Όταν η Μαίρη ήταν πρωτοετής φοιτήτρια, ξύπνησε μετά από ένα πάρτι αδελφότητας με μελανιές και σημάδια από δαγκώματα σε όλο της το σώμα. Όπως λέει, χρειάστηκε να περάσουν αρκετές ημέρες μέχρι να μπορέσει να ανασυνθέσει όσα είχαν συμβεί και να καταλάβει ότι είχε πέσει θύμα σεξουαλικής επίθεσης ενώ βρισκόταν σε κατάσταση «blackout». Στη συνέχεια χρειάστηκε να βρει τη δύναμη, αλλά και τον κατάλληλο τρόπο, για να καταγγείλει την επίθεση.
Ο άνδρας τον οποίο κατηγόρησε τελικά αποβλήθηκε από το πανεπιστήμιο, όμως η αστυνομία αποφάσισε να μην απαγγείλει κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχαν επαρκή φυσικά στοιχεία. Η Μαίρη, το όνομα της οποίας έχει αλλάξει για την προστασία της ταυτότητάς της, περιγράφει τη διαδικασία αναζήτησης μιας μορφής δικαιοσύνης ως συχνά μπερδεμένη και απογοητευτική.
«Παρόλο που υπήρξε θετική έκβαση, ήταν και πάλι τόσο συναισθηματικά εξαντλητικό και ψυχοφθόρο, γιατί έπρεπε να κάνω όλα αυτά παράλληλα με την προσπάθειά μου να συνηθίσω τη ζωή ως φοιτήτρια για πρώτη φορά», δήλωσε η Μαίρη. «Με πολλούς τρόπους, έπρεπε να υπερασπιστώ μόνη τον εαυτό μου, συγκεντρώνοντας όλα τα στοιχεία μου».
Η εμπειρία της με την τοπική αστυνομία, πρόσθεσε, της «άφησε μια βαθιά αίσθηση απογοήτευσης από το σύστημα».

Στο επίκεντρο ξανά ο τρόπος αντιμετώπισης των καταγγελιών
Ο τρόπος με τον οποίο τόσο τα πανεπιστήμια όσο και το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης διαχειρίζονται καταγγελίες για σεξουαλικές επιθέσεις σε πανεπιστημιουπόλεις βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο, μετά την αγωγή που κατέθεσε πρώην φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Κορνέλ.
Η γυναίκα, γνωστή μόνο ως Τζέιν Ντόου, κατέθεσε νωρίτερα αυτόν τον μήνα αγωγή κατά του πανεπιστημίου, υποστηρίζοντας ότι το 2024 ναρκώθηκε και βιάστηκε από αρκετούς άνδρες σε σπίτι αδελφότητας του πανεπιστημίου. Η ίδια υποστήριξε επίσης ότι το Κορνέλ δεν κατάφερε να την προστατεύσει ούτε να τιμωρήσει επαρκώς τους άνδρες που εμπλέκονταν, ενώ οι εισαγγελικές αρχές είχαν αποφασίσει τότε να μην προχωρήσουν σε ποινική υπόθεση.
Η Τζέιν Ντόου ανέφερε ότι κατήγγειλε την υποτιθέμενη επίθεση στην αστυνομία της πανεπιστημιούπολης, η οποία της πήρε κατάθεση και διαβίβασε πληροφορίες στην Eισαγγελία. Ο εισαγγελέας αποφάσισε τότε να μην απαγγείλει κατηγορίες, όμως αυτή την εβδομάδα ο εισαγγελέας της κομητείας Τόμπκινς, Μάθιου Βαν Χάουτεν, άνοιξε εκ νέου την υπόθεση.
Τόσο το Κορνέλ όσο και ο Βαν Χάουτεν έχουν υπερασπιστεί τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν την υπόθεση του 2024. Σε ανακοίνωσή του, το πανεπιστήμιο ανέφερε ότι «διεξήγαγε εκτενή έρευνα και διαδικασία εξέτασης της υπόθεσης επί αρκετούς μήνες» και επέβαλε διαφορετικές κυρώσεις, ανάλογα με τα ευρήματα και τις περιστάσεις που αφορούσαν κάθε φοιτητή. Παράλληλα, ανέφερε ότι δημιούργησε νέο πλαίσιο για την αντιμετώπιση των σεξουαλικών επιθέσεων στην πανεπιστημιούπολη.
Το Κορνέλ έχει δηλώσει ότι ακολούθησε τις διαδικασίες που προβλέπονται από τον ομοσπονδιακό νόμο περί πολιτικών δικαιωμάτων, γνωστό ως Τίτλος IX. Ο νόμος επιβάλλει στα πανεπιστήμια συγκεκριμένους κανόνες για τη διερεύνηση καταγγελιών σεξουαλικών επιθέσεων. Σύμφωνα με το πανεπιστήμιο, η έρευνά του οδήγησε στην απομάκρυνση της συγκεκριμένης αδελφότητας από την πανεπιστημιούπολη, ενώ φοιτητές που εμπλέκονταν στις καταγγελίες τέθηκαν σε αναστολή ή αποβλήθηκαν.
Η Μαίρη δεν φοίτησε στο Κορνέλ και η δική της υπόθεση δεν συνδέεται με το πανεπιστήμιο. Ωστόσο, οργανώσεις και υποστηρικτές επιζώντων σεξουαλικών επιθέσεων υποστηρίζουν ότι τόσο η δική της περίπτωση όσο και οι καταγγελίες στο Κορνέλ αναδεικνύουν τις ευρύτερες δυσκολίες που υπάρχουν στην αντιμετώπιση καταγγελιών για σεξουαλική βία στα πανεπιστήμια.
Δύο πολύπλοκα συστήματα καταγγελιών
Το περίπλοκο δίκτυο συστημάτων και πολιτικών, το οποίο διαφέρει σημαντικά από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο, αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους, σύμφωνα με έρευνες, η συντριπτική πλειονότητα των σεξουαλικών επιθέσεων στις πανεπιστημιουπόλεις δεν καταγγέλλεται.
«Αυτές οι διαδικασίες είναι δύσκολο να τις διαχειριστεί κανείς ακόμη και όταν δεν βρίσκεται σε κατάσταση τραύματος», δήλωσε η Νάνσι Τσι Κανταλούπο, αναπληρώτρια καθηγήτρια Νομικής στο Πανεπιστήμιο Γουέιν Στέιτ, η οποία έχει εκπροσωπήσει θύματα σεξουαλικών επιθέσεων σε πανεπιστημιουπόλεις. «Αν βρίσκεσαι σε κατάσταση τραύματος, είναι σχεδόν αδύνατο να τις διαχειριστείς».

Συνήθως, όταν ένας φοιτητής καταγγέλλει μια επίθεση στην πανεπιστημιούπολη, το γραφείο του Τίτλου IX του πανεπιστημίου εξετάζει εάν η καταγγελλόμενη συμπεριφορά θα μπορούσε να συνιστά παραβίαση των κανονισμών του ιδρύματος.
Στη συνέχεια, τα δύο εμπλεκόμενα μέρη συμμετέχουν σε ακρόαση ενώπιον επιτροπής καθηγητών ή άλλων διαμεσολαβητών, όπου παρουσιάζουν στοιχεία και καταθέσεις, πριν το πανεπιστήμιο λάβει την τελική του απόφαση.
Μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι επιζώντες σεξουαλικών επιθέσεων είναι ότι πρέπει να διαχειριστούν ταυτόχρονα τις διαδικασίες του πανεπιστημίου και του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Τα δύο συστήματα «εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς, λειτουργούν με διαφορετικούς κανόνες και χρονοδιαγράμματα και οδηγούν σε διαφορετικά αποτελέσματα», δήλωσε η Ζόι Σάινμπλουμ-Μπρούερ, συντονίστρια πολιτικής στο Εθνικό Δίκτυο κατά του Βιασμού, της Κακοποίησης και της Αιμομιξίας, μια μη κερδοσκοπική οργάνωση κατά των σεξουαλικών επιθέσεων.
«Η ασαφής καθοδήγηση σχετικά με τις διαθέσιμες επιλογές μέσω αυτών των παράλληλων διαδικασιών μπορεί να δημιουργήσει τόσο μεγάλη σύγχυση και αβεβαιότητα, ώστε ορισμένοι φοιτητές τελικά αποφασίζουν να μην καταγγείλουν την επίθεση», ανέφερε.
Η Μαίρη είπε ότι η διαδικασία στο δικό της πανεπιστήμιο δεν ήταν ξεκάθαρη όταν αποφάσισε να καταγγείλει την επίθεση.
«Για μένα, θα ήταν καλό να γνώριζα τι επρόκειτο να αντιμετωπίσω πριν συμβούν όλα αυτά. Ένιωθα ότι μάθαιναν τη διαδικασία μαζί μου», ανέφερε για τους υπεύθυνους του πανεπιστημίου.
Ενώ ορισμένα πανεπιστήμια, όπως το Κορνέλ, έχουν συμφωνίες ανταλλαγής πληροφοριών με τις τοπικές αστυνομικές αρχές, η Μαίρη ενημερώθηκε ότι έπρεπε να απευθυνθεί ξεχωριστά στην αστυνομία για να υποβάλει καταγγελία, μια διαδικασία που όπως λέει ήταν σωματικά εξαντλητική.
Ο δικηγόρος της Μαίρη υποστηρίζει ότι υπήρχε υλικό από κάμερες ασφαλείας της συγκεκριμένης νύχτας, στο οποίο ο φερόμενος ως δράστης εμφανιζόταν να τη μεταφέρει «καμπουριασμένη», ενώ η ίδια είχε φωτογραφίες από τις μελανιές και τα σημάδια από δαγκώματα. Ωστόσο, η αστυνομία της είπε ότι δεν διέθετε επαρκή στοιχεία για να δικαιολογηθεί σύλληψη και ότι ο εισαγγελέας ήθελε να αφήσει την υπόθεση στη διοίκηση του πανεπιστημίου.
Η τοπική αστυνομική υπηρεσία δήλωσε στο BBC ότι δεν είχε στη διάθεσή της τις λεπτομέρειες της συγκεκριμένης υπόθεσης. Η τοπική εισαγγελία δεν απάντησε σε αίτημα για σχόλιο.
Η μυστικότητα των πανεπιστημιακών ερευνών
Οι έρευνες των πανεπιστημίων πραγματοποιούνται κεκλεισμένων των θυρών, δήλωσε η Ελέν Βάις, δικηγόρος που έχει εκπροσωπήσει αρκετά θύματα σεξουαλικών επιθέσεων σε πανεπιστημιουπόλεις. Η ίδια θεωρεί ότι ένας από τους λόγους για τη μυστικότητα είναι η προστασία της φήμης των ιδρυμάτων.
«Η μυστικότητα της διαδικασίας εμποδίζει άλλους φοιτητές να γνωρίζουν τι έχει συμβεί. Εμποδίζει τους μάρτυρες να προσέλθουν», είπε.
Από την άλλη πλευρά, ο Μάικλ Ντάιαμοντσταϊν, δικηγόρος από την Πενσιλβάνια που έχει εκπροσωπήσει άτομα τα οποία κατηγορήθηκαν για σεξουαλική κακοποίηση σε πανεπιστημιουπόλεις, υποστήριξε ότι η μυστικότητα προστατεύει τόσο το θύμα όσο και τον κατηγορούμενο.

«Νομίζω ότι, αν το συγκρίνεις με αυτό που θα αντιμετώπιζαν σε μια δικαστική αίθουσα, είναι πολύ πιο εύκολο και πολύ πιο ασφαλές για τους φοιτητές. Το όνομά τους δεν δημοσιοποιείται. Τα μέσα ενημέρωσης δεν τους στοχοποιούν», δήλωσε.
Φοιτητές του Κορνέλ έχουν επικρίνει τον τρόπο με τον οποίο το πανεπιστήμιο χειρίστηκε τις καταγγελίες της γυναίκας. Η φοιτητική εφημερίδα «Cornell Daily Sun» δημοσίευσε τα ονόματα των ανδρών που κατηγορήθηκαν, υπό τον τίτλο: «Το Κορνέλ δεν θα το κάνει, εμείς θα το κάνουμε».
Σε ανακοίνωσή του, το πανεπιστήμιο ανέφερε ότι η ομοσπονδιακή νομοθεσία περί προστασίας προσωπικών δεδομένων «απαγορεύει στο Κορνέλ να αποκαλύπτει συγκεκριμένες πληροφορίες που αφορούν μεμονωμένους φοιτητές» και ως εκ τούτου δεν μπορεί να «προβεί σε δημόσια δήλωση σχετικά με οποιαδήποτε άλλη πειθαρχική απάντηση».
Η διαδικασία του Τίτλου IX ως «μοναδική διέξοδος»
Πολλοί υποστηρικτές των θυμάτων θεωρούν ότι υπάρχει λόγος τα πανεπιστήμια να διερευνούν ξεχωριστά τις καταγγελίες για σεξουαλικές επιθέσεις από το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης. Η δίωξη υποθέσεων σεξουαλικής επίθεσης είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Μια πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση διαπίστωσε ότι λιγότερο από το 10% των υποθέσεων σεξουαλικής επίθεσης κατέληξαν σε καταδίκη.
Σε μια ποινική δίκη, ο εισαγγελέας πρέπει να πείσει το δικαστήριο «πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία» ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος. Σε μια πανεπιστημιακή διαδικασία, όμως, το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης είναι χαμηλότερο.
Παράλληλα, βάσει του Τίτλου IX, το πανεπιστήμιο υποχρεούται να προσφέρει λύσεις που δεν μπορούν να παρέχουν οι τοπικές αστυνομικές αρχές, όπως το να διασφαλίσει ότι ένας φοιτητής δεν θα βρίσκεται στην ίδια τάξη με το άτομο που καταγγέλλεται ως δράστης όσο βρίσκεται σε εξέλιξη η έρευνα, αλλά και να προσφέρει παρατάσεις για την παράδοση εργασιών.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους θύματα και υποστηρικτές επιζώντων υποστηρίζουν ότι υπάρχουν οφέλη από τη διατήρηση δύο ξεχωριστών οδών, μέσω του πανεπιστημίου και του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης.
Για τη Μαίρη, μετά την απόφαση της αστυνομίας να μην προχωρήσει την υπόθεσή της, η προσφυγή στη διαδικασία του Τίτλου IX έγινε ο μοναδικός τρόπος ώστε ο άνδρας που κατήγγειλε να αντιμετωπίσει συνέπειες: την αποβολή του από το πανεπιστήμιο.
«Αυτή ήταν η μοναδική μου διέξοδος για να πετύχω οποιαδήποτε μορφή Δικαιοσύνης», δήλωσε.