Η ιστορία της 40χρονης Φράνσις «Φραν» Αρσέντιεφ αποτελεί μία από τις πιο συγκλονιστικές τραγωδίες που έχουν εκτυλιχθεί στο Έβερεστ. Η Αμερικανίδα ορειβάτισσα έγινε η πρώτη γυναίκα από τις Ηνωμένες Πολιτείες που κατέκτησε την υψηλότερη κορυφή του κόσμου χωρίς τη χρήση συμπληρωματικού οξυγόνου, όμως δεν κατάφερε ποτέ να επιστρέψει ζωντανή από την κατάβαση.
Λίγο πριν αφήσει την τελευταία της πνοή, στις 23 Μαΐου 1998, φέρεται να είπε: «Μη με αφήσετε… γιατί μου το κάνετε αυτό;», λόγια που έμειναν χαραγμένα στη μνήμη όσων τη συνάντησαν στις τελευταίες στιγμές της ζωής της.
Η ιστορική ανάβαση που μετατράπηκε σε εφιάλτη
Η Φραν Αρσέντιεφ επιχείρησε την ανάβαση μαζί με τον σύζυγο και σχοινοσύντροφό της, τον Ρώσο ορειβάτη Σεργκέι Αρσέντιεφ. Το ζευγάρι έφτασε στην κορυφή του Έβερεστ στις 22 Μαΐου 1998, πραγματοποιώντας το όνειρο της Φραν να γίνει η πρώτη Αμερικανίδα που θα κατακτούσε την κορυφή χωρίς επιπλέον οξυγόνο.
Πριν από την ανάβαση είχε αφήσει ένα μήνυμα στον δεκάχρονο γιο της, Πολ, από προηγούμενο γάμο της: «Γεια σου Πολ! Είμαστε στη Βάση. Μου λείπεις και σ’ αγαπώ. Φιλιά, μαμά». Αυτές ήταν και οι τελευταίες λέξεις που έλαβε ποτέ από τη μητέρα του.
Ο αποχωρισμός στη «ζώνη θανάτου»
Κατά την επιστροφή, το ζευγάρι χωρίστηκε μέσα στη διαβόητη «ζώνη θανάτου», πάνω από τα 7.925 μέτρα, όπου η έλλειψη οξυγόνου καθιστά την επιβίωση εξαιρετικά δύσκολη. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες μαρτυρίες, η κακή ορατότητα συνέβαλε στο να χαθούν μεταξύ τους.
Ο Σεργκέι Αρσέντιεφ κατάφερε να επιστρέψει σε μία από τις κατασκηνώσεις, όμως όταν διαπίστωσε ότι η σύζυγός του δεν είχε επιστρέψει, γύρισε πίσω για να την αναζητήσει. Δεν εθεάθη ποτέ ξανά ζωντανός, όπως αναφέρει η Daily Mail.
Η Φραν, εξαντλημένη, με σοβαρά κρυοπαγήματα και σε κατάσταση έντονης έλλειψης οξυγόνου, παρέμεινε εγκλωβισμένη σε υψόμετρο περίπου 8.534 μέτρα, αδυνατώντας να συνεχίσει την κατάβαση.
Οι τελευταίες στιγμές της ζωής της
Από τους τελευταίους ανθρώπους που την είδαν ζωντανή ήταν η Νοτιοαφρικανή ορειβάτισσα Κάθι Ο’Ντάουντ, η οποία ανέβαινε μαζί με τον Βρετανό σύζυγό της, Ίαν Γούνταλ, και έναν τοπικό Σέρπα.
Η Κάθι είδε μία ανθρώπινη μορφή σε απόγνωση και άκουσε βογκητά. Όπως εξηγεί στο βιβλίο της Just For The Love Of It, στο Έβερεστ οι συνθήκες είναι τόσο ακραίες ώστε η διάσωση ενός ανθρώπου μπορεί να στοιχίσει τη ζωή εκείνου που επιχειρεί να βοηθήσει.
Παρ’ όλα αυτά, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τη Φραν. Την πλησίασε, ενώ εκείνη έχανε σταδιακά τις αισθήσεις της εξαιτίας των κρυοπαγημάτων και της εξάντλησης.
Όταν απομακρύνθηκε προσωρινά για να συντονιστεί με την ομάδα της, άκουσε τη Φραν να της λέει: «Μη με αφήσετε».
Η Κάθι της απάντησε ότι θα επέστρεφε μαζί με τους υπόλοιπους για να προσπαθήσουν να τη βοηθήσουν.
Τότε η Φραν φέρεται να της είπε: «Γιατί μου το κάνετε αυτό; Είμαι Αμερικανίδα».
Η δύσκολη απόφαση
Η Κάθι, ο Ίαν Γούνταλ και ο Σέρπα προσπάθησαν να εκτιμήσουν αν υπήρχε δυνατότητα διάσωσης. Λίγο αργότερα πέρασε ομάδα Ουζμπέκων ορειβατών, οι οποίοι εξήγησαν ότι είχαν ήδη προσπαθήσει να τη σώσουν, αφήνοντάς της και φιάλη οξυγόνου, η οποία όμως είχε πλέον αδειάσει.
Μετά από περίπου μία ώρα προσπαθειών και συζητήσεων, οι ορειβάτες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε ρεαλιστικός τρόπος να μεταφέρουν τη Φραν χαμηλότερα. Αναγκάστηκαν να συνεχίσουν την πορεία τους, αφήνοντάς την να πεθάνει στο βουνό.
Η Κάθι ήταν τόσο συγκλονισμένη ώστε εγκατέλειψε τη δική της προσπάθεια να φτάσει στην κορυφή, γράφοντας αργότερα πως μετά τη συνάντηση με τη Φραν δεν υπήρχε περίπτωση η κατάκτηση της κορυφής να της προσέφερε χαρά. Αργότερα έγινε η πρώτη γυναίκα που κατέκτησε το Έβερεστ τόσο από τη νότια όσο και από τη βόρεια διαδρομή.
Η «Ωραία Κοιμωμένη του Έβερεστ»
Το σώμα της Φραν παρέμεινε για σχεδόν μία δεκαετία στη βόρεια διαδρομή του Έβερεστ, διατηρημένο από τις ακραίες θερμοκρασίες. Η εικόνα της, όπως κειτόταν γαλήνια στο χιόνι, οδήγησε πολλούς ορειβάτες να της δώσουν το προσωνύμιο «Η Ωραία Κοιμωμένη του Έβερεστ».
Το 2007, σε αποστολή υπό την καθοδήγηση του Ίαν Γούνταλ, το σώμα της μετακινήθηκε από το κύριο μονοπάτι αναρρίχησης. Ο ίδιος δήλωσε ότι τον στοίχειωνε επί χρόνια η αδυναμία του να τη σώσει και ότι ήθελε να σταματήσει το σώμα της να αποτελεί σημείο αναφοράς για τους ορειβάτες.
Η μεταφορά της σορού προς τα κάτω θεωρήθηκε υπερβολικά επικίνδυνη, καθώς σε αυτό το υψόμετρο δεν μπορούν να επιχειρήσουν ελικόπτερα και η διαδικασία θα απαιτούσε πολύ υψηλό κίνδυνο για τους διασώστες. Αντί γι’ αυτό, το παγωμένο σώμα της τυλίχθηκε με αμερικανική σημαία και μετακινήθηκε πέρα από την άκρη του βουνού.
Ο γιος της, Πολ, έμαθε την εξέλιξη από τα μέσα ενημέρωσης. Όπως είπε αργότερα στο BBC, θεωρεί ότι ο Ίαν Γούνταλ και η Κάθι Ο’Ντάουντ είχαν το ίδιο δικαίωμα με την οικογένειά του να μετακινήσουν τη σορό της μητέρας του, καθώς εκείνοι είχαν ζήσει τις τελευταίες στιγμές της ζωής της.
Τα σώματα που παραμένουν στο Έβερεστ
Η ιστορία της Φραν Αρσέντιεφ αποτελεί μία μόνο από τις πολλές τραγωδίες του Έβερεστ. Εκτιμάται ότι περισσότερες από 200 σοροί παραμένουν ακόμη στο βουνό, κρυμμένες σε σχισμές ή κάτω από το χιόνι, ενώ άλλες είναι ορατές στους ορειβάτες που επιχειρούν την ανάβαση.
Από τις πιο γνωστές είναι εκείνη που είναι γνωστή ως «Πράσινες Μπότες» (Green Boots), εξαιτίας των χαρακτηριστικών φωσφοριζέ πράσινων ορειβατικών μποτών του νεκρού ορειβάτη. Η ταυτότητά του παραμένει αμφιλεγόμενη, καθώς πολλοί πιστεύουν ότι πρόκειται για τον Ινδό Τσεγουάνγκ Παλτζόρ, ενώ άλλοι θεωρούν ότι είναι ο Λανς Ναΐκ Ντόρτζε Μορούπ. Το σημείο όπου βρίσκεται η σορός έγινε γνωστό ως «Σπηλιά των Πράσινων Μποτών» και για χρόνια αποτέλεσε χαρακτηριστικό σημείο αναφοράς για τις αποστολές που ακολουθούσαν τη βορειοανατολική διαδρομή προς την κορυφή.
Η υπόθεση του Μάικλ Μάθιους
Ανάμεσα στα γνωστότερα θύματα του Έβερεστ βρίσκεται και ο Βρετανός Μάικλ Μάθιους, αδελφός του επιχειρηματία Τζέιμς Μάθιους και του Σπένσερ Μάθιους, γνωστού από το Made In Chelsea.
Ο Μάικλ πέθανε το 1999, σε ηλικία 22 ετών, αφού έγινε ο νεότερος Βρετανός που έφτασε στην κορυφή του Έβερεστ. Εξαφανίστηκε κατά την κατάβαση στη «ζώνη θανάτου» και η σορός του δεν βρέθηκε ποτέ.
Το 2023, ο Σπένσερ Μάθιους δημιούργησε το ντοκιμαντέρ του Disney+ με τίτλο Finding Michael, στο οποίο παρουσιάζεται η επικινδυνότητα των επιχειρήσεων ανάκτησης σορών από τη «ζώνη θανάτου». Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι επιθυμούσε να φέρει τον αδελφό του πίσω στη μητέρα τους, καθώς δεν μπορούσε να αντέξει τη σκέψη ότι παρέμενε μόνος στο βουνό, ενώ εκατοντάδες ορειβάτες περνούσαν δίπλα του στον δρόμο προς την κορυφή.