Ιστορία έγραψε η Κέισα Λανς Μπότομς, η οποία κέρδισε τις εκλογές για την ανάδειξη κυβερνήτη στην Τζόρτζια, επικρατώντας του Ρεπουμπλικανού επιχειρηματία Ρικ Τζάκσον. Η 56χρονη Δημοκρατική έγινε η πρώτη μαύρη γυναίκα που εκλέγεται κυβερνήτης αμερικανικής πολιτείας, ενώ παράλληλα εξασφάλισε για το κόμμα της μια νίκη που είχε να καταγραφεί στην Τζόρτζια από το 1998.
Η επικράτησή της έβαλε τέλος σε περισσότερες από δύο δεκαετίες κυριαρχίας των Ρεπουμπλικανών στο συγκεκριμένο αξίωμα. Η Μπότομς θα διαδεχθεί τον Μπράιαν Κεμπ, ο οποίος δεν είχε δικαίωμα να διεκδικήσει τρίτη συνεχόμενη θητεία.
Η νίκη της αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη η οικονομική ανισορροπία της προεκλογικής αναμέτρησης. Ο αντίπαλός της, δισεκατομμυριούχος και ιδρυτής της εταιρείας Jackson Healthcare, διέθεσε περισσότερα από 200 εκατομμύρια δολάρια από την προσωπική του περιουσία για την υποψηφιότητά του, χωρίς τελικά να καταφέρει να επικρατήσει.
Από δικαστής και δημοτική σύμβουλος, δήμαρχος της Ατλάντα
Η Κέισα Λανς Μπότομς γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1970 στην Ατλάντα, την πόλη όπου μεγάλωσε και ξεκίνησε την επαγγελματική της σταδιοδρομία. Είναι κόρη του γνωστού τραγουδιστή της σόουλ και της R&B Μέιτζορ Λανς και της Σίλβια Ρόμπινσον.
Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Florida A&M και στη συνέχεια απέκτησε πτυχίο Νομικής από το Georgia State University.
Πριν ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική, εργάστηκε ως εισαγγελέας, ασχολήθηκε με υποθέσεις ανηλίκων και το 2002 ανέλαβε δικαστικά καθήκοντα.

Το 2009 εξελέγη στο δημοτικό συμβούλιο της Ατλάντα, εξασφαλίζοντας νέα θητεία το 2013. Το επόμενο μεγάλο βήμα ήρθε το 2017, όταν κέρδισε τις δημοτικές εκλογές και ανέλαβε καθήκοντα δημάρχου τον Ιανουάριο του 2018.
Παρέμεινε επικεφαλής της δημοτικής αρχής έως το 2022, αντιμετωπίζοντας στη διάρκεια της θητείας της την πανδημία του κορονοϊού, τις οικονομικές συνέπειές της και τις κοινωνικές αναταραχές που ακολούθησαν τις δολοφονίες των Τζορτζ Φλόιντ και Ρέισαρντ Μπρουκς από αστυνομικούς το 2020.
Η διαχείριση των διαδηλώσεων και τα ζητήματα δημόσιας ασφάλειας αποτέλεσαν αντικείμενο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, με τους Ρεπουμπλικανούς να επαναφέρουν την περίοδο εκείνη στην προεκλογική εκστρατεία του 2026.
Η συνεργασία με τον Τζο Μπάιντεν και η παρουσία στον Λευκό Οίκο
Η πολιτική της δραστηριότητα δεν περιορίστηκε στην τοπική αυτοδιοίκηση. Μετά την αποχώρησή της από τη δημαρχία, εντάχθηκε στην κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν, αναλαμβάνοντας θέση ανώτερης συμβούλου του Αμερικανού προέδρου.
Στον Λευκό Οίκο είχε την ευθύνη του Γραφείου Δημόσιας Συμμετοχής, το οποίο λειτουργούσε ως δίαυλος επικοινωνίας της προεδρίας με κοινωνικές ομάδες, συνδικαλιστικές οργανώσεις, επιχειρηματικούς φορείς και εκπροσώπους μειονοτήτων.
Η θέση αυτή της επέτρεψε να αποκτήσει εμπειρία στην ομοσπονδιακή πολιτική και να ενισχύσει την παρουσία της σε εθνικό επίπεδο.

Η οικογενειακή ιστορία που συνδέεται με τη δουλεία
Η νέα κυβερνήτης έχει αναφερθεί επανειλημμένα στις οικογενειακές της ρίζες, οι οποίες εκτείνονται τουλάχιστον πέντε γενιές πίσω στην Τζόρτζια.
Όπως έχει εξηγήσει, η οικογένειά της κατάφερε να εντοπίσει στοιχεία για τους προγόνους της μέχρι μια φυτεία στην περιοχή Κρόφορντβιλ, όπου ζούσαν υπό καθεστώς δουλείας.
Έχει επίσης περιγράψει τις διακρίσεις που αντιμετώπιζε ο παππούς της όταν μετακινήθηκε στην Ατλάντα, επισημαίνοντας ότι αναγκαζόταν να χρησιμοποιεί τις πίσω εισόδους κτιρίων στα οποία η ίδια, πολλές δεκαετίες αργότερα, εισερχόταν από την κεντρική είσοδο ως δήμαρχος.
Η Μπότομς είναι παντρεμένη με τον Ντέρεκ Μπότομς και έχουν τέσσερα παιδιά.
Οι προεκλογικές δεσμεύσεις και η αντιπαράθεση με τον Τραμπ
Κατά την εκστρατεία της για την κυβερνητική θέση, η Μπότομς επικεντρώθηκε στην οικονομική κατάσταση των κατοίκων της Τζόρτζια, στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και στα εργασιακά δικαιώματα.
Μεταξύ των βασικών προτάσεών της ήταν η επέκταση του προγράμματος υγειονομικής κάλυψης Medicaid σε εκατοντάδες χιλιάδες επιπλέον πολίτες, η αύξηση του κατώτατου ωρομισθίου στα 15 δολάρια και η βελτίωση των αποδοχών εκπαιδευτικών, αστυνομικών, πυροσβεστών και άλλων δημοσίων υπαλλήλων.
Υποστήριξε ακόμη την κατάργηση των περιορισμών που ισχύουν στην Τζόρτζια για τις αμβλώσεις μετά την έκτη εβδομάδα της εγκυμοσύνης, ενώ πρότεινε προσωρινή αναστολή της ανάπτυξης νέων μεγάλων κέντρων δεδομένων.
Στο επίκεντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης βρέθηκε και ο Ντόναλντ Τραμπ. Ο Ρικ Τζάκσον είχε παρουσιάσει τον εαυτό του ως πολιτικό σύμμαχο του Αμερικανού προέδρου, ενώ η Μπότομς επέμεινε ότι η προτεραιότητά της θα ήταν τα συμφέροντα των κατοίκων της πολιτείας και όχι η εξασφάλιση της εύνοιας του Λευκού Οίκου.
Ο Τζάκσον, από την πλευρά του, άσκησε έντονη κριτική στην περίοδο που η αντίπαλός του διοικούσε την Ατλάντα, ιδιαίτερα για τη δημόσια ασφάλεια και την απόφασή της να μη διεκδικήσει δεύτερη δημαρχιακή θητεία.

Μια εκλογή με τρεις ιστορικές πρωτιές
Η επιτυχία της Μπότομς δεν περιορίζεται στην αλλαγή κομματικής ηγεσίας στην Τζόρτζια.
Είναι η πρώτη γυναίκα που εκλέγεται κυβερνήτης της συγκεκριμένης πολιτείας, ο πρώτος μαύρος άνθρωπος που κατακτά το αξίωμα εκεί και η πρώτη μαύρη γυναίκα που εκλέγεται κυβερνήτης στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η νίκη της καταγράφηκε σε μια πολιτεία όπου οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούσαν τον έλεγχο της κυβερνητικής θέσης από το 2003, παρά την ενίσχυση των Δημοκρατικών τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στην ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή της Ατλάντα.
Η νέα κυβερνήτης αναλαμβάνει πλέον να υλοποιήσει τις προεκλογικές της δεσμεύσεις, έχοντας να διαχειριστεί και τις πολιτικές ισορροπίες στο νομοθετικό σώμα της Τζόρτζια, όπου οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούσαν ισχυρή παρουσία.