Σε απόφαση στρατηγικής σημασίας για την Πολεμική Αεροπορία της χώρας μας εξελίσσεται η επιλογή του νέου μεταφορικού αεροσκάφους. Στο επίκεντρο βρίσκεται το βραζιλιάνικο C-390 Millennium της αεροδιαστημικής εταιρείας Embraer, το οποίο, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, αποκτά σαφές προβάδισμα έναντι του γνωστού αμερικανικού C-130J Super Hercules, όχι μόνο σε επίπεδο κόστους αλλά και συνολικής επιχειρησιακής φιλοσοφίας.
Η συζήτηση στο Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας έχει πλέον μετατοπιστεί από το «ποιο αεροσκάφος αντικαθιστά τα C-130» στο «ποια πλατφόρμα μπορεί να καλύψει τις ανάγκες των επόμενων δεκαετιών». Το ζητούμενο δεν είναι να υπάρξει απλά μια διαδοχή, αλλά μια μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο επιχειρήσεων, όπου η ταχύτητα, η ευελιξία, η διαθεσιμότητα και η πολυμορφικότητα θα αποτελούν βασικούς άξονες, στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού και του εξορθολογισμού των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας μας, που έχει πάρει την ονομασία «Ατζέντας 2030».
Στο πλαίσιο αυτό, το σενάριο που προκρίνεται σύμφωνα με πληροφορίες, όσον αφορά τα μεταγωγικά, προβλέπει την απόκτηση τριών αεροσκαφών C-390 μέσω διακρατικής συμφωνίας με την Πορτογαλία. Η επιλογή αυτού του μοντέλου μόνο τυχαία δεν είναι. Κι αυτό γιατί η Ελλάδα δεν θα ξεκινήσει από το μηδέν για να παραγγείλει τα αεροσκάφη, αλλά επί της ουσίας «μπαίνει» σε μια ήδη υπάρχουσα γραμμή παραγωγής που έχει εξασφαλίσει η Πορτογαλία στην Embraer. Με απλά λόγια, η Πορτογαλία έχει ήδη κλείσει θέσεις (σειρά προτεραιότητας) στο εργοστάσιο όπου κατασκευάζονται τα αεροσκάφη. Από αυτές τις θέσεις, τρεις μπορούν να δοθούν στην Ελλάδα, εφόσον υπογραφεί η συμφωνία. Αυτό μας δίνει ένα μεγάλο πλεονέκτημα καθώς η χώρα μας δεν χρειάζεται να περιμένει χρόνια μέχρι να έρθει η σειρά της να της φτιάξουν αεροσκάφη, όπως θα συνέβαινε αν έκανε μια νέα παραγγελία από την αρχή.
Το οικονομικό σκέλος σε τέτοιες περιπτώσεις εννοείται πως αποτελεί έναν ακόμη καθοριστικό παράγοντα. Το συνολικό κόστος εκτιμάται ότι θα φτάσει περίπου τα 550 εκατομμύρια ευρώ, περιλαμβάνοντας όχι μόνο τα τρία αεροσκάφη αλλά και την εκπαίδευση του προσωπικού, την αρχική υποστήριξη και ένα ολοκληρωμένο πακέτο τεχνικής κάλυψης για τουλάχιστον πέντε χρόνια. Μάλιστα η εκπαίδευση των ελληνικών πληρωμάτων και τεχνικών θα γίνει στην Πορτογαλία, όπου υπάρχει ήδη ανεπτυγμένο περιβάλλον υποστήριξης και επιχειρησιακής χρήσης του τύπου.
Η επιλογή της Πορτογαλίας λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής αξίας. Η χώρα διαθέτει ήδη εμπειρία στο C-390, λειτουργεί εξομοιωτές και έχει αναπτύξει δομές που μπορούν να υποστηρίξουν άμεσα τη μετάβαση της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας. Αυτό μειώνει σημαντικά τον χρόνο προσαρμογής και περιορίζει τα επιχειρησιακά ρίσκα.
Σε επίπεδο σύγκρισης, το αμερικανικό C-130J Super Hercules εμφανίζεται σαφώς ακριβότερο, με εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για διαφορά που μπορεί να φτάνει έως και το 60% στο συνολικό κόστος απόκτησης και υποστήριξης. Η διαφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο όπου οι Ένοπλες Δυνάμεις ήδη υλοποιούν πολλαπλά προγράμματα υψηλού κόστους, από την αγορά μαχητικών νέας γενιάς (Rafale και F-35) μέχρι την απόκτηση φρεγατών Belh@rra και τον εκσυγχρονισμό των αρμάτων μάχης Leopard. Η Πολεμική Αεροπορία καλείται, συνεπώς, να ισορροπήσει μεταξύ επιχειρησιακών απαιτήσεων και δημοσιονομικών περιορισμών. Σε αυτό το πλαίσιο, το C-390 φαίνεται να προσφέρει έναν πιο αποδοτικό συνδυασμό δυνατοτήτων και κόστους.
Η διαφοροποίηση του τύπου δεν περιορίζεται όμως στην τιμή. Η χρήση κινητήρων jet αντί turboprop μεταφράζεται σε υψηλότερες ταχύτητες και μικρότερους χρόνους μεταφοράς. Σε ένα επιχειρησιακό περιβάλλον όπως το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος, όπου η ταχύτητα αντίδρασης μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική, το χαρακτηριστικό αυτό αποκτά ουσιαστική σημασία. Ταυτόχρονα, το C-390 διατηρεί την ικανότητα επιχειρήσεων από ημι-προετοιμασμένους διαδρόμους, κάτι που το καθιστά κατάλληλο για τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες της Ελλάδας. Η δυνατότητα επιχειρήσεων σε απαιτητικά περιβάλλοντα, χωρίς εξάρτηση από πλήρως ανεπτυγμένες υποδομές, αποτελεί κρίσιμο πλεονέκτημα.
Η πολυμορφικότητα είναι ίσως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του. Το αεροσκάφος μπορεί να αλλάξει ρόλο σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και να μετατραπεί π.χ. από μέσο μεταφοράς φορτίου και προσωπικού σε πτητικό μέσο αεροδιακομιδών. Η ευελιξία αυτή μειώνει την ανάγκη για πολλαπλές εξειδικευμένες πλατφόρμες και αυξάνει την απόδοση κάθε μονάδας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα όμως έχει η δυνατότητα εναέριου ανεφοδιασμού. Μπορεί να διαμορφωθεί σε ιπτάμενο τάνκερ (διαμόρφωση σε πλατφόρμα KC-390), ανεφοδιάζοντας άλλα μαχητικά αεροσκάφη, προκειμένου να επεκτείνουν την ακτίνα δράσης τους και τον χρόνο παραμονής τους στον αέρα. Για την Πολεμική Αεροπορία, που μέχρι σήμερα βασίζεται σε συμμαχική υποστήριξη για τέτοιες αποστολές, η δυνατότητα αυτή δημιουργεί όπως αντιλαμβάνεται κανείς, νέα δεδομένα. Τα νέα αυτά αεροσκάφη θα έρθουν να αντικαταστήσουν τα παλιά C-130 που υπηρέτησαν επί δεκαετίες με αξιοπιστία την Πολεμική Αεροπορία μας. Τώρα όμως, αντιμετωπίζουν αυξανόμενα προβλήματα συντήρησης και μειωμένες διαθεσιμότητες. Το επιχειρησιακό περιβάλλον έχει αλλάξει και απαιτεί μέσα με μεγαλύτερη ευελιξία, ταχύτητα και διαθεσιμότητα.