Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, ολοκλήρωσε την Παρασκευή τη σύντομη επίσκεψή του στη Μέση Ανατολή, επιχειρώντας να παρουσιάσει με θετικό τρόπο τις συνομιλίες που είχε με τους ηγέτες των κρατών του Κόλπου. Ωστόσο, οι χώρες αυτές εξακολουθούν να εκφράζουν έντονη ανησυχία ότι η συμφωνία που επιτεύχθηκε νωρίτερα μέσα στον μήνα μεταξύ του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών δεν αντιμετωπίζει τις ανησυχίες τους σχετικά με τις συνεχιζόμενες προσπάθειες της Τεχεράνης να επεκτείνει την επιρροή και την ισχύ της σε ολόκληρη την περιοχή.
Ο Μάρκο Ρούμπιο παραδέχθηκε ότι οι ηγέτες των κρατών του Κόλπου εξέφρασαν «πολύ συγκεκριμένες ανησυχίες», επιμένοντας ότι οποιαδήποτε οριστική συμφωνία θα πρέπει να υποχρεώνει την Τεχεράνη όχι μόνο να περιορίσει το πυρηνικό της πρόγραμμα, αλλά και να διακόψει την υποστήριξή της προς τη Χαμάς στη Γάζα, τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο, τις σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ και τους Χούθι στην Υεμένη.
Οι αναλυτές βλέπουν ενίσχυση των πληρεξούσιων δυνάμεων
Παρά τις αμερικανικές επιδιώξεις, αναλυτές και δυτικοί αξιωματούχοι ασφαλείας εκτιμούν ότι το Ιράν είναι πιθανό να αυξήσει τη στήριξή του προς αυτές τις οργανώσεις μετά τη σύγκρουση, καθώς τα γεγονότα επιβεβαίωσαν μεγάλο μέρος της υφιστάμενης στρατηγικής σκέψης της Τεχεράνης.
Την ίδια στιγμή, εκτιμάται ότι θα ενταθούν και οι δραστηριότητες ένοπλων ομάδων που χρηματοδοτούνται και εξοπλίζονται από το Ισραήλ και σε μικρότερο βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Όπως τονίζει σε ανάλυσή του ο Guardian η Χεζμπολάχ εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυλώνα του δικτύου συμμάχων και πληρεξούσιων οργανώσεων του Ιράν στη Μέση Ανατολή, παρά τις σημαντικές απώλειες που υπέστη στις παρατεταμένες συγκρούσεις με το Ισραήλ το 2024 και το 2025. Παράλληλα, απέτυχε στον βασικό στρατηγικό της ρόλο για λογαριασμό της Τεχεράνης, δηλαδή να αποτρέψει μια άμεση ισραηλινή επίθεση.
Παρόλα αυτά, η Τεχεράνη εξακολουθεί να στηρίζει τη Χεζμπολάχ, η οποία ιδρύθηκε στον Λίβανο πριν από περισσότερα από 40 χρόνια με τη στήριξη των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν.
Η Χανίν Γκαντάρ, ανώτερη ερευνήτρια στο Ινστιτούτο της Ουάσινγκτον για την Πολιτική της Εγγύς Ανατολής, σημειώνει ότι οι Ιρανοί θεωρούν πως πρόκειται για μια προσωρινή δύσκολη περίοδο και πιστεύουν ότι η Χεζμπολάχ θα ανασυγκροτηθεί. Όπως αναφέρει, για τους Φρουρούς της Επανάστασης είναι ζωτικής σημασίας να αποκαταστήσουν το δίκτυο των πληρεξούσιων οργανώσεών τους στην περιοχή και να διατηρήσουν τον έλεγχο των αποφάσεών τους.
Εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ
Η απόφαση του Ιράν να συνδέσει την εκεχειρία με τις Ηνωμένες Πολιτείες με τον τερματισμό των συγκρούσεων και στον Λίβανο προκάλεσε σημαντικές εντάσεις ανάμεσα στο Ισραήλ, το οποίο επιθυμεί να συνεχίσει τις επιχειρήσεις κατά της Χεζμπολάχ, και την Ουάσινγκτον.
Οι Χούθι στην Υεμένη, που επίσης διατηρούν στενούς δεσμούς με την Τεχεράνη, συμμετείχαν στις τελευταίες ημέρες της πρόσφατης σύγκρουσης, αποδεικνύοντας ότι μπορούν να πλήξουν στόχους στο Ισραήλ, αν και χωρίς να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές, ενώ ταυτόχρονα έδειξαν ότι μπορούν να απειλήσουν τη διεθνή ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα. Ωστόσο, σύμφωνα με τους αναλυτές, παραμένουν περισσότερο ανεξάρτητοι από τους βασικούς υποστηρικτές τους.
Η Χανίν Γκαντάρ επισημαίνει ότι οι Χούθι είναι ιδιαίτερα σκληροπυρηνικοί και αποδείχθηκαν χρήσιμοι στη διάρκεια του πολέμου, αλλά διαθέτουν δικούς τους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων που δεν εξαρτώνται από το Ιράν.
Ο ρόλος των πολιτοφυλακών στο Ιράκ
Στο Ιράκ, οι σιιτικές πολιτοφυλακές που υποστηρίζονται από το Ιράν εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες επέδειξαν τη δύναμή τους κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, χωρίς όμως να χρησιμοποιήσουν ολόκληρο το επιθετικό τους οπλοστάσιο. Διάφορες οργανώσεις ανέλαβαν την ευθύνη για δεκάδες επιθέσεις με drones και ρουκέτες εναντίον αμερικανικών στόχων στη χώρα, ενώ έπληξαν και το Κουβέιτ, χωρίς όμως να προχωρήσουν σε γενικευμένη κινητοποίηση.
Οι φονικές αεροπορικές επιδρομές αντιποίνων, σε συνδυασμό με τις σύνθετες πολιτικές ισορροπίες στο εσωτερικό του Ιράκ, έκαναν πολλούς ηγέτες των παρατάξεων επιφυλακτικούς απέναντι σε μια περαιτέρω κλιμάκωση της σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο ειδικός στις ιρακινές πολιτοφυλακές Μάικλ Νάιτς, από την εταιρεία πολιτικού κινδύνου Horizon Engage, εκτιμά ότι οι οργανώσεις αυτές εμφανίζονται περισσότερο απρόθυμες να αναλάβουν ρίσκα από όσο θα επιθυμούσε η Τεχεράνη.
Οι ίδιες πολιτοφυλακές χρησιμοποιήθηκαν επίσης από το Ιράν για να ασκήσουν πίεση σε κουρδικές οργανώσεις, με στόχο να τις αποτρέψουν από το να συμμετάσχουν ενεργά στον πόλεμο. Ωστόσο, σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι Κούρδοι είχαν και δικούς τους λόγους για να αποφύγουν οποιαδήποτε εμπλοκή.
Το σχέδιο για τους Κούρδους που δεν υλοποιήθηκε
Στις αρχές της σύγκρουσης με το Ιράν τον Ιανουάριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ επιχείρησαν να κινητοποιήσουν ένοπλες ομάδες από τις εθνοτικές μειονότητες του Ιράν, μεταξύ των οποίων Άραβες από τα νοτιοδυτικά της χώρας και Βαλούχοι από τα νοτιοανατολικά. Ωστόσο, οι προσπάθειες αυτές δεν απέδωσαν.
Ο πρώην αξιωματικός πληροφοριών Μάικλ Μίλσταϊν, που σήμερα είναι αναλυτής στο πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, δήλωσε ότι υπήρξαν επαφές με αυτές τις κοινότητες, αλλά δεν εξελίχθηκαν περαιτέρω.
Ανάλογη ήταν και η αποτυχία της αμερικανοϊσραηλινής στρατηγικής απέναντι στις κουρδικές παρατάξεις του βόρειου Ιράκ, παρά τους ιστορικούς δεσμούς τους με τις δύο χώρες.
Πρώην ανώτεροι Κούρδοι και Αμερικανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι αποκάλυψαν ότι υπήρχε επί χρόνια αμερικανικό σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο αρκετές χιλιάδες ελαφρά οπλισμένοι Κούρδοι μαχητές θα εισέρχονταν στο βορειοδυτικό Ιράν συνοδευόμενοι από αμερικανικές ειδικές δυνάμεις. Με την κάλυψη της αμερικανικής και ισραηλινής αεροπορίας, θα προωθούνταν όσο το δυνατόν βαθύτερα στο ιρανικό έδαφος, επιδιώκοντας να αποσταθεροποιήσουν το καθεστώς στην Τεχεράνη και να προκαλέσουν εξεγέρσεις σε άλλες περιοχές. Σύμφωνα με το σχέδιο, οι συμβατικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις του Ιράν θα αναγκάζονταν να αντιμετωπίσουν τους Κούρδους, εκθέτοντάς τους σε καταστροφικές αεροπορικές επιδρομές.
Όσοι γνωρίζουν το συγκεκριμένο σχέδιο, το οποίο παρέμενε «στο συρτάρι» για περισσότερα από 20 χρόνια, διαφωνούν ως προς τις πιθανότητες επιτυχίας του. Ένας πρώην σύμβουλος των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων υποστήριξε ότι οι κουρδικές δυνάμεις θα μπορούσαν να διασχίσουν το Ιράν με μεγάλη ταχύτητα, ενώ άλλος εκτίμησε ότι η προέλαση πέρα από τις κουρδικές περιοχές του βορειοδυτικού Ιράν θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι αδύνατη.
Τελικά, υπήρχαν διαθέσιμοι μόνο λίγες εκατοντάδες μαχητές για άμεση ανάπτυξη, ενώ οι Κούρδοι ηγέτες εμφανίζονταν επιφυλακτικοί απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, θεωρώντας ότι είχαν προδοθεί στη Συρία λίγες εβδομάδες νωρίτερα, όταν η Ουάσινγκτον υποστήριξε συμφωνία που έθεσε τις κουρδικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές υπό τον έλεγχο της κεντρικής κυβέρνησης.
Αμερικανοί και Κούρδοι πρώην αξιωματούχοι ανέφεραν επίσης ότι το σχέδιο απαιτούσε προετοιμασία διάρκειας 12 έως 24 μηνών για την εκπαίδευση επαρκούς αριθμού μαχητών, τη διανομή οπλισμού και τη δημιουργία ενιαίας διοίκησης μεταξύ των κουρδικών δυνάμεων, ενώ ο Λευκός Οίκος φαινόταν να θεωρεί ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί μέσα σε λίγες ημέρες.
Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε και η έντονη προσωπική αντίθεση του προέδρου της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η οποία έπεισε τον Ντόναλντ Τραμπ να επανεξετάσει το σχέδιο, έπειτα από αρκετές ημέρες κατά τις οποίες ισραηλινά μαχητικά αεροσκάφη έπλητταν ιρανικά αστυνομικά τμήματα, στρατώνες και συνοριακά φυλάκια ώστε να διευκολυνθεί ενδεχόμενη εισβολή κουρδικών δυνάμεων.
Οι νέες πολιτοφυλακές στη Συρία και η κατάσταση στη Γάζα
Παράλληλα με τις σχέσεις τους με τους Κούρδους, οι ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών φέρεται να έχουν παράσχει χρήματα, πληροφορίες και οπλισμό σε νέα δρούζικη πολιτοφυλακή στη Συρία. Σύμφωνα με Ισραηλινούς στρατιωτικούς αξιωματούχους, το Στρατιωτικό Συμβούλιο δημιουργήθηκε για την προστασία της δοκιμαζόμενης θρησκευτικής μειονότητας, αν και ειδικοί επισημαίνουν ότι θα λειτουργήσει επίσης ως εμπόδιο στην εδραίωση της εξουσίας της νέας συριακής κυβέρνησης στις συγκεκριμένες περιοχές, εξυπηρετώντας τα ισραηλινά συμφέροντα.
Στη Γάζα, το Ισραήλ έχει οργανώσει σειρά παλαιστινιακών πολιτοφυλακών για να πολεμήσουν τη Χαμάς, η οποία έχει αποκαταστήσει την εξουσία της επί των 2,3 εκατομμυρίων Παλαιστινίων που ζουν εκτός τουλάχιστον του 60% της περιοχής που τελεί υπό ισραηλινή κατοχή.
Οι ομάδες αυτές έχουν πραγματοποιήσει επιδρομές κατά της Χαμάς και έχουν αναλάβει άλλες, πολύ περιορισμένες, τακτικές αποστολές, με ανάμεικτα αποτελέσματα.
Ο Μάικλ Μίλσταϊν εκτιμά ότι δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να αλλάξουν τη στρατηγική κατάσταση στη Γάζα, καθώς δεν διαθέτουν λαϊκή υποστήριξη και δεν μπορούν να αποτελέσουν εναλλακτική λύση απέναντι στη Χαμάς.
Σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή καταγράφεται προσπάθεια αφοπλισμού των πολιτοφυλακών και ενίσχυσης της κρατικής εξουσίας ώστε να περιοριστεί η αυξανόμενη αστάθεια. Ωστόσο, ο πειρασμός της αξιοποίησης πληρεξούσιων δυνάμεων παραμένει ισχυρός, παρά τους προφανείς κινδύνους. Οι πρόσφατες και συνεχιζόμενες συγκρούσεις στη Συρία, τη Λιβύη, το Σουδάν και άλλες περιοχές έχουν αναδείξει την εκτεταμένη χρήση τέτοιων οργανώσεων.
Όπως καταλήγει ο Μάικλ Μίλσταϊν, δεν μπορεί κανείς να βασιστεί στις πληρεξούσιες δυνάμεις, καθώς όχι μόνο δεν προσφέρουν ουσιαστικά αποτελέσματα, αλλά προκαλούν και σημαντικές ζημιές.