Δικηγόρος, συγγραφέας και πλέον στιχουργός, ο Παναγιώτης Χ. Βούρος έχει χαράξει μια σταθερή πορεία στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, υπηρετώντας εδώ και περισσότερα από δέκα χρόνια τον πεζό λόγο. Γεννημένος στην Αθήνα και μεγαλωμένος στην Καλαμάτα, είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου. Στη συγγραφική του διαδρομή ξεχωρίζουν οι συλλογές διηγημάτων «Οι πλείστοι άνθρωποι κακοί» (2014), «Δεκατρία και μισό» (2020) και τα μυθιστορήματα «Ο κόσμος του κοσμάκη» (2017), και «ΤάSOS από Κίεβο» (2025). Έχει τιμηθεί με σημαντικές διακρίσεις και βραβεία σε πεζογραφία, ποίηση και θεατρική γραφή.
Με αφορμή τη νέα του ποιητική συλλογή «Παραξενιά – Άηχα κι ακοινώνητα στιχουργήματα», ο Παναγιώτης Βούρος κάνει ένα διαφορετικό δημιουργικό βήμα, μεταφέροντας τις ιστορίες του από την πεζογραφία στη λυρική έκφραση. Μέσα από τους στίχους του μιλά για τον άνθρωπο, τον έρωτα, τις πληγές, την ανάγκη να παραμείνουμε αυθεντικοί και να υπερασπιστούμε όσα η σύγχρονη εποχή συχνά θεωρεί περιττά: το όνειρο, το ιδανικό και την εσωτερική ελευθερία. Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου, μιλά στο Newsbeast για τη δημιουργία, τη λογοτεχνία και όλα εκείνα που εξακολουθούν να μας κρατούν αληθινούς.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα της συλλογής «Παραξενιά» και τι συμβολίζει ο τίτλος της;
Η «Παραξενιά» είναι τόσο μια άηχη μετακίνηση των λέξεών μου από το διήγημα, τη νουβέλα και το μυθιστόρημα –τα οποία υπηρετώ εδώ και πολλά χρόνια– προς τη μελωδική τους ανάγκη, όσο και ένα προσωπικό «χρέος» απέναντι στα χιλιάδες ομοιοκατάληκτα που παρέμεναν για χρόνια κλεισμένα στο συρτάρι μου.
Ίσως κάποια εσωτερική ρωγμή ξεκλείδωσε αυτό το συρτάρι. Έτσι, με έναν παράξενο τρόπο, μείωσα την απόσταση του αφηγητή και κατέθεσα το τραύμα και την εμπειρία μου σε έναν πιο προσωπικό ρυθμό. Η «Παραξενιά» εξακολουθεί να αφηγείται ιστορίες μέσα από τη σύντομη λυρική φόρμα του στιχουργήματος , συναντώντας ανθρώπους που εξακολουθούν να πιστεύουν σε όσα η εποχή μας μοιάζει να έχει εγκαταλείψει: στον έρωτα, στο όνειρο, στο ιδανικό, στην έγνοια για τον άλλον.

Ως δικηγόρος, συγγραφέας και στιχουργός, πώς συνυπάρχουν αυτές οι τρεις ιδιότητες στην καθημερινότητά σας;
Η καθημερινότητα είναι μια άπειρη λέξη. Μέσα στον κύκλο μίας ημέρας – ζωής ασκώ τη δικηγορία ως μέσο βιοπορισμού και, όταν πέσει ο ήλιος, αναπνέω μέσα από τη συγγραφή. Η θέα που αναζητώ βρίσκεται στο σκοτάδι των λέξεων μου. Για να φτάσω όμως ως εκεί, χρειάζομαι τη σταθερότητα που μου προσφέρει η επιστήμη μου. Αυτή η διπλή διαδρομή είναι που με μεταμορφώνει καθημερινά.
Ποια είναι τα θέματα που διατρέχουν σταθερά το έργο σας;
Με ενδιαφέρει πάντα ο άνθρωπος. Εκείνος που, στην προσπάθειά του να συμβαδίσει με την εποχή, ξέχασε ποιος πραγματικά είναι και συμβιβάστηκε. Μέσα από τις ιστορίες μου αναζητώ εκείνον που θα τολμήσει να υπερασπιστεί τα όνειρά του, ακόμη κι αν χρειαστεί να πληρώσει το τίμημα.
Γράφω για τον πόλεμο, τον έρωτα, την ευθύνη και τη συνείδηση, έχοντας πάντοτε στο επίκεντρο τον άνθρωπο όπως είναι, όπως τον γνωρίζω ή όπως θα ήθελα να γίνει.
Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί ακόμη να αποτελέσει έναν ουσιαστικό τρόπο επικοινωνίας σε μια εποχή που όλα κινούνται με μεγάλη ταχύτητα;
Αν η σκέψη γεννά την απόφαση, τότε ο προβληματισμός, ο συμβολισμός και οι ιδέες που κατοικούν στα βιβλία δεν αντικαθιστούν πάντοτε το γρήγορο με το ουσιαστικό; Η λογοτεχνία συνεχίζει να τρέφει έναν ελεύθερο διάλογο ανάμεσα στον συγγραφέα και στον αναγνώστη. Και μόνο αυτό αποτελεί ήδη την απάντηση.

Αν ένα από τα στιχουργήματα της συλλογής γινόταν τραγούδι, ποιο θα επιλέγατε;
Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο. Κάθε στιχούργημα της «Παραξενιάς» αφηγείται τη διαδρομή μιας πληγής. Άλλοτε κυριολεκτικά, άλλοτε αλληγορικά, άλλοτε με καταστροφική ένταση και άλλοτε με την ειρήνη που απέμεινε.
Αν έπρεπε να δώσω μια απάντηση, θα έλεγα το «Μακάρι». Ίσως επειδή εκφράζει καλύτερα αυτόν τον προσωρινό χρόνο μέσα στον οποίο όλοι αναζητούμε κάτι πιο μόνιμο.
Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης όταν κλείσει το βιβλίο;
Θα ήθελα να έχει τολμήσει να πλησιάσει τον δικό μου γκρεμό, αλλά κυρίως να αναζητήσει τον δικό του δρόμο. Να αγκαλιάσει την επιθυμία του, να ακολουθήσει τον προσωπικό του ορίζοντα και να αρνηθεί τις τσιμεντένιες συμβάσεις των αμέτρητων «πρέπει».
Θα ήθελα να κλείσει την «Παραξενιά» έχοντας γίνει λίγο πιο… παράξενος.
Υπήρξε κάποιος δημιουργός που επηρέασε καθοριστικά τη συγγραφική σας πορεία;
Διαβάζω πολύ, τόσο κλασική ελληνική όσο και ξένη λογοτεχνία, με ιδιαίτερη αδυναμία στους Ρώσους συγγραφείς αλλα και στον Κάφκα.
Δεν θα έλεγα όμως πως επηρεάζομαι τεχνικά ή πως επιχειρώ να τους μοιάσω. Αν αυτή η άρνηση μοιάζει με κομπορρημοσύνη, ας θεωρηθεί ταυτόχρονα και μια βαθιά υπόκλιση απέναντί τους.
Τι σημαίνει για εσάς δημιουργία; Είναι περισσότερο έμπνευση ή πειθαρχία;
Η δημιουργία είναι το απείθαρχο, ολοδικό μου βαρκάκι που ταξιδεύει στο σκοτάδι, στο φως και στο αίμα κάθε ιστορίας μέχρι να φτάσουμε μαζί στη λύτρωση αλλά και στην απώλεια.
Δεν λειτουργεί με πρόγραμμα. Κάθε ιστορία με αλλάζει πριν ακόμη την ολοκληρώσω. Περιηγούμαι στις λέξεις και στις έννοιες και, μέσα από αυτή την περιπλάνηση, μεταμορφώνομαι.
Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;
Αυτή την περίοδο απολαμβάνω την πιθανότητα η «Παραξενιά» να αποκτήσει και μια μουσική εκδοχή.
Όσο για το επόμενο βιβλίο, κανείς δεν γνωρίζει ακόμη τον λογοτεχνικό κόσμο που περιμένει να γεννηθεί. Ούτε εγώ. Απλώς ελπίζω να με καλέσει σύντομα να τον επισκεφθώ με το μολύβι μου.