένη κρίση χωρίς να το αντιλαμβάνεται.