Οι μυστικές διαβουλεύσεις που εκτυλίχθηκαν σε Ριάντ, Άγκυρα, Ισλαμαμπάντ και Μουσκάτ οδήγησαν σε μια θεαματική αναδίπλωση του Ντόναλντ Τραμπ έναντι του Ιράν, λίγες μόλις ώρες μετά το τελεσίγραφο για «εξαΰλωση» των ιρανικών υποδομών ενέργειας αν δεν άνοιγε άμεσα τα Στενά του Ορμούζ. Η ξαφνική στροφή του Λευκού Οίκου προς τη διπλωματία δεν έγινε στο κενό, αλλά παρήχθη μέσα από ένα πυκνό back‑channel παζάρι με αιγυπτιακές μυστικές υπηρεσίες, Σαουδάραβες, Τούρκους και Πακιστανούς μεσολαβητές, την ώρα που η Τεχεράνη απαιτεί εγγυήσεις μη επανάληψης επιθέσεων και αποζημιώσεις για τις καταστροφές.
Ξημερώματα Πέμπτης, οι υπουργοί Εξωτερικών Αιγύπτου, Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν συναντήθηκαν στο Ριάντ αναζητώντας «διπλωματική έξοδο κινδύνου» από τον πόλεμο στο Ιράν, μόνο που το πρώτο τους πρόβλημα ήταν πως… δεν είχαν με ποιον να μιλήσουν στην άλλη πλευρά, μετά τη δολοφονία από το Ισραήλ του μέχρι πρότινος βασικού διαύλου με τη Δύση, του επικεφαλής του ιρανικού Συμβουλίου Ασφαλείας, Αλί Λαριτζανί. Τελικά, οι Αιγύπτιοι κατάφεραν να ανοίξουν κανάλι με τους Φρουρούς της Επανάστασης, προτείνοντας μια δοκιμαστική πενθήμερη παύση των εχθροπραξιών ως «γέφυρα» προς μια συνολική εκεχειρία, κάτι που έθεσε το πλαίσιο για την ανατροπή των σχεδίων επίθεσης της Ουάσιγκτον.
Την ίδια ώρα, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στο Μαρ‑α‑Λάγκο της Φλόριντα, ο Τραμπ έδινε τελεσίγραφο 48 ωρών στην Τεχεράνη να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ, απειλώντας πως οι αμερικανικές δυνάμεις θα «εξαϋλώσουν» τους ιρανικούς ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς εάν δεν υπάρξει συμμόρφωση. Δύο ημέρες αργότερα, όταν οι αναφορές από τις αραβικές πρωτεύουσες έφτασαν στην Ουάσιγκτον, ο πρόεδρος έκανε θεαματική στροφή, ανέστειλε για πέντε ημέρες τα προαναγγελθέντα πλήγματα και μίλησε δημοσίως για «λογικούς και σοβαρούς» συνομιλητές στο ιρανικό καθεστώς, που μπορεί –όπως είπε– να ανοίξουν μια νέα σελίδα στις σχέσεις ΗΠΑ‑Ιράν.
Ο Τραμπ, το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ
Πυρήνας του παζαριού είναι τα Στενά του Ορμούζ, ο στενός θαλάσσιος διάδρομος από όπου περνά περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και τον οποίο η Τεχεράνη χρησιμοποιεί ως στρατηγικό μοχλό πίεσης απέναντι σε Ουάσιγκτον και συμμάχους. Οι αραβικές πρωτεύουσες πρότειναν τη δημιουργία μιας ουδέτερης επιτροπής διαχείρισης, που θα εγγυάται την ελεύθερη ναυσιπλοΐα για όλα τα πλοία, αίτημα που προσέκρουσε στην επιμονή των Φρουρών της Επανάστασης να επιβάλουν διόδια διέλευσης κατά τα πρότυπα του Σουέζ, κάτι που η Σαουδική Αραβία απέρριψε ως «παράδοση των κλειδιών» της ενεργειακής ασφάλειας στην Τεχεράνη.
Παρά την προσωρινή ανάσα, η εικόνα επί του πεδίου παραμένει εκρηκτική: η Τεχεράνη μετρά βαριές καταστροφές από κοινά αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα, πολυκατοικίες έχουν ισοπεδωθεί και το καθεστώς κινητοποιεί φιλοκυβερνητικά συλλαλητήρια για να δείξει ότι «αντέχει» την πίεση. Το Ιράν, με νέο ανώτατο ηγέτη τον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, που έχασε πατέρα, σύζυγο και αδελφή σε αεροπορικές επιδρομές, απαιτεί ως προϋπόθεση κάθε συμφωνίας ρητές δεσμεύσεις ΗΠΑ‑Ισραήλ ότι δεν θα επαναλάβουν επιθέσεις, καθώς και αποζημιώσεις για τις πολεμικές ζημιές, την ώρα που η Ουάσιγκτον συνεχίζει να ζητά αποπυρηνικοποίηση, παύση του πυραυλικού προγράμματος και τερματισμό της στήριξης σε παραστρατιωτικούς proxies.
Στο μεταξύ, οι αγορές αντέδρασαν με ανακούφιση στην «πενθήμερη ανάσα» που ανακοίνωσε ο Τραμπ: οι δείκτες Dow Jones και S&P 500 κατέγραψαν την ισχυρότερη ημερήσια άνοδο από τις αρχές Φεβρουαρίου, ενώ το Brent βούτηξε κατά 11% κάτω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, στο χαμηλότερο επίπεδο από τις 11 Μαρτίου. Για τον Λευκό Οίκο, που βλέπει τη Γουόλ Στριτ να πληρώνει το κόστος ενός πολέμου φθοράς με το Ιράν, η διπλωματική διέξοδος λειτουργεί και ως εργαλείο εσωτερικής πολιτικής διαχείρισης, έστω κι αν η ίδια η ιρανική ηγεσία απορρίπτει δημοσίως ότι διεξάγονται διαπραγματεύσεις.
Το back‑channel Τραμπ – Ιράν
Πίσω από τις κάμερες, Αίγυπτος, Κατάρ, Ομάν, Γαλλία και Βρετανία ξεδιπλώνουν ένα περίπλοκο πλέγμα παρασκηνιακών διαύλων, με μια από τις προτάσεις να θέλει το Πακιστάν να φιλοξενεί εντός της εβδομάδας συνάντηση υψηλού επιπέδου ανάμεσα σε Αμερικανούς και Ιρανούς αξιωματούχους. Στο τραπέζι για την αμερικανική πλευρά βρίσκονται τα ονόματα των ειδικών απεσταλμένων Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, ενώ εάν υπάρξει προοπτική συμφωνίας δεν αποκλείεται –σύμφωνα με αμερικανικές πηγές– να μεταβεί και ο αντιπρόεδρος Τζ.Ντ. Βανς, τη στιγμή που η ιρανική σκέψη περιστρέφεται γύρω από τον υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί ή ακόμη και τον πρόεδρο της Βουλής Μοχαμάντ‑Μπακέχ Γκαλιμπάφ.
Παρότι ο Τραμπ δηλώνει ότι «συνομιλεί» με έναν υψηλόβαθμο Ιρανό αξιωματούχο «ευυπόληπτο στην Τεχεράνη» τον οποίο δεν ονομάζει για λόγους ασφαλείας, η δημόσια γραμμή της ιρανικής ηγεσίας είναι συγκρουσιακή: ο Γκαλιμπάφ ξεκαθαρίζει ότι «δεν έχουν υπάρξει διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ» και κατηγορεί Ουάσιγκτον και Ισραήλ ότι χρησιμοποιούν τις φήμες περί συνομιλιών για να χειραγωγούν αγορές πετρελαίου και χρηματιστήρια και να «δραπετεύσουν από το βάλτο» στον οποίο έχουν εγκλωβιστεί. Αμερικανοί αναλυτές, όπως η Νικόλ Γκράγεφσκι του Carnegie Endowment, εκτιμούν πάντως ότι ο 64χρονος Γκαλιμπάφ, πρώην σκληροπυρηνικός διοικητής των Φρουρών αλλά και πραγματιστής από τη θητεία του ως δήμαρχος Τεχεράνης, είναι από τους ελάχιστους που διαθέτουν επαρκή νομιμοποίηση στο σκληρό πυρήνα του καθεστώτος ώστε να περάσουν μια συμφωνία με τον Τραμπ, σύμφωνα με τη Wall Street Journal.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ συνεχίζουν να ενισχύουν τη στρατιωτική τους παρουσία, στέλνοντας δύο Marine Expeditionary Units –περίπου 2.200‑2.500 πεζοναύτες η καθεμία σε τρία πολεμικά πλοία– στην ευρύτερη περιοχή, την ώρα που ο Βανς έχει ήδη επικοινωνήσει με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου και ο Τραμπ μίλησε με τον αρχηγό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων Άσιμ Μουνίρ. Ακόμη κι αν επιτευχθεί συμφωνία, η συζήτηση θα μετατοπιστεί στο «τι κέρδισε» πραγματικά η Ουάσιγκτον πέρα από την καταστροφή μεγάλου μέρους των ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων, αφού η Τεχεράνη εξακολουθεί να ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ και να έχει πρόσβαση σε πυρηνικό υλικό θαμμένο βαθιά κάτω από τα ερείπια.