Ο εξάμηνος πόλεμος με το Ιράν αρχίζει να αφήνει βαθύ αποτύπωμα όχι μόνο στα αποθέματα πυρομαχικών των ΗΠΑ, αλλά και στα ίδια τα οικονομικά του αμερικανικού Ναυτικού. Εσωτερικά έγγραφα του Πενταγώνου αποκαλύπτουν σοβαρές χρηματοδοτικές πιέσεις, με κονδύλια να μετακινούνται ακόμη και από λογαριασμούς μισθοδοσίας προκειμένου να συνεχιστούν οι πολεμικές επιχειρήσεις.
Η εικόνα που περιγράφεται είναι ασυνήθιστη για μια στρατιωτική δύναμη με ετήσιο προϋπολογισμό σχεδόν 300 δισ. δολαρίων. Το πρόβλημα δεν είναι ότι το αμερικανικό Ναυτικό έχει κυριολεκτικά «ξεμείνει από χρήματα», αλλά ότι ο προϋπολογισμός του 2026 είχε καταρτιστεί πριν από την έναρξη της επιχείρησης «Epic Fury» και τα επιμέρους κονδύλια έχουν συγκεκριμένες χρήσεις και νομικούς περιορισμούς στη μεταφορά τους.
«Τρύπα» ακόμη και στη μισθοδοσία
Σύμφωνα με ρεπορτάζ, εσωτερικό υπόμνημα του Πενταγώνου προειδοποιεί για ελλείμματα στους λογαριασμούς μισθοδοσίας, καθώς χρήματα έχουν μεταφερθεί για την κάλυψη πολεμικών επιχειρήσεων.
Αξιωματούχος του Ναυτικού περιέγραψε ένα σύστημα συνεχών εσωτερικών μετακινήσεων κονδυλίων ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι στρατιωτικοί θα πληρώνονται κανονικά, ενώ πηγές αναφέρουν ότι έχουν ήδη αναβληθεί ορισμένες μη επείγουσες εργασίες συντήρησης σε χερσαίες εγκαταστάσεις.
Το ίδιο το Ναυτικό απορρίπτει πάντως την εικόνα οικονομικής κατάρρευσης. Εκπρόσωπός του δήλωσε ότι τα κονδύλια λειτουργίας και συντήρησης δεν έχουν εξαντληθεί και ότι το υπουργείο διαχειρίζεται ενεργά τους διαθέσιμους πόρους ώστε να καλύπτει εγκαίρως τις υποχρεώσεις μισθοδοσίας και να διατηρεί την επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Το κόστος του πολέμου με το Ιράν
Η πίεση δεν προέκυψε ξαφνικά.
Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου 2026 και το αμερικανικό Ναυτικό βρέθηκε από την πρώτη στιγμή στην πρώτη γραμμή, τόσο στις αρχικές επιθέσεις όσο και στον εκτεταμένο ναυτικό αποκλεισμό που ακολούθησε.
Αμερικανικά αεροπλανοφόρα, αντιτορπιλικά και άλλα πλοία έχουν διατηρήσει παρατεταμένη παρουσία στην περιοχή, ενώ το ίδιο το Ναυτικό έχει επιβεβαιώσει ότι τα Carrier Strike Groups των USS Gerald R. Ford και USS Abraham Lincoln συμμετείχαν στην «Epic Fury».
Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ είχε ανεβάσει τον Ιούλιο το μέχρι τότε κόστος της σύγκρουσης στα 35,7 δισ. δολάρια, αν και δεν είναι σαφές εάν το ποσό αποτυπώνει το σύνολο των άμεσων και έμμεσων δαπανών. Με νεότερες εκτιμήσεις, το κόστος είχε ήδη ξεπεράσει τα 37 δισ. δολάρια μέσα στον Ιούλιο.
Η Ουάσιγκτον ζήτησε άλλα 67 δισ. για τον στρατό
Η κυβέρνηση Τραμπ γνώριζε ότι ο υφιστάμενος προϋπολογισμός δεν θα επαρκούσε.
Στις 24 Ιουνίου ζήτησε από το Κογκρέσο πρόσθετο πακέτο 87,6 δισ. δολαρίων, εκ των οποίων 67,15 δισ. προορίζονταν για το Πεντάγωνο. Από αυτά, περίπου 21 δισ. ζητήθηκαν για αναπλήρωση πυρομαχικών και ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, ενώ άλλα 17,3 δισ. αφορούσαν επιχειρησιακές δαπάνες.
Η έγκριση νέων χρημάτων, όμως, έχει μετατραπεί σε πολιτικό πρόβλημα.
Ο πόλεμος γίνεται ολοένα πιο αντιδημοφιλής στις ΗΠΑ, ενώ στο Κογκρέσο υπάρχει αντιπαράθεση όχι μόνο για το κόστος αλλά και για το γεγονός ότι η σύγκρουση ξεκίνησε χωρίς ειδική εξουσιοδότηση χρήσης στρατιωτικής δύναμης από το Κογκρέσο.
Το Ναυτικό είχε προειδοποιήσει από τον Μάιο
Η κρίση δεν αιφνιδίασε την ηγεσία του αμερικανικού Ναυτικού.
Ο αρχηγός Ναυτικών Επιχειρήσεων, ναύαρχος Ντάριλ Κόντλ, είχε προειδοποιήσει το Κογκρέσο ήδη από τον Μάιο ότι ο προϋπολογισμός του οικονομικού έτους 2026 δεν είχε υπολογίσει το κόστος της «Epic Fury» και ότι από τον Ιούλιο θα μπορούσε να αναγκαστεί να περιορίσει ασκήσεις και συνήθεις επιχειρήσεις για να εξασφαλίσει χρήματα για τον πόλεμο.
Η προειδοποίηση αυτή φαίνεται πλέον να παίρνει πρακτική μορφή.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το αν υπάρχουν χρήματα για τα σημερινά πλήγματα. Αφορά το κατά πόσο η παρατεταμένη πολεμική δραστηριότητα τρώει ώρες πτήσης, πυρομαχικά, χρόνο ζωής πλοίων και πόρους συντήρησης, δημιουργώντας ένα δεύτερο κόστος που θα φανεί στην ετοιμότητα του στόλου τα επόμενα χρόνια.
Το Ιράν δεν έχει λυγίσει – Έξι μήνες χωρίς καθαρό τέλος
Η οικονομική πίεση γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη επειδή, έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, δεν διαφαίνεται καθαρή έξοδος.
Το Reuters περιγράφει πλέον τη σύγκρουση ως ένα ακριβό αδιέξοδο: το Ιράν έχει υποστεί σοβαρά στρατιωτικά και οικονομικά πλήγματα, αλλά η κυβέρνηση παραμένει όρθια και η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει δυνατότητα επιθέσεων με πυραύλους και drones.
Την Πέμπτη ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε μάλιστα ότι οι ΗΠΑ δεν βρίσκονται σε συνομιλίες με το Ιράν, με την Ουάσιγκτον να επιμένει αυτή τη στιγμή στην οικονομική πίεση αντί για μια νέα διπλωματική συμφωνία.
Αυτό είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα για το Πεντάγωνο: δεν γνωρίζει για πόσο ακόμη θα πρέπει να χρηματοδοτεί επιχειρήσεις υψηλής έντασης.
Από τον «Golden Fleet» στην πραγματικότητα του πολέμου
Η κατάσταση δημιουργεί και μια έντονη αντίφαση για τον ίδιο τον Τραμπ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επενδύσει πολιτικά στην εικόνα μιας νέας εποχής αμερικανικής ναυτικής ισχύος, μιλώντας για έναν «Golden Fleet», περισσότερα πλοία και φιλόδοξα νέα πολεμικά προγράμματα.
Το ίδιο το Ναυτικό παρουσίασε για το 2027 ένα επιθετικό πρόγραμμα ενίσχυσης που προβλέπει, μεταξύ άλλων, 34 νέα πλοία και 123 αεροσκάφη, καθώς και μεγάλες επενδύσεις σε πυρομαχικά, έρευνα και ανάπτυξη.
Όμως ένας παρατεταμένος πόλεμος αλλάζει τις προτεραιότητες.
Κάθε δισεκατομμύριο που απαιτείται σήμερα για επιχειρήσεις, αντικατάσταση πυραύλων και επισκευές είναι χρήμα που πρέπει είτε να προστεθεί στον προϋπολογισμό είτε να αφαιρεθεί προσωρινά από άλλες ανάγκες.
Και αυτό είναι πλέον το πραγματικό δίλημμα για την Ουάσιγκτον: οι ΗΠΑ μπορούν να διαθέτουν τον ισχυρότερο στόλο στον κόσμο, αλλά ένας πόλεμος χωρίς σαφές τέλος μπορεί να καταναλώνει τους πόρους του πολύ ταχύτερα από όσο είχε σχεδιαστεί.