Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Η Τεχεράνη απαντά με προκλητικό τόνο στη νέα επιχείρηση οικονομικής πίεσης που εξαπέλυσε η Ουάσινγκτον, υποστηρίζοντας ότι έχει προετοιμαστεί για μια μακρά περίοδο αντιπαράθεσης και ότι διαθέτει συγκεκριμένο σχέδιο για να απορροφήσει τους κραδασμούς των αμερικανικών μέτρων.

Ο υπουργός Οικονομίας του Ιράν Αλί Μαντανιζαντέχ υποστήριξε ότι η νέα απόπειρα των Ηνωμένων Πολιτειών να απομονώσουν οικονομικά τη χώρα του θα έχει την ίδια κατάληξη με τις προηγούμενες προσπάθειες άσκησης πίεσης.

Οι ΗΠΑ «έχουν κάνει τα πάντα για να δοκιμάσουν την αποφασιστικότητα του ιρανικού λαού και των ηγετών της χώρας, αποτυγχάνοντας κάθε φορά. Φαίνεται πως ήθελαν να υποστούν μια νέα ήττα», δήλωσε ο υπουργός Αλί Μαντανιζαντέχ στην κρατική τηλεόραση. «Η κυβέρνηση είναι έτοιμη και διαθέτει ένα διετές σχέδιο για να διαχειριστεί αυτές τις εξελίξεις», τόνισε.

Η τοποθέτηση του Ιρανού υπουργού ήρθε λίγες ώρες αφότου η κυβέρνηση Τραμπ παρουσίασε τη νέα φάση της εκστρατείας οικονομικής πίεσης στην Τεχεράνη, την οποία η αμερικανική πλευρά περιγράφει ως τη μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική επίθεση που έχει οργανώσει εναντίον αντιπάλου της.

Το Πεντάγωνο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο νέων επιθέσεων εναντίον του Ιράν

Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ δήλωσε σήμερα πως η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο να αναλάβει εκ νέου στρατιωτική δράση εναντίον του Ιράν, αφότου η Ουάσινγκτον αποκάλυψε τα σχέδια για μια «οικονομική D-Day» σε βάρος της Τεχεράνης – μια αναφορά στην απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία το 1944.

«Σε καμία περίπτωση, δεν αποκλείουμε το ενδεχόμενο επιθέσεων οπουδήποτε στα Στενά του Ορμούζ ή γύρω από το Ιράν», είπε ο Χέγκσεθ σε δημοσιογράφους, υποστηρίζοντας πως η Τεχεράνη δεν μπορεί να αντέξει την οικονομική πίεση που θα της ασκηθεί.

Από την «οικονομική D-Day» στην «προειδοποιητική βολή»

Τόσο ο Ντόναλντ Τραμπ όσο και ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ είχαν ανεβάσει ιδιαίτερα ψηλά τον πήχη των προσδοκιών, προαναγγέλλοντας μια «οικονομική D-Day», με ευθεία αναφορά στην απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία τον Ιούνιο του 1944.

Ο Μπέσεντ είχε μάλιστα προϊδεάσει για την έκταση των μέτρων με άρθρο του στους Financial Times. Όταν όμως ήρθε η ώρα των ανακοινώσεων, η Ουάσινγκτον επέλεξε να μην ενεργοποιήσει από την πρώτη στιγμή ολόκληρο το οπλοστάσιο των δευτερογενών κυρώσεων εναντίον κρατών και επιχειρήσεων που συναλλάσσονται με το Ιράν.

Ο επικεφαλής του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών παρουσίασε την επιλογή αυτή όχι ως υπαναχώρηση, αλλά ως ένα πρώτο μήνυμα προς όσους εξακολουθούν να έχουν οικονομικές σχέσεις με την Τεχεράνη, χαρακτηρίζοντας την «οικονομική D-Day» ως μια «προειδοποιητική βολή».

«Πιστεύουμε ότι μια προειδοποιητική βολή και ένας σαφής καθορισμός των προσδοκιών είναι η κατάλληλη προσέγγιση» δήλωσε ο Μπέσεντ, απαντώντας σε ερώτηση αμερικανικού δικτύου, κατά τη διάρκεια της αποψινής συνέντευξης Τύπου.

Η λογική της αμερικανικής κυβέρνησης είναι να δοθεί ένα περιορισμένο χρονικό περιθώριο σε κυβερνήσεις, τράπεζες και επιχειρήσεις ώστε να απομακρυνθούν από οικονομικές δραστηριότητες που συνδέονται με το Ιράν, προτού βρεθούν αντιμέτωπες με τις συνέπειες.

Όπως εξήγησε, οι Ηνωμένες Πολιτείες «δίνουν σε όλους την ευκαιρία να διορθώσουν την κακή συμπεριφορά τους», επισημαίνοντας παράλληλα ότι η άμεση εφαρμογή των κυρώσεων, χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση, θα μπορούσε να «τινάξει στον αέρα το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα».

Η περίοδος χάριτος έχει ημερομηνία λήξης

Το μήνυμα προς τους οικονομικούς εταίρους της Τεχεράνης συνοδεύτηκε, πάντως, από σαφή προειδοποίηση ότι το παράθυρο προσαρμογής δεν θα παραμείνει ανοικτό επ’ αόριστον.

«Πιστεύουμε ότι είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε το πλαίσιο και να δώσουμε στους εμπλεκόμενους μια περίοδο για να διορθώσουν την κατάσταση, αλλά θα πρέπει να γνωρίζουν ότι στη συνέχεια τα πράγματα θα κινηθούν πολύ γρήγορα και ότι είμαστε σοβαροί σε όσα λέμε» σημείωσε.

Ο Μπέσεντ δεν προσδιόρισε πόσο θα διαρκέσει αυτή η περίοδος, ξεκαθάρισε όμως ότι η αμερικανική υπομονή έχει όρια. Παράλληλα, προανήγγειλε ότι έως το τέλος της εβδομάδας αναμένεται ανακοίνωση κυρώσεων σε βάρος μεγάλου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος.

Την ίδια ώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αρχίσει προσωπικές επαφές με ξένους ηγέτες, επιδιώκοντας να περιοριστούν οι συναλλαγές των χωρών τους με το ιρανικό καθεστώς.

«Operation Economic Outcast»: Πέντε νέοι τομείς στο στόχαστρο

Ο νέος μηχανισμός πίεσης φέρει την ονομασία «Επιχείρηση Οικονομικός Παρίας» (Operation Economic Outcast) και φιλοδοξεί να περιορίσει δραστικά τις διεθνείς πηγές χρηματοδότησης της Τεχεράνης.

Στο πλαίσιο της επιχείρησης διευρύνεται σημαντικά το πεδίο στο οποίο μπορούν να εφαρμοστούν δευτερογενείς κυρώσεις. Πέντε τομείς βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο: τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, η τεχνολογία, ο χρυσός, οι αερομεταφορές και η ναυτιλία.

Παράλληλα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε μέτρα εναντίον περισσότερων από 60 προσώπων, εταιρειών, οργανισμών και πλοίων σε διάφορες χώρες, τα οποία κατηγορεί ότι συνέβαλαν μεταξύ άλλων στη διακίνηση ιρανικού πετρελαίου, στην προμήθεια τεχνολογίας για πυρηνικά και πυραυλικά προγράμματα και σε κυβερνοεπιχειρήσεις.

Η αμερικανική στρατηγική δεν περιορίζεται επομένως στο εσωτερικό του Ιράν. Η Ουάσινγκτον επιχειρεί να καταστήσει το κόστος συνεργασίας με την Τεχεράνη αρκετά υψηλό ώστε κυβερνήσεις, τράπεζες και επιχειρήσεις τρίτων χωρών να αναγκαστούν να επιλέξουν πλευρά.

Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, σε κάθε χώρα θα δοθεί «ένα σαφώς καθορισμένο χρονοδιάγραμμα για τον τερματισμό της δραστηριότητας που σχετίζεται με το Ιράν» και η οποία έχει προσδιοριστεί από τις αμερικανικές αρχές.

Στο κάδρο και η Κίνα

Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα αφορά το κατά πόσο η Ουάσινγκτον είναι πράγματι διατεθειμένη να εφαρμόσει το νέο καθεστώς κυρώσεων απέναντι στους σημαντικότερους οικονομικούς εταίρους του Ιράν.

Ο Μπέσεντ απέφυγε να αποκαλύψει ποιες χώρες έχουν ήδη δεχθεί αμερικανικές προειδοποιήσεις, ποια ακριβώς χρονικά περιθώρια θα τους δοθούν ή ποιες συγκεκριμένες επιχειρήσεις και τράπεζες κινδυνεύουν να βρεθούν στη λίστα των κυρώσεων.

Όταν, ωστόσο, ρωτήθηκε για το Πεκίνο και ειδικότερα για κινεζικές τράπεζες που χρηματοδοτούν εισαγωγές ιρανικού πετρελαίου, διαμήνυσε ότι «η Κίνα δεν θα εξαιρεθεί» από τα μέτρα.

Σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, η οικονομική εκστρατεία θα συνεχιστεί έως ότου το Ιράν απομονωθεί από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές και εμπορικές οδούς. Ταυτόχρονα, η Ουάσινγκτον επιδιώκει μέσω της πίεσης αυτής να οδηγήσει την Τεχεράνη σε αλλαγή στάσης και στο ζήτημα των Στενών του Ορμούζ.

Νετανιάχου: Το Ιράν επιχείρησε να σκοτώσει έναν από τους γιους μου

Μέσα στο ίδιο κλίμα ακραίας έντασης, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου προχώρησε σε μια αποκάλυψη για απειλή που, όπως υποστήριξε, είχε στραφεί εναντίον της ίδιας του της οικογένειας.

Σε τηλεφωνική συνομιλία με τον στρατιωτικό ανταποκριτή του Channel 14 Νόαμ Αμίρ, η οποία μεταδόθηκε τη Δευτέρα, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός δήλωσε ότι το Ιράν είχε επιχειρήσει να δολοφονήσει έναν από τους δύο γιους του.

«Πρόκειται για μια απίστευτη περίπτωση. Το Ιράν στοχοποίησε έναν από τους γιους μου. Το Ιράν προσπάθησε να τον δολοφονήσει, προσπάθησε να δολοφονήσει έναν από τους γιους μου», ανέφερε ο πρωθυπουργός.

Ο Νετανιάχου δεν αποκάλυψε εάν αναφερόταν στον Γιαΐρ ή στον Άβνερ. Δεν έδωσε επίσης πληροφορίες για το πότε φέρεται να οργανώθηκε η απόπειρα, τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάστηκε ή το πόσο κοντά έφτασε στην πραγματοποίησή της.

Η υπόθεση, σύμφωνα με ισραηλινά δημοσιεύματα, ήταν γνωστή εδώ και μήνες αλλά καλυπτόταν από απαγόρευση δημοσιοποίησης. Τον Ιούλιο είχε εγκριθεί διευρυμένη προστασία για τη σύζυγο του πρωθυπουργού, Σάρα Νετανιάχου, καθώς και για τους γιους του Γιαΐρ και Άβνερ.

Η ασφάλεια των πολιτικών αντιπάλων και η προεκλογική μάχη

Ο Νετανιάχου χρησιμοποίησε την καταγγελία για να υπερασπιστεί την ανάγκη αυξημένης προστασίας όχι μόνο της οικογένειάς του, αλλά και πολιτικών προσώπων που θεωρούνται πιθανοί στόχοι.

«Το Ιράν προσπάθησε να δολοφονήσει έναν από τους γιους μου. Και γι’ αυτό αυτή η υπόσχεση [που δίνω] είναι κάτι περισσότερο από πολυτέλεια – χωρίς αυτήν, θα μπορούσαν να πετύχουν [να σκοτώσουν τον γιο μου]. Οι άνθρωποι πρέπει να επιδείξουν κάποια αυτοσυγκράτηση, ειδικά κατά τη διάρκεια μιας προεκλογικής εκστρατείας».

Η συζήτηση συνδέθηκε άμεσα με την ασφάλεια του πρώην αρχηγού των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ, ο οποίος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πολιτικούς αντιπάλους του Νετανιάχου ενόψει των εκλογών της 27ης Οκτωβρίου.

«Μίλησα με τον επικεφαλής της Shin Bet και του ζήτησα να φροντίσει για την κατάλληλη ασφάλεια για όποιον θέσει υποψηφιότητα για πρωθυπουργός».

Οι αναφορές του Ισραηλινού πρωθυπουργού έγιναν σε μια περίοδο κατά την οποία η προεκλογική αντιπαράθεση στο Ισραήλ εντείνεται, ενώ οι σχέσεις με την Τεχεράνη παραμένουν στο επίκεντρο τόσο της πολιτικής όσο και της ασφάλειας της χώρας.

Η ιρανική αποστολή στα Ηνωμένα Έθνη δεν είχε απαντήσει άμεσα στην καταγγελία του Νετανιάχου.