Με την Ουκρανία να είναι ένα από τα βασικά θέματα που θα συζητηθούν σήμερα στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, ο πρόεδρος της Ρωσίας περιμένει να ακούσει τα συμπεράσματα των ηγετών των χωρών-μελών της Συμμαχίας, αλλά και η Συμμαχία έχει στραμμένη την προσοχή της στις επόμενες κινήσεις του Βλαντιμίρ Πούτιν.
Το βασικό ερώτημα κατά κοινή παραδοχή είναι αν μπορεί ή αν είναι διατεθειμένος να κλιμακώσει τη σύγκρουση όχι μόνο εναντίον της Ουκρανίας, αλλά και εναντίον κρατών-μελών της Συμμαχίας που στηρίζουν το Κίεβο. «Μέχρι στιγμής, τα μέλη της Συμμαχίας έχουν περιοριστεί στην υποστήριξη της Ουκρανίας», δήλωσε πρόσφατα ο Πούτιν προσθέτοντας ότι «πλέον συζητούν ανοικτά στη Δύση ότι προετοιμάζονται για πόλεμο εναντίον μας και αυξάνουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι δυτικές κυβερνήσεις χρησιμοποιούν ως επιχείρημα υποτιθέμενους κινδύνους που προέρχονται από τη Ρωσία, κάνοντας λόγο για αβάσιμες κατηγορίες περί ρωσικής απειλής.
Τον επιβεβαίωσε άλλωστε και πάλι χθες ο πρόεδρος της Φινλανδίας, Αλεξάντερ Στουμπ, που δήλωσε ότι ηγέτες του ΝΑΤΟ στηρίζουν την εντατικοποίηση των ουκρανικών επιθέσεων με drones βαθιά στο ρωσικό έδαφος, με στόχο να αυξηθεί η πίεση προς τη Μόσχα ώστε να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, εκτιμώντας ότι το Κίεβο έχει ισχυροποιήσει τη θέση του.
Μιλώντας στους Financial Times, ο Φινλανδός πρόεδρος υποστήριξε ότι, παρά τις ανησυχίες για ενδεχόμενη πυρηνική κλιμάκωση από τη Ρωσία, η ουκρανική εκστρατεία με πυραύλους και drones έχει μεταβάλλει τη στρατηγική προσέγγιση των Ηνωμένων Πολιτειών και έχει ενισχύσει σημαντικά τη διαπραγματευτική θέση του Κιέβου.
Η Εσθονία επέστησε επίσης την προσοχή πέρυσι στην παρουσία ρωσικών στρατευμάτων κοντά στα σύνορά της. Η Δανία κατέγραψε περιστατικά παραβίασης του εναέριου χώρου της από άγνωστα drones, ενώ το Όσλο εξέφρασε ανησυχία για πιθανή αύξηση της ρωσικής δραστηριότητας στο αρχιπέλαγος του Σβάλμπαρντ, ιδίως στον οικισμό Μπάρεντσμπουργκ. Παράλληλα, γίνεται λόγος για τη χορήγηση ρωσικής υπηκοότητας σε Ρώσους κατοίκους της Υπερδνειστερίας – ένα ζήτημα με δυνητικά πιο δυσοίωνες προεκτάσεις. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η αντίθεση ανάμεσα στον φόβο της κλιμάκωσης και στην ετοιμότητα του ΝΑΤΟ για άμυνα αποτυπώνεται ως δύο αντικρουόμενες προοπτικές. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η αδυναμία της Ρωσίας: η χώρα αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, μειωμένες πιστωτικές και παραγωγικές δυνατότητες και αυξημένη εξάρτηση από εξωτερική υποστήριξη. Από την άλλη, υπάρχει η προσαρμογή στις συνθήκες πολέμου: η παραγωγή έχει στραφεί στις πολεμικές ανάγκες, οι βετεράνοι επιστρέφουν από το μέτωπο, η κρατική προπαγάνδα διατηρεί τη συνοχή του εσωτερικού μετώπου και η καθημερινή ζωή στη χώρα περιστρέφεται ολοένα και περισσότερο γύρω από τον πόλεμο, ακόμη κι αν στη Δύση οι προκλήσεις αυτές φαίνονται σχετικά μακρινές.
Σχεδόν το 40% του ρωσικού προϋπολογισμού κατευθύνεται σε δαπάνες για την άμυνα και την ασφάλεια, καθώς και για τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Ουκρανία. Όσο το τέλος του πολέμου δεν φαίνεται κοντά, τόσο θα περιορίζονται οι επιλογές. Βρίσκεται ενδεχομένως αντιμέτωπος με έναν πειρασμό να ανταποδώσει, κλιμακώνοντας την επίθεσή του κατά της Ευρώπης στο επίπεδο άμεσων και απροκάλυπτων στρατιωτικών επιθέσεων. Στόχος θα ήταν να φέρει το ΝΑΤΟ αντιμέτωπο με ένα δίλημμα ως προς το πώς θα αντιδράσει: να αντεπιτεθεί, διακινδυνεύοντας έναν κύκλο αμοιβαίων αντιποίνων με τη Ρωσία, ή να μην κάνει τίποτα, εκθέτοντας τη Συμμαχία ως έναν «χάρτινο τίγρη».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ρωσία θα μπορούσε στη συνέχεια να προτείνει την επίλυση της κρίσης με αντάλλαγμα να τερματίσει η Ευρώπη τη στήριξή της προς την Ουκρανία. Αναγάγοντας την αναξιοπιστία σε θεμελιώδη αρχή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ο Τραμπ έχει καταστήσει αυτό το ενδεχόμενο ακόμη πιο δελεαστικό, καθώς κανείς δεν θα μπορούσε να είναι βέβαιος για το πώς θα αντιδρούσε σε οποιαδήποτε επίθεση εναντίον ενός ευρωπαϊκού κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ.
Σε κάθε περίπτωση αναμένουμε σήμερα εάν ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος θα αναφερθεί προσωπικά στον Ρώσο πρόεδρο, με τον οποίο άλλωστε συνομιλεί τακτικά αναγνωρίζοντας ότι είναι ένας ισχυρός παίκτης.
