Οι Ιρανοί προετοιμάζονται για νέο κύμα ακρίβειας και απολύσεων, καθώς ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ ωθεί την ήδη επιβαρυμένη οικονομία της Ισλαμικής Δημοκρατίας σε μια ακόμη βαθύτερη κρίση. Ο ετήσιος πληθωρισμός, που ξεπερνούσε το 40% πριν από τον πόλεμο, εκτινάχθηκε στο 50% έως τις 4 Απριλίου, λίγο πριν τεθεί σε ισχύ μια εύθραυστη εκεχειρία, σύμφωνα με την κεντρική τράπεζα.
Παρά την παύση των εχθροπραξιών, οι καταναλωτές συνεχίζουν να βιώνουν έντονες πιέσεις, ιδιαίτερα τις εβδομάδες που ακολούθησαν την εκεχειρία, κατά τη διάρκεια των οποίων οι ΗΠΑ έχουν αποκλείσει τα Στενά του Ορμούζ, επιχειρώντας να διαταράξουν το ιρανικό εμπόριο. Μια 56χρονη νοικοκυρά στην Τεχεράνη ανέφερε ότι η τιμή ενός κομματιού τυριού αυξήθηκε μέσα σε μία εβδομάδα από 5,2 εκατ. ριάλ σε 6,7 εκατ. ριάλ, σημειώνοντας πως «όλα έχουν γίνει πολύ πιο ακριβά σε σχέση με πριν από τον πόλεμο».
Αυξήσεις καταγράφονται και σε βασικά αγαθά όπως ρύζι, αυγά και κοτόπουλο, ενώ σημαντική άνοδος παρατηρείται και στην αγορά αυτοκινήτου. Το δημοφιλές Peugeot 207 αυξήθηκε από περίπου 18 δισ. ριάλ σε 25 δισ. ριάλ από την έναρξη του πολέμου, σύμφωνα με πολλαπλούς διαδικτυακούς εμπόρους αυτοκινήτων. Παράλληλα, τοπικά μέσα ενημέρωσης αναφέρουν ότι οι αρχές αναμένεται να εγκρίνουν αύξηση 40% στις τιμές τσιμέντου που καθορίζονται από το κράτος.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι ο πόλεμος θα διευρύνει περαιτέρω το χάσμα μεταξύ αυξήσεων μισθών και πληθωρισμού. Ο επιχειρηματικός σύμβουλος Σιαμάκ Γκασέμι ανέφερε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι «οποιαδήποτε αύξηση μισθών μικρότερη από το διπλάσιο δεν θα αντισταθμίσει το αυξημένο κόστος ζωής», καλώντας τους Ιρανούς να μην διατηρούν τις αποταμιεύσεις τους σε ριάλ. Το νόμισμα, που παρέμεινε σχετικά σταθερό κατά τη διάρκεια του πολέμου, κατέγραψε ιστορικό χαμηλό την Τετάρτη, φτάνοντας τα 1,8 εκατ. ριάλ ανά δολάριο, εντείνοντας τον πανικό για τη μείωση της αγοραστικής δύναμης.
Την ίδια ώρα, επιχειρήσεις προειδοποιούν για απολύσεις προκειμένου να επιβιώσουν. Μικρό εργοστάσιο έξω από την Τεχεράνη, εξαρτώμενο από τα πετροχημικά, απέλυσε οκτώ εργαζόμενους, σχεδόν το ένα τρίτο του προσωπικού του. Αντίστοιχα, ιδιοκτήτης επιχείρησης ένδυσης στην Τεχεράνη δήλωσε ότι δεν μπορεί πλέον να καλύψει τις αυξήσεις μισθών που επιβάλλει το κράτος, καθώς οι πωλήσεις του ανέρχονται σε περίπου 2 δισ. ριάλ, ενώ τα κόστη φτάνουν τα 5 δισ. ριάλ. «Αυτό δεν είναι βιώσιμο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Κατά τη διάρκεια των εβδομάδων του πολέμου, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ βομβάρδισαν πολιτικές υποδομές, όπως δρόμους, καθώς και εγκαταστάσεις φυσικού αερίου, πετροχημικών και χαλυβουργίας, που απασχολούν δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους, επιβαρύνοντας περαιτέρω μια οικονομία ήδη αποδυναμωμένη από χρόνια κυρώσεων, κακοδιαχείρισης και διαφθοράς. Αν και η εκεχειρία έχει σταματήσει τις συγκρούσεις, οι συνομιλίες για οριστική συμφωνία έχουν βαλτώσει, με την Τεχεράνη να απαιτεί την άρση του αποκλεισμού των Στενών πριν συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις.
Ιρανοί πολιτικοί και αναλυτές εκτιμούν ότι, έχοντας αντέξει δεκαετίες υψηλού πληθωρισμού και κυρώσεων, η χώρα διαθέτει μεγαλύτερη αντοχή από τις ΗΠΑ, ελπίζοντας ότι η Ουάσιγκτον θα χαλαρώσει τελικά τις απαιτήσεις της. Ωστόσο, πολλοί πολίτες φοβούνται ότι η κατάσταση που περιγράφεται ως «ούτε πόλεμος, ούτε ειρήνη» θα οδηγήσει σε νέα περίοδο στασιμότητας και πληθωρισμού, όπως τονιζουν οι Financial Times.
Ακόμη και πριν από τον πόλεμο, η οικονομική δυσπραγία αποτελούσε βασική αιτία κοινωνικής αναταραχής, οδηγώντας σε μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο, οι οποίες κατεστάλησαν βίαια, με αποτέλεσμα τον θάνατο χιλιάδων ανθρώπων. Η κυβέρνηση του προέδρου Μασούντ Πεζεσκιάν διαβεβαίωσε ότι τα στρατηγικά αποθέματα τροφίμων επαρκούν για την αντιμετώπιση του αποκλεισμού, ενώ τα ράφια των σούπερ μάρκετ παραμένουν γεμάτα. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι τα χερσαία σύνορα και τα βόρεια λιμάνια στην Κασπία Θάλασσα χρησιμοποιούνται για την παράκαμψη του αποκλεισμού.
Κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, η χώρα εισήγαγε κουπόνια τροφίμων για σχεδόν όλους τους πολίτες, με κάθε άτομο να λαμβάνει 10 εκατ. ριάλ (περίπου 7 δολάρια) μηνιαίως, προκειμένου να μετριαστεί η αύξηση των τιμών. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι πολλοί εργαζόμενοι στρέφονται σε επιδόματα κοινωνικής ασφάλισης, δημοσιεύματα αναφέρουν ότι τα ποσά αυτά δεν επαρκούν για την κάλυψη βασικών αναγκών διαβίωσης.
Μεγαλύτεροι κλάδοι, όπως το φυσικό αέριο, τα πετροχημικά και η χαλυβουργία, έχουν αποφύγει μαζικές απολύσεις, όμως βρίσκονται υπό έντονη πίεση. Η εφημερίδα Etemaad εκτιμά ότι η παραγωγή χάλυβα έχει μειωθεί έως και 30%. Παράλληλα, αναλυτές του εξωτερικού προειδοποιούν ότι η χώρα ενδέχεται να αναγκαστεί να μειώσει σημαντικά την παραγωγή πετρελαίου, εάν οι αποθηκευτικοί χώροι γεμίσουν και ο αποκλεισμός περιορίσει τις εξαγωγές.
Ο Αλί Χονταεΐ, μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, δήλωσε ότι καταβάλλονται προσπάθειες για την αποτροπή περαιτέρω απολύσεων, με την ανεργία να βρίσκεται στο 7,6% πριν από τον πόλεμο. Την ίδια στιγμή, ο υφυπουργός Εργασίας ανακοίνωσε ότι 191.000 εργαζόμενοι, που έχασαν τη δουλειά τους άμεσα ή έμμεσα λόγω του πολέμου, έχουν υποβάλει αίτηση για επιδόματα ανεργίας.
Παρά το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, κυβερνητικοί αξιωματούχοι δηλώνουν αποφασισμένοι να αντισταθούν σε αυτό που χαρακτηρίζουν ως «υπερβολικές απαιτήσεις» των ΗΠΑ, όπως η διακοπή του εμπλουτισμού ουρανίου για έως και 20 χρόνια και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Το Ιράν επιμένει ότι θα διατηρήσει τον έλεγχο των Στενών και ότι έχει δικαίωμα εμπλουτισμού ουρανίου ως συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων.
Η κυβερνητική εκπρόσωπος Φατεμέ Μοχατζεράνι δήλωσε ότι η χώρα είχε προετοιμαστεί για πιθανές διαταραχές πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, χωρίς να δώσει λεπτομέρειες. Παράλληλα, επιχειρηματίας στον κλάδο της χαλυβουργίας ανέφερε ότι, παρά τις δυσκολίες, η εταιρεία του συνεχίζει τις εισαγωγές και εξαγωγές μέσω χερσαίων συνόρων και δεν έχει προχωρήσει σε απολύσεις. «Δεν αισθανόμαστε ακόμη ευάλωτοι, αλλά ανησυχούμε για τη συνέχιση αυτής της αβέβαιης κατάστασης», τόνισε.