Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Έπεσαν οι υπογραφές στο πρότζεκτ της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και του Πακιστάν, όπως είχε γράψει το Newsbeast πριν από πάνω από 7 μήνες. Η Άγκυρα δεν αντιμετωπίζει το Σύμφωνο της Μέκκας ως ένα κλειστό κλαμπ τριών χωρών.

Μία ημέρα μετά την υπογραφή της συμφωνίας αμοιβαίας άμυνας από την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, ο Χακάν Φιντάν έδειξε προς την Αίγυπτο ως τον πιθανότερο επόμενο εταίρο. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών χαρακτήρισε το Κάιρο «φυσικό εταίρο» και δήλωσε ότι πιστεύει πως, όταν διευθετηθούν «ορισμένα τεχνικά ζητήματα», δεν θα υπάρχει λόγος να μη συμμετέχει και η Αίγυπτος. Πρόσθεσε μάλιστα ότι το όραμα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι το νέο σχήμα να μην περιοριστεί στους τρεις ιδρυτές του, αλλά να διευρυνθεί. 

Υπάρχει, ωστόσο, μία κρίσιμη λεπτομέρεια: αυτή είναι προς το παρόν η προσδοκία της Τουρκίας και όχι ανακοινωμένη απόφαση της Αιγύπτου. Το Κάιρο δεν συμμετείχε στην υπογραφή της 7ης Αυγούστου και μέχρι στιγμής δεν έχει δώσει επίσημη εξήγηση για την απουσία του. Δεν υπάρχει επίσης δημόσια επιβεβαίωση ότι του προτάθηκε επίσημα να υπογράψει και αρνήθηκε. Η αιγυπτιακή νομοθεσία κάνει, ούτως ή άλλως, πιο σύνθετη μια δέσμευση που θα μπορούσε να συνεπάγεται στρατιωτική εμπλοκή εκτός συνόρων: το άρθρο 152 του Συντάγματος απαιτεί, για αποστολή στρατευμάτων σε πολεμικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό, διαβούλευση με το Συμβούλιο Εθνικής Άμυνας και έγκριση των δύο τρίτων του Κοινοβουλίου. 

Η Αίγυπτος δεν εμφανίζεται ξαφνικά στο κάδρο

Η αναφορά Φιντάν στην Αίγυπτο δεν είναι τυχαία. Κάιρο, Άγκυρα, Ριάντ και Ισλαμαμπάν έχουν ήδη δημιουργήσει τους τελευταίους μήνες έναν ξεχωριστό τετραμερή μηχανισμό διαβουλεύσεων, γνωστό ως R4, μέσα από τον οποίο συντονίζουν θέσεις για την περιφερειακή ασφάλεια, το Ιράν, τη Γάζα και τις κρίσιμες θαλάσσιες οδούς. Μόλις στις 5 Αυγούστου, δύο ημέρες πριν από την υπογραφή στη Μέκκα, οι υπουργοί Εξωτερικών των τεσσάρων χωρών συναντήθηκαν για πέμπτη φορά, αυτή τη φορά στο Αμμάν, συζητώντας μεταξύ άλλων την ασφάλεια στα Στενά του Ορμούζ και την ανάγκη να ενισχυθεί ο ίδιος ο μηχανισμός R4. 

Στην πραγματικότητα, η R4 μπορεί να θεωρηθεί το πολιτικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο ωρίμασε μια ευρύτερη ιδέα: ότι σημαντικές περιφερειακές δυνάμεις πρέπει να δημιουργήσουν δικούς τους μηχανισμούς συνεννόησης και ασφάλειας, χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από εξωτερικούς εγγυητές. Τουρκικά μέσα είχαν ήδη πριν από την υπογραφή περιγράψει την προσέγγιση Άγκυρας, Ριάντ, Καΐρου και Ισλαμαμπάν ως μια χαλαρή αλλά όλο και πιο ουσιαστική σύγκλιση, η οποία ενισχύθηκε από τον πόλεμο με το Ιράν και την αβεβαιότητα γύρω από τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής. 

Η ένταξη της Αιγύπτου θα είχε, συνεπώς, βαρύ συμβολικό αλλά και στρατηγικό αποτύπωμα: θα συνέδεε ακόμη στενότερα τον Περσικό Κόλπο, την Ανατολική Μεσόγειο, την Ερυθρά Θάλασσα και τη Νότια Ασία μέσα σε ένα ενιαίο σχήμα συνεργασίας. Αυτό, όμως, παραμένει προς το παρόν σενάριο και όχι τετελεσμένο γεγονός.

Τι ακριβώς υπέγραψαν οι τρεις στη Μέκκα

Το Mecca Joint Defence Agreement, όπως έχει παρουσιαστεί επισήμως, στηρίζεται σε μία ιδιαίτερα ισχυρή πολιτικά ρήτρα: ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον και των τριών. Η επίσημη τουρκική ανακοίνωση αναφέρει ότι στόχος είναι η ενίσχυση της συλλογικής αποτροπής και η διεύρυνση της αμυντικής συνεργασίας «σε όλες τις διαστάσεις». Ο Ερντογάν πρόσθεσε ότι η συμφωνία περιλαμβάνει συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία, κοινά προγράμματα και καταπολέμηση της τρομοκρατίας, ενώ στηρίζεται στο δικαίωμα ατομικής και συλλογικής αυτοάμυνας του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ. 

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο βρίσκεται, όμως, σε όσα ακολούθησαν την υπογραφή. Ο Φιντάν αποκάλυψε ότι προβλέπεται η δημιουργία υπουργικής επιτροπής, πολιτικών και στρατιωτικών μηχανισμών και μόνιμης γενικής γραμματείας με έδρα τη Σαουδική Αραβία. Προγραμματίζονται επίσης κοινές ασκήσεις και εκπαιδεύσεις. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται μόνο για μια διακήρυξη πολιτικής αλληλεγγύης· υπάρχει πρόθεση να αποκτήσει το σχήμα μόνιμη θεσμική υποδομή. Οι επιχειρησιακές λεπτομέρειες, ωστόσο, αναμένεται να εξειδικευθούν στις πρώτες συναντήσεις των νέων οργάνων. 

Εδώ βρίσκεται και η βασική «γκρίζα ζώνη» της συμφωνίας. Οι δημόσιες ανακοινώσεις δεν διευκρινίζουν ποιες ακριβώς στρατιωτικές υποχρεώσεις αναλαμβάνει κάθε χώρα ούτε ποια θα είναι αυτομάτως η απάντηση σε μια επίθεση. Ο ίδιος ο Φιντάν εξήγησε ότι, σε περίπτωση κρίσης, οι τρεις θα διαβουλεύονται για τον βαθμό και τη μορφή της υποστήριξης. Αυτή μπορεί να κυμαίνεται από ανταλλαγή πληροφοριών και υλικοτεχνική συνδρομή έως στρατιωτική βοήθεια. 

Είναι πράγματι ένα «μουσουλμανικό ΝΑΤΟ»;

Η σύγκριση ήταν αναπόφευκτη. Ο Φιντάν δήλωσε ότι, σε τεχνικό επίπεδο, η αρχή «επίθεση στον έναν, επίθεση σε όλους» παραπέμπει στο Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν δημιούργησαν μέσα σε μία νύχτα ένα αντίστοιχο ΝΑΤΟ της Μέσης Ανατολής. Το ίδιο το ΝΑΤΟ διαθέτει δεκαετίες κοινών δομών διοίκησης, στρατιωτικού σχεδιασμού, τυποποίησης, διαλειτουργικότητας και πολιτικών μηχανισμών που το νέο σχήμα δεν έχει ακόμη αναπτύξει. 

Ακόμη και το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ δεν σημαίνει ότι κάθε σύμμαχος υποχρεώνεται αυτομάτως να στείλει στρατό. Σύμφωνα με την ίδια τη Συμμαχία, κάθε κράτος λαμβάνει τα μέτρα που θεωρεί αναγκαία, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν ή όχι χρήση ένοπλης βίας. Η ομοιότητα, επομένως, βρίσκεται κυρίως στη λογική της συλλογικής αποτροπής, όχι ακόμη στο επίπεδο θεσμικής και επιχειρησιακής ενοποίησης. 

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο αναλυτές του Atlantic Council προειδοποιούν ότι είναι πρόωρο να περιγραφεί η συμφωνία ως ένα νέο ΝΑΤΟ. Το κρίσιμο τεστ δεν είναι η διατύπωση του κειμένου αλλά το τι θα συμβεί στην πρώτη πραγματική κρίση: για παράδειγμα, εάν η Σαουδική Αραβία δεχθεί επίθεση από τους Χούθι, μέχρι ποιο σημείο θα είναι διατεθειμένες να εμπλακούν η Τουρκία και το Πακιστάν; 

Τουρκική τεχνολογία, σαουδαραβικά κεφάλαια, πακιστανική στρατιωτική ισχύς

Η ισχύς του σχήματος βρίσκεται περισσότερο στη συμπληρωματικότητα των τριών χωρών. Η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ και μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, με ιδιαίτερη παρουσία στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, στα πολεμικά πλοία, στα ηλεκτρονικά συστήματα και στα πυρομαχικά. Η Σαουδική Αραβία προσθέτει τεράστια οικονομική ισχύ, ενεργειακό βάρος και τη δυνατότητα χρηματοδότησης κοινών εξοπλιστικών και βιομηχανικών προγραμμάτων. Το Πακιστάν φέρνει έναν μεγάλο και έμπειρο στρατιωτικό μηχανισμό – αλλά και ένα στοιχείο που αλλάζει αναπόφευκτα τη γεωπολιτική ανάγνωση της συμφωνίας: είναι η μοναδική μουσουλμανική χώρα που διαθέτει πυρηνικά όπλα. 

Οι σχέσεις αυτές δεν ξεκινούν από το μηδέν. Το Πακιστάν παρέχει εδώ και δεκαετίες στρατιωτική εκπαίδευση και τεχνική βοήθεια στη Σαουδική Αραβία, ενώ Τουρκία και Πακιστάν έχουν αναπτύξει στενή αμυντική συνεργασία. Το Ριάντ, από την άλλη, έχει εξελιχθεί σε σημαντικό αγοραστή τουρκικών drones. Σύμφωνα με το Reuters, το Πακιστάν έχει επίσης αναπτύξει στη Σαουδική Αραβία προσωπικό και στρατιωτικά μέσα, μεταξύ των οποίων συστήματα αεράμυνας. 

Ακριβώς εδώ μπορεί να βρίσκεται μία από τις πιο ουσιαστικές πλευρές της συμφωνίας τα επόμενα χρόνια: όχι τόσο στη δημιουργία ενός ενιαίου στρατού, όσο στην ενοποίηση αμυντικών βιομηχανιών, στην αεράμυνα, στην ανταλλαγή πληροφοριών, στις κοινές ασκήσεις και στην παραγωγή οπλικών συστημάτων. Για την Άγκυρα, αυτό ανοίγει νέες αγορές και χρηματοδοτικές δυνατότητες· για το Ριάντ επιταχύνει την προσπάθεια να αποκτήσει μεγαλύτερη εγχώρια αμυντική παραγωγή· για το Ισλαμαμπάν ενισχύει τον ρόλο του ως στρατιωτικής δύναμης με επιρροή πολύ πέρα από τη Νότια Ασία. 

Το πυρηνικό ερώτημα – και η απάντηση που δεν υπάρχει

Η παρουσία του Πακιστάν έκανε αμέσως να εμφανιστούν σενάρια περί «πυρηνικής ομπρέλας» για τη Σαουδική Αραβία και, ενδεχομένως, την Τουρκία. Μέχρι στιγμής, όμως, δεν υπάρχει δημόσιο στοιχείο που να στηρίζει μια τέτοια ερμηνεία. Οι επίσημες ανακοινώσεις δεν αναφέρουν πυρηνική εγγύηση, ενώ σαουδαραβική πλευρά έχει απορρίψει τη σύνδεση της συμφωνίας με πυρηνικές φιλοδοξίες ή κούρσα εξοπλισμών. Το Πακιστάν είχε επίσης υποβαθμίσει ανάλογα σενάρια μετά την προηγούμενη διμερή αμυντική συμφωνία που είχε υπογράψει με τη Σαουδική Αραβία το 2025. 

Αυτό δεν σημαίνει ότι το πακιστανικό πυρηνικό οπλοστάσιο είναι γεωπολιτικά αδιάφορο. Η ίδια η παρουσία μιας πυρηνικής δύναμης αυξάνει το πολιτικό βάρος ενός αμυντικού σχήματος. Είναι όμως διαφορετικό πράγμα η έμμεση αποτρεπτική αξία και διαφορετικό μια επίσημη δέσμευση πυρηνικής προστασίας – και το δεύτερο, με τα σημερινά δεδομένα, δεν έχει ανακοινωθεί.

Εναντίον ποιου στρέφεται;

Επισήμως, εναντίον κανενός συγκεκριμένου κράτους. Ο Ερντογάν και ο Φιντάν έχουν επιμείνει ότι η συμφωνία είναι αμυντική και δεν έχει στόχο το Ιράν ή οποιαδήποτε άλλη χώρα. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών υποστήριξε ότι κανένα κράτος δεν αντιμετωπίζεται ως απειλή εφόσον δεν επιτεθεί σε κάποιο μέλος. 

Η χρονική συγκυρία, ωστόσο, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η συμφωνία υπογράφεται έπειτα από μήνες πολέμου και αναταραχής γύρω από το Ιράν, επιθέσεις με πυραύλους και drones στον Κόλπο, νέες επιχειρήσεις των Χούθι και σοβαρές διαταραχές στη ναυσιπλοΐα και στις ενεργειακές ροές. Το Reuters σημειώνει ότι και οι τρεις χώρες παρακολουθούν με ανησυχία τόσο την ιρανική στρατιωτική ισχύ όσο και την αυξανόμενη επιθετικότητα του Ισραήλ. Η Burcu Ozcelik του RUSI εκτιμά ότι η συμφωνία λειτουργεί περισσότερο ως προσπάθεια εξισορρόπησης της ιρανικής ισχύος και δημιουργίας αποτροπής απέναντι στο Ισραήλ παρά ως προετοιμασία για σύγκρουση με την Τεχεράνη. 

Αυτή είναι ίσως και η πιο ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα του νέου σχήματος. Δεν συγκροτείται γύρω από έναν επίσημα κατονομαζόμενο εχθρό. Αντίθετα, οι τρεις χώρες επιχειρούν να δημιουργήσουν έναν μηχανισμό που θα τους επιτρέπει να έχουν μεγαλύτερο περιθώριο αυτονομίας απέναντι σε πολλαπλές πηγές αστάθειας. Το Al-Monitor επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι δεν πρόκειται για αντι-ιρανικό μπλοκ, αλλά για μέρος μιας βαθύτερης περιφερειακής προσαρμογής στις πιέσεις που έχουν δημιουργήσει ο πόλεμος, οι πληρεξούσιες δυνάμεις και η αβεβαιότητα γύρω από τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας. 

Η πραγματική μετατόπιση: «περιφερειακή ιδιοκτησία» της ασφάλειας

Πίσω από τις στρατιωτικές ρήτρες βρίσκεται μια ευρύτερη πολιτική αλλαγή. Η Σαουδική Αραβία εξακολουθεί να διατηρεί στενή σχέση ασφαλείας με τις ΗΠΑ, ενώ η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ. Αυτό που φαίνεται να αλλάζει είναι η διάθεση των περιφερειακών δυνάμεων να μην τοποθετούν όλες τις εγγυήσεις ασφαλείας τους σε ένα μόνο καλάθι. Το Ριάντ αναζητεί περισσότερους εταίρους, η Άγκυρα προωθεί την ιδέα της «περιφερειακής ιδιοκτησίας» των λύσεων και το Πακιστάν διευρύνει θεαματικά το γεωπολιτικό του αποτύπωμα στη Μέση Ανατολή. 

Οι Financial Times βλέπουν στο Σύμφωνο της Μέκκας ακριβώς αυτή τη μετατόπιση προς μεγαλύτερη περιφερειακή αυτάρκεια στην ασφάλεια, καθώς η εμπιστοσύνη στην ικανότητα των παραδοσιακών εξωτερικών εγγυητών να αποτρέπουν κάθε κρίση έχει περιοριστεί. Το σημαντικό, επομένως, δεν είναι ότι οι τρεις χώρες «εγκαταλείπουν» τις παλιές συμμαχίες τους· είναι ότι δημιουργούν παράλληλα νέα δίκτυα, ώστε να έχουν περισσότερες επιλογές. 

Το επόμενο τεστ έχει δύο ονόματα: εφαρμογή και Αίγυπτος

Το Σύμφωνο της Μέκκας είναι σήμερα περισσότερο από μια απλή πολιτική φωτογραφία, αλλά λιγότερο από μια πλήρως ανεπτυγμένη στρατιωτική συμμαχία. Έχει μια ισχυρή ρήτρα συλλογικής άμυνας, πολιτική βούληση για θεσμοποίηση και τρεις χώρες με συμπληρωματικές δυνατότητες. Αυτό που δεν έχει ακόμη είναι δοκιμασμένοι μηχανισμοί λήψης αποφάσεων, κοινό επιχειρησιακό δόγμα και σαφείς δημόσιους κανόνες για το πόσο μακριά είναι υποχρεωμένο να φτάσει κάθε μέλος όταν ο άλλος δεχθεί επίθεση. 

Και γι’ αυτό η Αίγυπτος έχει ιδιαίτερη σημασία. Εάν το Κάιρο ακολουθήσει τελικά την πρόβλεψη της Άγκυρας, η συμφωνία θα πάψει να μοιάζει με τριμερή διευθέτηση και θα αρχίσει να αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας ευρύτερης περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Εάν, αντίθετα, προτιμήσει να παραμείνει μόνο στην πολιτική R4, θα αποδειχθεί ότι υπάρχει ακόμη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στον διπλωματικό συντονισμό και στην αμοιβαία στρατιωτική δέσμευση. Προς το παρόν, ο Φιντάν έχει ανοίξει δημόσια την πόρτα. Το ερώτημα είναι αν –και με ποιους όρους– το Κάιρο θα θελήσει να την περάσει.