Έργα τέχνης σε τοίχους δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, μηνύματα και κριτική που ενίοτε λαμβάνει διαστάσεις οργής σε στενά σοκάκια και πολυσύχναστα μέρη μιας πόλης ή βεβήλωση και φθορά ξένης και δημόσιας ιδιοκτησίας;

Ρεπορτάζ: Νίκη Παπάζογλου

Όπως και να ‘χει, η τέχνη του εφήμερου, ή αλλιώς η τέχνη του δρόμου, σε κάθε μορφή της, κατακλύζει τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο τον αστικό πολεοδομικό ιστό και εγείρει συζητήσεις εξετάζοντας ένα και μόνο ερώτημα: πρόκειται για τέχνη ή για βανδαλισμό;

Ιστορική Αναδρομή

Σε μια προσπάθεια ιστορικής αναδρομής αυτής της ιδιαίτερης μορφής τέχνης μπορούμε να αναφέρουμε σαν εναρκτήρια δεκαετία το 1960,όπου το γκράφιτι χρησιμοποιήθηκε είτε από πολιτικούς ακτιβιστές με σκοπό να δημοσιοποιήσουν τις δηλώσεις τους, είτε από συμμορίες του δρόμου με σκοπό να διαχωρίσουν τις περιοχές που είχαν υπό τον έλεγχό τους. Ως υπόγειο κίνημα άνθισε στη Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών και στην Πενσυλβανία.

Δέκα περίπου χρόνια αργότερα, το 1971, οι New York Times κάνουν λόγο για τους κανούργιους καλλιτέχνες του δρόμου στην περιοχή του Washington Heights του Manhattan, φωτογραφίζοντας έναν από τους ανήλικους εκπροσώπους του κινήματος, ονόματι TAKI183 και τα έργα του.

Έκτοτε πολλές ήταν οι φορές που η τέχνη και τα έργα των καλλιτεχνών του δρόμου αντιμετωπίστηκαν με διθυραμβικές κριτικές ή παρομοιάστηκαν, και σε μερικές περιπτώσεις εξισώθηκαν, με πίνακες επώνυμων αναγνωρισμένων ζωγράφων. Τρανό παράδειγμα αυτό του Νόρμαν Μέιλερ όπου ήδη από το ’74 στο βιβλίο του «The faith of graffiti» ισχυρίζεται πως τα γκράφιτι στους δρόμους της Νέας Υόρκης είναι αντίστοιχης καλλιτεχνικής αξίας με τους πίνακες του Τζιότο, που σημάδεψαν την Αναγέννηση.

Στη σύγχρονη ιστορία της άλλωστε, η τέχνης του δρόμου χαίρει σε αρκετές περιπτώσεις ευρείας αποδοχής και έχει φιλοξενηθεί από φημισμένες γκαλερί, όπως η Tate Modern του Λονδίνου, την ίδια ώρα που ο πιο δημοφιλής καλλιτέχνης του δρόμου, Banksy, βλέπει με ικανοποίηση τα «αντάρτικα» του να πουλιούνται στο ebay, σε δημοπρασίες, ή και σε γκαλερί, για χιλιάδες δολάρια.

Στην περίπτωση της Ελλάδας το γκράφιτι εμφανίστηκε τη δεκαετία του ’80 αρχικά με πολύχρωμα σχέδια και μηνύματα πάνω στα βαγόνια του ηλεκτρικού και των τρένων. Η ελληνική κοινωνία τότε, αντιμετώπισε το θέμα κάπως επιφυλακτικά χωρίς να δώσει ιδιαίτερη έκταση. Βέβαια από τότε μέχρι σήμερα εξαπλώθηκε τόσο που σήμερα καταλαμβάνει μεγάλη μερίδα των κτιρίων των πόλεων, χωρίς να αποτελεί όμως έκφραση του περιθωρίου όπως για παράδειγμα στα αστικά γκέτο των ΗΠΑ.

Στα γεωγραφικά όρια της δικής μας χώρας οι γκραφιτάδες, των οποίων η ηλικία ποικίλλει, ανήκοντας στην αστική ακόμα και μεγαλοαστική τάξη, πειραματίζονται με ένα ακριβό σπορ. Ο λόγος εξάσκησης αυτής της επαναστατικής τέχνης σύμφωνα με εκείνους, είναι η δυνατότητα αναδιαμόρφωσης ίσως και βελτίωση του γκρίζου αστικού τοπίου που προσφέρει, ασχέτως αν η αναδιαμόρφωση αυτή γίνεται χωρίς συγκεκριμένη ταυτότητα και συνθέστερα με παράνομο τρόπο. Άλλωστε όπως οι εκφραστές του δηλώνουν, η αμφισβήτηση και η ανυπακοή με την οποία έχει συνδεθεί αποτελεί από μόνη της κίνητρο.

Διχογνωμία όμως παρουσιάζεται και όσον αφορά την αποδοχή της εν λόγω τέχνης από την κοινή γνώμη. Μερίδα της κοινής γνώμης πρεσβεύει πως οι καλλιτέχνες του δρόμου συμβάλλουν στο να μετατραπούν οι γειτονιές σε εστίες καλλιτεχνικής δημιουργία. Στον αντίποδα όμως δεν είναι λίγοι κι εκείνοι που κάνουν λόγο για βανδαλισμό και φθορά ξένης ιδιοκτησίας, ειδικά στις περιπτώσεις που τα «έργα τέχνης» του δρόμου στερούνται αδειοδότησης, ενώ απαιτούν  ισχυροποίηση του νομικού πλαισίου και υιοθέτηση αυστηρότερων ποινών, παρόμοιες με εκείνες του εξωτερικού.

Νομικό Πλαίσιο

Με βάση την κείμενη ελληνική νομοθεσία, το γκράφιτι άνευ αδειοδότησης, θεωρείται αξιόποινη πράξη και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 381, 382, 383 του ποινικού κώδικα, όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένη περιουσία τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Αν η φθορά είναι ευτελούς αξίας ή ελαφρά, ο υπαίτιος τιμωρείται με κράτηση έως έξι 6 μήνες ή με πρόστιμο που μπορεί να φτάσει και τις 3.000 ευρώ. Βέβαια για την περίπτωση που υπάρχει φθορά ξένης και όχι κρατικής ιδιοκτησίας, η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του παθόντος, δηλαδή του ιδιοκτήτη. Αν και οι ελληνικές ποινές στο άκουσμά τους φαντάζουν ακριβές η σύγκρισή τους τις αντίστοιχες ξένων χώρων είναι ελαστικότερες.



Στην περίπτωση της Γηραιάς Αλβιώνας, της χώρας που γέννησε τον Banksy, η δημιουργία καλλιτεχνημάτων σε τοίχους, άνευ αδειοδότησης, αντιμετωπίζεται σαν εγκληματική πράξη και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως και 10χρόνια εάν το κόστος της φθοράς υπερβαίνει τις 5.000 λίρες. Βέβαια για γκράφιτι μικρού κόστους οι αρμόδιες αρχές συνήθως επιβάλουν πρόστιμα της τάξης των 50 λιρών τα οποία έχουν και τη μορφή σύστασης.

Ποινές και πρόστιμα όμως, εκτός από τους δημιουργούς αντιμετωπίζουν και οι καταστηματάρχες που πουλάνε σπρέι σε ανήλικους, αφού αν διαπιστωθεί πώληση καλούνται να πληρώσουν έως και 80 λίρες.

Παρόμοια παρατηρείται η νομοθεσία και στην περίπτωση της μακρινής Αυστραλίας σε περίπτωση που ζωγραφίζεις σε τοίχους χωρίς την άδεια του ιδιοκτήτη ή του τοπικού συμβουλίου στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει η περιοχή. Τότε το πρόστιμο μπορεί να ανέλθει έως και τις 5.000 δολάρια ενώ η ποινή φυλάκισης φτάνει και τους 12 μήνες. Για δημόσιους χώρους, μνημεία ή και χώρους λατρείας, οι ποινές είναι κατάτι αυστηρότερες, ενώ οι καταστηματάρχες που πωλούν σε ανήλικους σπρέι μπορεί να κληθούν να καταβάλουν πρόστιμο έως και 1.100 δολάρια.



Για την περίπτωση της Αυστραλίας άλλωστε η κυβέρνηση σχεδιάζει να εφαρμόσει και άλλες πρακτικές αποφυγής της δημιουργίας γκράφιτι, όπως τα αναρριχώμενα φυτά και οι έντονες αποχρώσεις των τοίχων των δημόσιων κτιρίων, ανθεκτικές στον βανδαλισμό. Απώτερος στόχος άλλωστε δεν είναι μόνο η βελτίωση του αστικού τοπίου αλλά και η εξοικονόμηση των πόρων για δαπανώνται για την αποκατάσταση των βανδαλισμών οι οποίοι υπολογίζονται περίπου στα 100 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο.

Παρόμοιο νομοθετικό πλαίσιο παρουσιάζουν και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Με βάση αυτό μάλιστα επιτρέπεται η σύλληψη ατόμου που απλά κουβαλάει σπρέι, ενώ στη δικαιοδοσία κάθε δημάρχου εναπόκειται και ο ορισμός αμοιβής έως 500 δολάρια για όσους προσφέρουν πληροφορίες που οδηγούν στο δημιουργό κάποιου γκράφιτι σε δημόσιο χώρο. Αν ο δημιουργός συλληφθεί το χρηματικό πρόστιμο μπορεί να κυμανθεί από 145 έως 1.500 δολάρια.

Οι καλλιτέχνες του δρόμου

Παρά τις ποινές και τους κινδύνους που πολλές φορές συνοδεύουν ένα τέτοιο εγχείρημα, οι δημιουργοί του δηλώνουν «αμετανόητοι» χωρίς πρόθεση να περιορίσουν το έργο τους.

Ο Γιώργος, που για ευνόητους λόγους δεν θέλει να αναφερθεί το πλήρες όνομά του, είναι λίγο πριν τα 30 και τα τελευταία χρόνια ζωγραφίζει τους δρόμους με έναν ακόμα φίλο, 35 ετών. Η ομάδα τους φέρει την υπογραφή MamboTeam και έχει ζωγραφίσει στους τοίχους της πρωτεύουσας και με και άνευ αδειοδότησης.



Παρόλο που γνωρίζει το νομικό πλαίσιο και αρκετές φορές έχει κινδυνέψει να συλληφθεί, δεν δείχνει πρόθυμος να σταματήσει αφού σύμφωνα με τον ίδιο η τέχνη του δρόμου είναι εδώ για να ομορφύνει το αστικό τοπίο και να επικοινωνήσει ένα κάποιο μήνυμα στο ευρύ κοινό.

Αντίθετος σε όλους εκείνους που αποφασίζουν να μετατρέψουν κάποιο εθνικό μνημείο σε καμβά της όποιας τέχνης τους, συμμερίζεται την άποψη της βεβήλωσης μόνο για τέτοιου είδους περιπτώσεις. Παράλληλα στέκεται επιφυλακτικός απέναντι σε αυτούς που παραβιάζουν τον νόμο περί φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και όχι μόνο, ζωγραφίζοντας σε τρένα και σιδηροδρομικές διαβάσεις διακινδυνεύοντας ταυτόχρονα τη ζωή τους.



«Γνώριζα ένα παιδί που σκοτώθηκε στη προσπάθειά του να κάνει γκράφιτι σε τρένο. Δυστυχώς σε ορισμένες περιπτώσεις τα όρια ξεπερνιούνται. Βέβαια το γκράφιτι είναι γενικότερα επικίνδυνο. Θυμάμαι μια φορά που ζωγραφίζαμε σε μια υπόγεια γέφυρα και πλημμύρισε όταν ξέσπασε καταιγίδα. Έβρεξε τόσο πολύ που εγκλωβιστήκαμε, παραλίγο να πνιγούμε. Πιστεύω όμως πως η έννοια του παράνομου και η έννοια του κινδύνου που εμπεριέχει η τέχνη του δρόμου είναι αυτό ακριβώς που έλκει τους οπαδούς και τους εκφραστές της».
 
Σε μια προσπάθεια να μας εξηγήσει τους λόγους που το κάνει παρά τους κινδύνους που το συνοδεύουν ο Γιώργος χαρακτηρίζει την τέχνη του δρόμου ως τρόπο έκφρασης και ως χόμπυ και μάλιστα ακριβό.

«Ένα σπρέυ κοστίζει 4 με 5 ευρώ. Αν αναλογιστείς πως για να κάνεις ένα γκράφιτι σε έναν τοίχο χρειάζεσαι 6 σπρέι το κόστος ανεβαίνει στα 30 ευρώ».



Όσον αφορά στην επιλογή του «καμβά» , μας πληροφορεί πως για τα περισσότερα έργα του δρόμου επιλέγονται τοίχοι οι οποίοι είναι ήδη γραμμένοι. «Δεν θα δούμε ένα φρεσκοβαμμένο τοίχο και θα πάμε να γράψουμε εκεί. Χωρίς βέβαια αυτό να είναι απαράβατος κανόνας ο οποίος εφαρμόζεται από όλους ανεξαιρέτως. Συνήθως προτιμούμε υπόγειες διαβάσεις ή γέφυρες, εγκαταλελειμμένα κτίρια, ή χώρους που άτυπα έχουν νομιμοποιηθεί. Ο χώρος όμως δεν είναι  ιδιαίτερο μέλημά μας. δεν μας απασχολεί το να είναι σε κεντρικό σημείο, ίσως το αντίθετο φροντίζουμε. Η λογική των περισσότερων καλλιτεχνών του δρόμου ευθυγραμμίζεται με την αισθητική του εφήμερου αλλά και εναρμονισμένου έργου στο αστικό τοπίο όπου φιλοξενείται, οπότε τέτοια κριτήρια επιλογής δεν μας απασχολούν» συμπληρώνει ενώ ετοιμάζεται να απευθύνει το επόμενο μήνυμα του στην κοινωνία με ένα σπρέυ…