Η αγορά κατοικίας απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από τις οικονομικές δυνατότητες των ελληνικών νοικοκυριών. Οι υψηλές τιμές κρατούν τους υποψήφιους αγοραστές σε θέση άμυνας, οι ιδιοκτήτες εξακολουθούν να έχουν το πάνω χέρι, ενώ οι προσδοκίες για νέες ανατιμήσεις στα ακίνητα ενισχύονται. Την ίδια ώρα, η ανησυχία για την πορεία των επιτοκίων και η αβεβαιότητα για τα εισοδήματα δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα στην αγορά κατοικίας, με τα νοικοκυριά να εμφανίζονται ολοένα και πιο επιφυλακτικά για το μέλλον.
Την εικόνα αυτή αποτυπώνει η νέα έρευνα της Τράπεζας Πειραιώς για τον Δείκτη Στεγαστικού Κλίματος, η οποία καταγράφει τις αντιλήψεις και τις προσδοκίες των ελληνικών νοικοκυριών για την αγορά ακινήτων έως και το τρίτο τρίμηνο του 2026.

Τα ευρήματα αποκαλύπτουν μια αγορά δύο ταχυτήτων. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι ιδιοκτήτες ακινήτων, οι οποίοι εξακολουθούν να επωφελούνται από τις υψηλές τιμές πώλησης. Από την άλλη, οι υποψήφιοι αγοραστές βλέπουν την απόκτηση στέγης να γίνεται ολοένα και δυσκολότερη, καθώς οι τιμές των κατοικιών παραμένουν υψηλές σε σχέση με τις οικονομικές τους δυνατότητες.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 60%-70% των νοικοκυριών χαρακτηρίζει σταθερά την περίοδο «καθόλου ευνοϊκή» για αγορά κατοικίας, ενώ οι θετικές απαντήσεις παραμένουν οριακές. Η απαισιοδοξία δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά εμφανίζεται παγιωμένη σε ολόκληρη την περίοδο της έρευνας, η οποία ξεκίνησε το τελευταίο τρίμηνο του 2023.
Στα χαμηλότερα επίπεδα το στεγαστικό κλίμα
Το τρίτο τρίμηνο του 2026 ο Δείκτης Στεγαστικού Κλίματος υποχώρησε στις 43,6 μονάδες, καταγράφοντας τη χαμηλότερη επίδοση από την έναρξη της έρευνας και τη μεγαλύτερη ετήσια πτώση, κατά 2,2 μονάδες. Πρόκειται για επίπεδο σημαντικά χαμηλότερο από το όριο των 50 μονάδων που διαχωρίζει τις θετικές από τις αρνητικές προσδοκίες.
Η επιδείνωση αποδίδεται κυρίως στις αυξανόμενες ανησυχίες για τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων και στις πιο συγκρατημένες εκτιμήσεις των νοικοκυριών για την τρέχουσα και τη μελλοντική οικονομική τους κατάσταση.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικός είναι ο επιμέρους δείκτης που αποτυπώνει κατά πόσο η σημερινή περίοδος θεωρείται κατάλληλη για αγορά κατοικίας. Το τρίτο τρίμηνο του 2026 διαμορφώθηκε μόλις στις 12,8 μονάδες, αντανακλώντας τη βαθιά δυσπιστία των νοικοκυριών απέναντι στις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά.

Οι πωλητές έχουν το πάνω χέρι
Σύμφωνα με την έρευνα, το 40%-45% των ερωτηθέντων θεωρεί την περίοδο πολύ ή αρκετά ευνοϊκή για πώληση κατοικίας. Ο σχετικός δείκτης κινείται κοντά στο όριο των 50 μονάδων, επιβεβαιώνοντας ότι η ελληνική κτηματαγορά εξακολουθεί να λειτουργεί περισσότερο προς όφελος όσων διαθέτουν ακίνητα προς πώληση παρά όσων επιθυμούν να αποκτήσουν κατοικία. Η διαφορά αυτή συνδέεται με τις υψηλές τιμές, οι οποίες λειτουργούν ευνοϊκά για τους πωλητές αλλά αποτρεπτικά για τους αγοραστές.
Παρά τη δυσκολία απόκτησης κατοικίας, τα νοικοκυριά δεν περιμένουν να υποχωρήσουν οι τιμές των ακινήτων. Αντίθετα, η συντριπτική πλειονότητα εκτιμά ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να αυξάνονται τους επόμενους δώδεκα μήνες. Μάλιστα, το τρίτο τρίμηνο του 2026 ο Δείκτης Προσδοκιών Τιμών Κατοικίας εκτινάχθηκε στις 74,1 μονάδες, σημειώνοντας την υψηλότερη επίδοση από την έναρξη της έρευνας.
Αρνητικό είναι το κλίμα και για το κόστος των στεγαστικών δανείων. Ο Δείκτης Προσδοκιών Επιτοκίων υποχώρησε στις 28,8 μονάδες το τρίτο τρίμηνο του 2026, στη χαμηλότερη τιμή της εξεταζόμενης περιόδου, αποτυπώνοντας την εντεινόμενη ανησυχία για την πορεία των επιτοκίων.
Η μεγαλύτερη ανατροπή καταγράφεται στις προσδοκίες για τα εισοδήματα. Ο δείκτης μελλοντικής εισοδηματικής κατάστασης, ο οποίος βρισκόταν σταθερά σε θετικό έδαφος, υποχώρησε στις 46,9 μονάδες το τρίτο τρίμηνο του 2026, σημειώνοντας ετήσια πτώση 8,8 μονάδων. Αντίστοιχα, ο δείκτης τρέχουσας εισοδηματικής κατάστασης περιορίστηκε στις 49,3 μονάδες, περνώντας και αυτός κάτω από το όριο των 50 μονάδων. Η γεωπολιτική αβεβαιότητα, η ενεργειακή ανασφάλεια και οι πληθωριστικές πιέσεις εκτιμάται ότι επιβαρύνουν το οικονομικό κλίμα, επηρεάζοντας τις αποφάσεις των νοικοκυριών για την απόκτηση κατοικίας.