Η πολιτική βούληση του Ντόναλντ Τραμπ δεν αρκεί για να επιστρέψει η Τουρκία στο πρόγραμμα των F-35. Οι ρωσικοί S-400, δύο διαφορετικά νομοθετικά πλαίσια, το Κογκρέσο και οι αντιδράσεις του Ισραήλ δημιουργούν έναν δύσκολο διάδρομο για την Άγκυρα.
Νέα δεδομένα στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Άγκυρας δημιούργησαν οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ που πραγματοποιείται στην τουρκική πρωτεύουσα στις 7 και 8 Ιουλίου 2026.
Κατά τη συνάντησή του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι σκοπεύει να άρει τις κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στην Τουρκία για την αγορά του ρωσικού συστήματος S-400, αφήνοντας παράλληλα ανοιχτό το ενδεχόμενο πώλησης μαχητικών F-35. Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι η τελική απόφαση δεν έχει ληφθεί και ότι παραμένουν νομικά και κοινοβουλευτικά εμπόδια.
Η ανακοίνωση του Τραμπ αποτελεί ισχυρό πολιτικό μήνυμα προς τον Ερντογάν, δεν ισοδυναμεί όμως αυτομάτως με άρση των κυρώσεων ούτε με έγκριση μιας συμφωνίας για τα μαχητικά πέμπτης γενιάς.
Το πρώτο και μεγαλύτερο εμπόδιο: Οι S-400
Η Τουρκία αποκλείστηκε από το πρόγραμμα των F-35 το 2019, μετά την παραλαβή του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400. Η Ουάσιγκτον υποστήριξε ότι η συνύπαρξη των δύο συστημάτων θα μπορούσε να επιτρέψει τη συλλογή ευαίσθητων δεδομένων για τα χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας και τις επιχειρησιακές δυνατότητες του αμερικανικού μαχητικού.
Το βασικό εμπόδιο βρίσκεται στο άρθρο 1245 του αμερικανικού αμυντικού προϋπολογισμού για το 2020. Η διάταξη απαγορεύει όχι μόνο την παράδοση αεροσκαφών F-35 στην Τουρκία, αλλά και τη μεταφορά ανταλλακτικών, τεχνικών δεδομένων, πνευματικής ιδιοκτησίας και υποστήριξης που θα επέτρεπε στην Άγκυρα να δημιουργήσει αυτόνομη υποδομή για το μαχητικό.
Για να αρθεί η απαγόρευση, ο υπουργός Άμυνας και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ πρέπει να πιστοποιήσουν εγγράφως στο Κογκρέσο ότι:
- Η Τουρκία δεν κατέχει πλέον τους S-400, ούτε εξοπλισμό, υλικά ή προσωπικό που συνδέεται με το σύστημα.
- Η Άγκυρα έχει δώσει αξιόπιστες διαβεβαιώσεις ότι δεν θα παραλάβει ξανά τους S-400 ή αντίστοιχο ρωσικό σύστημα.
- Δεν έχει αποκτήσει μετά τις 31 Ιουλίου 2019 άλλο ρωσικό αμυντικό υλικό που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τις δυνατότητες του F-35.
Ακόμη και μετά την υποβολή της πιστοποίησης, ο νόμος προβλέπει περίοδο αναμονής 90 ημερών πριν από την άρση της απαγόρευσης.
Αυτό σημαίνει ότι μια απλή απενεργοποίηση ή αποθήκευση των S-400 στο τουρκικό έδαφος δύσκολα θα ήταν αρκετή. Η νομοθεσία χρησιμοποιεί τη σαφή διατύπωση ότι η Τουρκία δεν πρέπει πλέον να «κατέχει» το σύστημα.
Οι κυρώσεις CAATSA είναι διαφορετικό ζήτημα
Το δεύτερο εμπόδιο αφορά τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στην τουρκική Προεδρία Αμυντικής Βιομηχανίας βάσει του νόμου CAATSA, λόγω της σημαντικής αμυντικής συναλλαγής της Άγκυρας με τη Ρωσία.
Οι κυρώσεις και η απαγόρευση των F-35 είναι δύο διαφορετικά νομικά μέτωπα. Ακόμη και αν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να τερματίσει τις κυρώσεις CAATSA, η ξεχωριστή απαγόρευση του άρθρου 1245 δεν εξαφανίζεται αυτομάτως.
Για τον τερματισμό των κυρώσεων, ο πρόεδρος πρέπει να πιστοποιήσει στις αρμόδιες επιτροπές του Κογκρέσου ότι:
- Η Τουρκία και όσοι ενεργούν για λογαριασμό της δεν κατέχουν πλέον τους S-400 ή διάδοχο σύστημα.
- Κανένα τέτοιο σύστημα δεν λειτουργεί ή συντηρείται στην Τουρκία από Ρώσους υπηκόους ή φορείς που συνδέονται με τη ρωσική αμυντική βιομηχανία.
- Η Άγκυρα έχει δεσμευτεί αξιόπιστα ότι δεν θα επιχειρήσει να αποκτήσει ξανά το ίδιο ή αντίστοιχο σύστημα.
Επομένως, η δήλωση του Τραμπ ότι οι κυρώσεις «θα αρθούν» πρέπει να ακολουθηθεί από συγκεκριμένες πράξεις, έγγραφες πιστοποιήσεις και αποδεικτικά στοιχεία.
Ο Μάρκο Ρούμπιο κρατά ένα από τα κρίσιμα κλειδιά
Ιδιαίτερη σημασία έχει η στάση του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, καθώς η δική του υπογραφή, μαζί με εκείνη του υπουργού Άμυνας, απαιτείται για την ενεργοποίηση της εξαίρεσης που προβλέπει η νομοθεσία.
Σε κατάθεσή του στη Βουλή των Αντιπροσώπων τον Ιούνιο του 2026, ο Ρούμπιο είχε ξεκαθαρίσει ότι η κυβέρνηση δεν διαθέτει, υπό τις σημερινές συνθήκες, την ελευθερία να επαναφέρει μονομερώς την Τουρκία στο πρόγραμμα.
«Αυτή τη στιγμή δεν έχουμε αυτή την επιλογή, επειδή το ζήτημα ρυθμίζεται νομοθετικά», είχε δηλώσει, παραπέμποντας τόσο στις διατάξεις του NDAA όσο και στις κυρώσεις.
Η τοποθέτησή του δείχνει ότι ο Λευκός Οίκος δεν μπορεί να παρακάμψει απλώς τη διαδικασία. Ο Ρούμπιο θα πρέπει είτε να διαπιστώσει ότι η Τουρκία έχει πράγματι συμμορφωθεί είτε να στηρίξει αλλαγή της νομοθεσίας από το Κογκρέσο.
Το διακομματικό μέτωπο στο Κογκρέσο
Η πιθανότητα πώλησης F-35 στην Τουρκία συναντά αντίσταση και από τα δύο αμερικανικά κόμματα.
Στις 2 Ιουλίου, οι Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί βουλευτές Μάικ Λόλερ και Μπραντ Σέρμαν ηγήθηκαν επιστολής προς τον Τραμπ, ζητώντας τη διατήρηση της απαγόρευσης. Οι υπογράφοντες επικαλέστηκαν τόσο τους S-400 όσο και την τουρκική στάση απέναντι στην Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ.
Παράλληλα, βουλευτές έχουν προετοιμάσει τη χρήση κοινού ψηφίσματος αποδοκιμασίας, του νομοθετικού μηχανισμού μέσω του οποίου το Κογκρέσο μπορεί να επιχειρήσει να μπλοκάρει μια επίσημα κοινοποιημένη πώληση όπλων.
Η απλή κατάθεση ενός τέτοιου ψηφίσματος δεν ακυρώνει αυτομάτως τη συναλλαγή. Αν όμως εγκριθεί από τη Βουλή και τη Γερουσία, ο πρόεδρος θα πρέπει είτε να το αποδεχθεί είτε να ασκήσει βέτο. Για την ανατροπή προεδρικού βέτο απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία.
Το σημαντικότερο πρόβλημα για τον Τραμπ είναι ότι οι αντιρρήσεις δεν προέρχονται μόνο από τους Δημοκρατικούς. Η ύπαρξη Ρεπουμπλικανών αντιπάλων αυξάνει το πολιτικό κόστος και δυσκολεύει μια γρήγορη συμφωνία.
Η αντίδραση του Ισραήλ και η ισορροπία ισχύος
Ένα επιπλέον εμπόδιο δημιουργούν οι αντιδράσεις του Ισραήλ. Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου έχει προειδοποιήσει ότι η παράδοση F-35 στην Τουρκία θα μπορούσε να μεταβάλει την περιφερειακή ισορροπία και να επηρεάσει την αεροπορική υπεροχή του Ισραήλ.
Οι ισραηλινές αντιρρήσεις δεν αποτελούν από μόνες τους νομικό βέτο. Ωστόσο, η αμερικανική κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη, όταν προτείνει πώληση σημαντικού αμυντικού εξοπλισμού σε χώρα της Μέσης Ανατολής, να πιστοποιήσει ότι η συναλλαγή δεν υπονομεύει το ποιοτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα του Ισραήλ.
Για να αντιμετωπιστεί αυτό το ζήτημα, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε, θεωρητικά, να προτείνει περιορισμένη διαμόρφωση των τουρκικών F-35, διαφορετικό οπλισμό, αυστηρούς όρους χρήσης ή πρόσθετο αμυντικό πακέτο προς το Ισραήλ. Μια τέτοια λύση, όμως, θα απαιτούσε μακρά διαπραγμάτευση και δεν θα έλυνε το πρόβλημα των S-400.
Πώς μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για τα F-35
Στην πράξη υπάρχουν δύο βασικές οδοί:
1. Η Τουρκία απομακρύνει πλήρως τους S-400
Η πιο καθαρή νομικά επιλογή είναι η επαληθεύσιμη απομάκρυνση του συστήματος από την τουρκική κατοχή. Αυτό θα μπορούσε να γίνει με επιστροφή, καταστροφή ή μεταβίβαση σε τρίτη χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι θα απομακρυνθούν μαζί ο εξοπλισμός, τα υλικά και το σχετικό προσωπικό. Στην Ουάσιγκτον έχει συζητηθεί το ενδεχόμενο μεταφοράς των S-400 σε τρίτη χώρα, χωρίς όμως να έχει οριστικοποιηθεί σχετική συμφωνία.
Στη συνέχεια θα απαιτούνταν κοινή πιστοποίηση των υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας, τερματισμός των κυρώσεων CAATSA, παρέλευση της περιόδου των 90 ημερών και επίσημη διαδικασία έγκρισης της πώλησης από το Κογκρέσο.
2. Το Κογκρέσο αλλάζει τον νόμο
Η δεύτερη επιλογή θα ήταν η τροποποίηση ή κατάργηση των περιορισμών μέσω νέας νομοθεσίας. Πρόκειται για πολιτικά δυσκολότερο δρόμο, καθώς θα απαιτούσε τη συνεργασία της Βουλής και της Γερουσίας σε μια περίοδο κατά την οποία υπάρχει ήδη διακομματική αντίδραση. Μια εξαίρεση ειδικά για την Τουρκία θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ότι αποδυναμώνει το μήνυμα του CAATSA προς άλλες χώρες που εξετάζουν την αγορά ρωσικών οπλικών συστημάτων.
Πολιτική συμφωνία δεν σημαίνει άμεση παράδοση
Ακόμη και αν Τραμπ και Ερντογάν καταλήξουν σε πολιτική συμφωνία, η παράδοση F-35 δεν μπορεί να γίνει άμεσα.
Θα πρέπει να ακολουθήσουν η επίσημη κοινοποίηση της πώλησης, η κοινοβουλευτική εξέταση, οι τεχνικές συμφωνίες ασφαλείας, η εκπαίδευση προσωπικού και η δημιουργία νέου χρονοδιαγράμματος παραγωγής και παράδοσης.
Η Τουρκία δεν θα επέστρεφε επομένως αυτομάτως στην προηγούμενη θέση της ως εταίρος του προγράμματος. Η αγορά αεροσκαφών, η επανένταξη στην παραγωγική αλυσίδα και η πρόσβαση σε κρίσιμη τεχνολογία αποτελούν διαφορετικά επίπεδα διαπραγμάτευσης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να ξεκινήσει τη διαδικασία, αλλά δεν μπορεί μόνος του να παραδώσει F-35 στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Το καθοριστικό ερώτημα δεν είναι εάν ο Αμερικανός πρόεδρος θέλει να ικανοποιήσει την Άγκυρα, αλλά εάν η Τουρκία είναι διατεθειμένη να εγκαταλείψει πλήρως τους S-400 και εάν το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το Πεντάγωνο και το Κογκρέσο θα θεωρήσουν ότι πληρούνται οι όροι του νόμου.
Μέχρι να συμβεί αυτό, οι δηλώσεις περί άρσης των κυρώσεων και επιστροφής στο πρόγραμμα αποτελούν πολιτική πρόθεση και όχι ολοκληρωμένη συμφωνία.