Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Η κοινή εμφάνιση του Ντόναλντ Τραμπ και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα δεν παρήγαγε ακόμη μια ολοκληρωμένη συμφωνία για τα F-35 ούτε εξαφάνισε με μία δήλωση τις αμερικανικές κυρώσεις. Παρήγαγε, όμως, κάτι εξίσου σημαντικό για την τουρκική πλευρά: τη δημόσια πολιτική αποκατάσταση της Άγκυρας από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Τραμπ δεν αντιμετώπισε την Τουρκία ως τον «δύσκολο σύμμαχο» που πρέπει πρώτα να συμμορφωθεί με συγκεκριμένους όρους. Την παρουσίασε ως πιστό φίλο, μεγάλη στρατιωτική δύναμη και απαραίτητο εταίρο, ενώ περιέγραψε τον Ερντογάν ως «σπουδαίο», ισχυρό και σεβαστό ηγέτη. Έφτασε, μάλιστα, στο σημείο να δηλώσει ότι πιθανότατα δεν θα συμμετείχε στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ εάν δεν υπήρχε ο Τούρκος πρόεδρος.

Αυτό είναι ίσως το πρώτο και βασικό συμπέρασμα: η Ουάσινγκτον του Τραμπ δεν βλέπει πλέον την Τουρκία πρωτίστως μέσα από το πρίσμα των προβλημάτων που προκαλεί, αλλά μέσα από τη χρησιμότητά της. Και όταν ο Τραμπ αναγνωρίζει χρησιμότητα, ακολουθούν συνήθως εμπορικές συμφωνίες, εξοπλιστικά πακέτα και πολιτικά ανταλλάγματα.

Ο Τραμπ αναβάθμισε δημόσια τον Ερντογάν

Η φρασεολογία του Αμερικανού προέδρου ξεπέρασε τα αναμενόμενα διπλωματικά κομπλιμέντα. Ο Τραμπ μίλησε για έναν ηγέτη που «χαίρει σεβασμού», για μια στρατιωτικά ισχυρή Τουρκία και για μια προσωπική σχέση που βασίζεται σε ιδιαίτερη «χημεία».

Όταν ρωτήθηκε γιατί τα πηγαίνει τόσο καλά με τον Ερντογάν, απάντησε ότι συνεννοείται εξαιρετικά με ορισμένους «ισχυρούς ανθρώπους», ενώ δεν μπορεί να συνεννοηθεί με τους «αδύναμους». Με αυτή τη διατύπωση, ο Τραμπ ενέταξε τον Τούρκο πρόεδρο στη δική του λέσχη των «ισχυρών ηγετών» — μια κατηγορία προσώπων με τα οποία προτιμά να κάνει απευθείας συναλλαγές, παρακάμπτοντας συχνά τις παραδοσιακές διπλωματικές διαδικασίες.

Η αναφορά του στην υπόθεση του πάστορα Άντριου Μπράνσον είχε επίσης δύο αναγνώσεις. Από τη μία, ο Τραμπ τη χρησιμοποίησε ως απόδειξη ότι ο Ερντογάν ανταποκρίνεται στα αιτήματά του. Από την άλλη, υπενθύμισε δημόσια ότι ένα τηλεφώνημά του ήταν αρκετό, κατά τη δική του αφήγηση, για να απελευθερωθεί ο Αμερικανός πάστορας.

Επομένως, οι φιλοφρονήσεις δεν ήταν εντελώς δωρεάν. Ο Τραμπ εξήρε τον Ερντογάν ως ισχυρό συνομιλητή, αλλά ταυτόχρονα παρουσίασε τη σχέση τους ως μια προσωπική ιεραρχία στην οποία εκείνος ζητά και ο Τούρκος πρόεδρος ανταποκρίνεται.

Η πιο εντυπωσιακή στροφή ήταν στις κυρώσεις CAATSA

Η δήλωση του Τραμπ ότι οι κυρώσεις CAATSA «θα αρθούν» και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιθυμούν να επιβάλλουν κυρώσεις στους φίλους τους αποτελεί τη σαφέστερη ένδειξη αλλαγής στάσης.

Μέχρι σήμερα, οι κυρώσεις δεν παρουσιάζονταν ως μια παρεξήγηση μεταξύ φίλων, αλλά ως συνέπεια της απόφασης της Τουρκίας να αγοράσει το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400. Η αγορά οδήγησε στην απομάκρυνση της Άγκυρας από το πρόγραμμα των F-35 και στην επιβολή περιορισμών στην τουρκική Προεδρία Αμυντικών Βιομηχανιών.

Ο Τραμπ άλλαξε το πολιτικό πλαίσιο της συζήτησης. Αντί να πει ότι η Τουρκία πρέπει πρώτα να εκπληρώσει τις αμερικανικές προϋποθέσεις, είπε ουσιαστικά ότι οι κυρώσεις δεν ταιριάζουν σε μια φιλική σχέση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι CAATSA εξαφανίστηκαν ήδη. Απαιτούνται διοικητικές, νομικές και πιθανώς κοινοβουλευτικές διαδικασίες, ενώ ο Μάρκο Ρούμπιο και άλλοι αξιωματούχοι καλούνται να διαμορφώσουν τον μηχανισμό άρσης ή περιορισμού τους. Η πολιτική βούληση του Τραμπ, όμως, εκφράστηκε με τρόπο που δύσκολα ανακαλείται χωρίς κόστος.

Το σημαντικότερο κέρδος του Ερντογάν είναι ότι το ζήτημα δεν συζητείται πλέον με το ερώτημα «εάν» πρέπει να αρθούν οι κυρώσεις, αλλά με το «πώς» και «πότε».

Η απάντηση για τους S-400 ήταν το πιο ανησυχητικό σημείο

Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η απάντηση του Τραμπ όταν ρωτήθηκε αν ανησυχεί για τους ρωσικούς S-400 που διαθέτει η Τουρκία: «Δεν έχω καμία ανησυχία».

Η απάντηση αυτή δεν λύνει ούτε το τεχνικό ούτε το νομικό πρόβλημα. Η αμερικανική θέση ήταν ότι η συνύπαρξη των S-400 με τα F-35 μπορεί να επιτρέψει τη συλλογή ευαίσθητων δεδομένων για τα χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας του αμερικανικού μαχητικού. Το Κογκρέσο έχει επίσης θεσπίσει περιορισμούς που μπλοκάρουν την επιστροφή της Τουρκίας όσο το ρωσικό σύστημα παραμένει στην κατοχή της.

Πολιτικά, όμως, η φράση του Τραμπ είναι εξαιρετικά βαριά. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ έδειξε ότι δεν συμμερίζεται, ή δεν επιθυμεί να προβάλει δημοσίως, τις ανησυχίες που επί χρόνια αποτελούσαν τον βασικό πυρήνα της αμερικανικής πολιτικής έναντι της Άγκυρας.

Εδώ βρίσκεται το πραγματικό καμπανάκι. Δεν ανακοινώθηκε παράδοση F-35 στην Τουρκία, αλλά ο Τραμπ έδειξε διατεθειμένος να αποσυνδέσει πολιτικά το θέμα των μαχητικών από το ζήτημα των S-400, ακόμη και αν το αμερικανικό θεσμικό σύστημα δεν του επιτρέπει να το κάνει τόσο εύκολα στην πράξη.

F-35: Ο Ερντογάν κέρδισε υπόσχεση, όχι ακόμη αεροσκάφη

Ο Τραμπ δήλωσε ότι θα εξεταστεί το θέμα των F-35 και ότι θα ληφθεί απόφαση, χαρακτηρίζοντας την Τουρκία «πιστό φίλο» και διερωτώμενος ουσιαστικά γιατί δεν προχωρά η συνεργασία.

Ο Ερντογάν εκμεταλλεύτηκε αμέσως το άνοιγμα. Δήλωσε ότι έχει λάβει υπόσχεση για πέντε αεροσκάφη και πρόσθεσε πως ο Τραμπ είναι άνθρωπος που τηρεί τον λόγο του. Με αυτή τη διατύπωση, ο Τούρκος πρόεδρος επιχείρησε να δεσμεύσει δημοσίως τον Αμερικανό ομόλογό του: μετέτρεψε μια αόριστη θετική διάθεση σε προσωπική υπόσχεση του Τραμπ που πλέον αναμένει να εκπληρωθεί.

Η Άγκυρα θα παρουσιάσει αναμφίβολα αυτή την εικόνα ως μεγάλη επιτυχία. Χρειάζεται, όμως, προσοχή: δεν υπήρξε δημόσια ανακοίνωση για υπογεγραμμένη πώληση, χρονοδιάγραμμα παραδόσεων ή επίλυση του προβλήματος των S-400.

Η αμερικανική νομοθεσία και οι αντιδράσεις στο Κογκρέσο παραμένουν ουσιαστικά εμπόδια. Συζητείται ακόμη και το σενάριο μεταφοράς των S-400 σε τρίτη χώρα, αλλά δεν έχει ανακοινωθεί συμφωνία ούτε είναι σαφές ότι η Μόσχα ή η Άγκυρα θα αποδέχονταν μια τέτοια διευθέτηση.

Με απλά λόγια, ο Ερντογάν έφυγε από τη δημόσια εμφάνιση με ισχυρή πολιτική παρακαταθήκη, αλλά όχι ακόμη με τα κλειδιά των F-35.

KAAN και F110: Το πιο χειροπιαστό αποτέλεσμα

Σε αντίθεση με τα F-35, όπου κυριαρχούν ακόμη οι υποσχέσεις και τα θεσμικά εμπόδια, η προμήθεια αμερικανικών κινητήρων F110 για το τουρκικό μαχητικό KAAN αποτελεί πολύ πιο συγκεκριμένη εξέλιξη.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη γνωστοποιήσει στο Κογκρέσο πακέτο περίπου 700 εκατομμυρίων δολαρίων για κινητήρες μαχητικών που χρειάζεται η Τουρκία. Η κίνηση αυτή δεν ισοδυναμεί με επανένταξη στο πρόγραμμα F-35, αλλά δίνει στην Άγκυρα ζωτικό χρόνο για την ανάπτυξη του KAAN, έως ότου μπορέσει, εφόσον τα καταφέρει, να αποκτήσει εγχώρια λύση πρόωσης.

Αυτό είναι το σημείο όπου η γεωπολιτική συναντά τη βιομηχανική εξάρτηση. Η Τουρκία διαφημίζει το KAAN ως «εθνικό» μαχητικό, αλλά για τις πρώτες εκδόσεις του εξακολουθεί να χρειάζεται αμερικανικούς κινητήρες.

Ο Τραμπ φαίνεται πρόθυμος να χρησιμοποιήσει αυτή την ανάγκη ως εργαλείο συναλλαγής. Βοηθά την Τουρκία να προχωρήσει το εμβληματικό της πρόγραμμα, αλλά διατηρεί ταυτόχρονα έναν κρίσιμο μοχλό ελέγχου πάνω στην εξέλιξή του.

Οικονομία: Ο Τραμπ βλέπει την Τουρκία και ως μεγάλη αγορά

Στο οικονομικό σκέλος δεν ανακοινώθηκε ένα λεπτομερές πακέτο συμφωνιών. Ο Τραμπ, ωστόσο, δήλωσε ότι οι δύο πλευρές θα συζητήσουν εμπορικές συμφωνίες, ότι θα κάνουν «πολλές δουλειές» και ότι και οι δύο χώρες θα αποκομίσουν σημαντικά οφέλη.

Αυτή η διατύπωση ταιριάζει απόλυτα στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τη διεθνή πολιτική. Για τον Τραμπ, η πώληση κινητήρων, πιθανών μαχητικών και άλλων συστημάτων δεν αποτελεί μόνο στρατηγική επιλογή. Είναι παράλληλα εξαγωγική συμφωνία για την αμερικανική βιομηχανία.

Η τουρκική πλευρά θέλει να προχωρήσει προς τον παλαιότερο στόχο των 100 δισ. δολαρίων στις διμερείς εμπορικές συναλλαγές και να διευρύνει τη συνεργασία στους τομείς της ενέργειας, της αμυντικής βιομηχανίας και των επενδύσεων. Το δημόσιο μέρος της συνάντησης δεν απέδειξε ότι αυτός ο στόχος είναι κοντά, έδειξε όμως ότι ο Τραμπ θεωρεί την Άγκυρα αγορά με την οποία αξίζει να κάνει συμφωνίες.

ΝΑΤΟ: Ο Τραμπ ύψωσε την Τουρκία και υποβάθμισε τη Συμμαχία

Η δήλωση ότι δεν θα πήγαινε ενδεχομένως στη Σύνοδο εάν δεν υπήρχε ο Ερντογάν δεν ήταν απλώς μία ακόμη φιλοφρόνηση. Αποτύπωσε τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ αντιλαμβάνεται τις συμμαχίες: όχι ως σταθερά θεσμικά πλαίσια, αλλά ως δίκτυα προσωπικών σχέσεων και ανταλλαγμάτων.

Ο Αμερικανός πρόεδρος επανέλαβε ότι το ΝΑΤΟ τον έχει απογοητεύσει, υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δαπανήσει τρισεκατομμύρια για την προστασία της Ευρώπης χωρίς να λάβουν την υποστήριξη που περίμεναν, ιδιαίτερα στην αντιπαράθεση με το Ιράν.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία εμφανίζεται στα μάτια του ως διαφορετικός σύμμαχος: έχει μεγάλο στρατό, σημαντική αμυντική βιομηχανία, γεωγραφικό βάθος και έναν ηγέτη με τον οποίο ο Τραμπ πιστεύει ότι μπορεί να συνεννοηθεί προσωπικά.

Η αναβάθμιση της Τουρκίας, επομένως, δεν προκύπτει επειδή η Άγκυρα έγινε ξαφνικά πιο συνεπής προς τις δυτικές αρχές. Προκύπτει επειδή ο Τραμπ αξιολογεί τους συμμάχους με βάση τη στρατιωτική ισχύ, τη χρησιμότητα, τη δυνατότητα πραγματοποίησης συμφωνιών και την προσωπική «χημεία» με την ηγεσία τους.

Τι σημαίνει για την Ελλάδα

Η θερμή στάση του Τραμπ δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ υιοθέτησαν αυτομάτως τις τουρκικές θέσεις στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο ή στο Κυπριακό. Ούτε σημαίνει ότι η Τουρκία θα αποκτήσει αύριο F-35.

Σημαίνει, όμως, ότι ο Αμερικανός πρόεδρος είναι διατεθειμένος να διαχωρίσει την τουρκική στρατηγική αξία από τη συμπεριφορά της Άγκυρας έναντι της Ελλάδας, της Κύπρου ή του Ισραήλ. Η αμερικανική διοίκηση μπορεί να θεωρήσει ότι η επιστροφή της Τουρκίας στον δυτικό εξοπλιστικό μηχανισμό είναι μεγαλύτερη προτεραιότητα από τις επιφυλάξεις περιφερειακών συμμάχων.

Η πιθανότητα ενίσχυσης της τουρκικής αεροπορικής ισχύος αφορά άμεσα την Ελλάδα. Ακόμη και αν τα F-35 παραμένουν μακρινό και σύνθετο σενάριο, η παράδοση κινητήρων για το KAAN, η άρση των CAATSA και η αποκατάσταση της αμερικανοτουρκικής αμυντικής συνεργασίας μπορούν σταδιακά να μεταβάλουν τα δεδομένα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Αθήνα έχει λόγο να παρακολουθεί ιδιαίτερα το Κογκρέσο, τις νομικές προϋποθέσεις για τους S-400 και το ακριβές περιεχόμενο των εξοπλιστικών συμφωνιών. Η θερμή σχέση Τραμπ–Ερντογάν είναι πολιτικά σημαντική, αλλά δεν έχει ακόμη καταργήσει τους θεσμικούς περιορισμούς της Ουάσινγκτον.

Το τελικό συμπέρασμα: Η Άγκυρα κέρδισε εικόνα και πολιτικό κεφάλαιο

Η κοινή εμφάνιση δεν έλυσε όλα τα προβλήματα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Έδειξε, όμως, ότι ο Τραμπ επιθυμεί να ανοίξει μια νέα περίοδο στην οποία η Τουρκία θα αντιμετωπίζεται ως προνομιακός στρατηγικός και εμπορικός εταίρος.

Ο Ερντογάν κέρδισε αυτό που χρειαζόταν περισσότερο στη συγκεκριμένη φάση: την εικόνα ότι ο ισχυρότερος παράγοντας του ΝΑΤΟ τον θεωρεί προσωπικό φίλο, κρίσιμο ηγέτη και συνομιλητή που αξίζει να ανταμειφθεί.

Ο Τραμπ, από την πλευρά του, δεν έδωσε ακόμη τα πάντα. Κράτησε ανοιχτό το παζάρι για τα F-35, προχώρησε το θέμα των κινητήρων, προανήγγειλε την άρση των κυρώσεων και μετέτρεψε την αμυντική σχέση σε πιθανό πεδίο δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Για την Τουρκία ήταν μια ισχυρή επικοινωνιακή και πολιτική νίκη. Για την Ελλάδα ήταν μια υπενθύμιση ότι η Ουάσινγκτον του Τραμπ μπορεί να δίνει πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα στην ισχύ και στη συναλλαγή από ό,τι στις ενστάσεις των περιφερειακών συμμάχων της.

Η Άγκυρα δεν πήρε ακόμη τα F-35. Πήρε, όμως, το πράσινο φως για να πιστεύει ότι η πόρτα ανοίγει — και το άκουσε δημοσίως από τον ίδιο τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών.