Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ ενημέρωσε επίσημα το Κογκρέσο για την πρόθεσή της να προχωρήσει στην πώληση δεκάδων κινητήρων General Electric F110 στην Τουρκία, σε ένα πακέτο αξίας άνω των 700 εκατομμυρίων δολαρίων, όπως είχε γράψει τις προηγούμενες ημέρες το Newsbeast.
Η κίνηση, σύμφωνα με έγγραφο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που επικαλείται το Reuters, σηματοδοτεί ένα σημαντικό βήμα για την ενίσχυση του τουρκικού προγράμματος KAAN, του πρώτου εγχώριου μαχητικού αεροσκάφους της Τουρκίας.
Ταυτόχρονα, όμως, ανοίγει νέο μέτωπο στην Ουάσιγκτον, καθώς η πώληση προχωρά παρά τις αντιδράσεις Δημοκρατικών βουλευτών, οι οποίοι επικαλούνται την παραμονή των ρωσικών S-400 στην Τουρκία και τις ευρύτερες ανησυχίες για την αμερικανοτουρκική αμυντική συνεργασία.
Η επίσημη κοινοποίηση προς το Κογκρέσο φέρει ημερομηνία 24 Ιουνίου 2026. Με αυτήν, η κυβέρνηση Τραμπ δηλώνει ότι προτίθεται να αδειοδοτήσει την εξαγωγή κινητήρων F110 προς την Τουρκία, αφού, όπως αναφέρεται, έλαβε υπόψη πολιτικούς, στρατιωτικούς, οικονομικούς, ανθρωπιστικούς και ελεγκτικούς παράγοντες.
Η κίνηση έρχεται λίγες ημέρες πριν από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, τον Ιούλιο του 2026, και θεωρείται σαφές πολιτικό μήνυμα προς τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο Τραμπ αντιμετωπίζει την Τουρκία ως κρίσιμο σύμμαχο στο ΝΑΤΟ και φαίνεται να επιδιώκει την επανεκκίνηση της αμυντικής σχέσης Ουάσιγκτον – Άγκυρας, η οποία έχει επιβαρυνθεί εδώ και χρόνια από το ζήτημα των S-400.
Οι κινητήρες για το τουρκικό KAAN
Οι κινητήρες F110 της General Electric προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στο τουρκικό μαχητικό KAAN, ένα από τα πιο φιλόδοξα προγράμματα της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας.
Το KAAN παρουσιάζεται από την Άγκυρα ως το μελλοντικό εθνικό μαχητικό της Τουρκίας και ως βασικό στοιχείο της προσπάθειας για μεγαλύτερη αμυντική αυτονομία.
Η Τουρκία θέλει σταδιακά να μειώσει την εξάρτησή της από ξένα μαχητικά, ιδίως από τα αμερικανικά F-16, τα οποία παραμένουν σήμερα η ραχοκοκαλιά της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας.
Ωστόσο, ακόμη και Τούρκοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι θα χρειαστούν χρόνια μέχρι το KAAN να μπορέσει να αντικαταστήσει σε επιχειρησιακό επίπεδο τα F-16.
Για τον λόγο αυτό, η πώληση των κινητήρων F110 έχει μεγάλη σημασία. Δεν μετατρέπει άμεσα την Τουρκία σε δύναμη πέμπτης γενιάς, αλλά δίνει ώθηση στο πρόγραμμα KAAN και στέλνει μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να ανοίξει ξανά κρίσιμα αμυντικά κανάλια με την Άγκυρα.
Δεν είναι F-35 – αλλά έχει σχέση με τη μεγάλη συζήτηση
Η συγκεκριμένη πώληση δεν αφορά τα F-35. Αφορά κινητήρες για το τουρκικό KAAN. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία και το πολιτικό πλαίσιο κάνουν την υπόθεση ιδιαίτερα ευαίσθητη, καθώς η Τουρκία επιδιώκει εδώ και καιρό να επανέλθει στη συζήτηση για τα F-35.
Η Άγκυρα είχε αποβληθεί από το πρόγραμμα των F-35 μετά την αγορά των ρωσικών S-400 το 2019. Οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξαν τότε ότι η συνύπαρξη του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος με το αμερικανικό stealth μαχητικό δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια των τεχνολογιών του F-35.
Το Κογκρέσο έχει περάσει νομοθεσία που απαγορεύει την πώληση F-35 στην Τουρκία όσο η Άγκυρα παραμένει κάτοχος των S-400.
Έτσι, η πώληση των κινητήρων F110 δεν λύνει το πρόβλημα των F-35, αλλά λειτουργεί ως πολιτικό τεστ: δείχνει μέχρι πού είναι διατεθειμένη να πάει η κυβέρνηση Τραμπ για να αποκαταστήσει την αμυντική σχέση με την Τουρκία.
Αντιδράσεις στο Κογκρέσο
Η απόφαση έχει προκαλέσει αντιδράσεις στο Κογκρέσο, κυρίως από Δημοκρατικούς βουλευτές που θεωρούν ότι η κυβέρνηση Τραμπ κινείται χωρίς επαρκή διαβούλευση και χωρίς να έχει απαντήσει στα ερωτήματα για τους S-400.
Ο Γκρέγκορι Μικς, κορυφαίος Δημοκρατικός στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, είχε εκφράσει ενστάσεις στο στάδιο της άτυπης αξιολόγησης της πώλησης και κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι δεν έκανε πραγματική προσπάθεια να ενημερώσει το Κογκρέσο για τις συνέπειες της συμφωνίας.
Κατά τον Μικς, η κυβέρνηση αγνόησε επανειλημμένα αιτήματα για διευκρινίσεις σχετικά με την πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Τουρκίας και τις επιπτώσεις της πώλησης σε μια περίοδο που η Άγκυρα εξακολουθεί να διατηρεί τους S-400.
Άλλοι Δημοκρατικοί προειδοποιούν ότι η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να επιβραβεύει τον Ερντογάν όσο η Τουρκία συνεχίζει να κινείται σε ζητήματα που, κατά την άποψή τους, υπονομεύουν την αμερικανική νομοθεσία και την ασφάλεια συμμάχων των ΗΠΑ.
Το παράθυρο των 15 ημερών
Μετά την επίσημη κοινοποίηση, το Κογκρέσο έχει περιορισμένο χρόνο για να κινηθεί εάν επιθυμεί να μπλοκάρει την πώληση. Οι βουλευτές μπορούν να επιχειρήσουν να εισαγάγουν κοινό ψήφισμα αποδοκιμασίας, όμως ακόμη και αν αυτό περάσει από τα δύο σώματα του Κογκρέσου, ο πρόεδρος μπορεί να ασκήσει βέτο.
Αυτό σημαίνει ότι, πολιτικά, η κυβέρνηση Τραμπ έχει ισχυρό πλεονέκτημα, εκτός αν διαμορφωθεί πολύ μεγάλη διακομματική αντίδραση. Η υπόθεση, επομένως, δεν έχει κλείσει πλήρως, αλλά η επίσημη κοινοποίηση αποτελεί καθοριστικό βήμα για να προχωρήσει η πώληση.
Το μήνυμα πριν από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ
Η χρονική στιγμή δεν είναι τυχαία.
Η πώληση έρχεται λίγο πριν από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, όπου ο Τραμπ αναμένεται να συναντηθεί με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και να συζητήσει το μέλλον των σχέσεων ΗΠΑ – Τουρκίας.
Για την Άγκυρα, η συμφωνία για τους F110 είναι ένα σημαντικό διπλωματικό και αμυντικό κέρδος. Δείχνει ότι, παρά τις αντιρρήσεις στο Κογκρέσο και το άλυτο ζήτημα των S-400, η Τουρκία εξακολουθεί να μπορεί να αποσπά κρίσιμη αμερικανική τεχνολογία για το δικό της μαχητικό πρόγραμμα.
Το μήνυμα, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στο KAAN.
Η Ουάσιγκτον φαίνεται να αντιμετωπίζει πλέον την Τουρκία ως αναγκαίο συνομιλητή σε μια σειρά από ανοιχτά μέτωπα, από τη συνοχή του ΝΑΤΟ μέχρι τη Λιβύη και την Ανατολική Μεσόγειο.
Ενδεικτική είναι η πρόσφατη τετραμερής συνάντηση στο Κάιρο για τη Λιβύη, με τη συμμετοχή της Τουρκίας, της Αιγύπτου, της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Η παρουσία του Χακάν Φιντάν στο ίδιο τραπέζι με Αμερικανούς, Αιγύπτιους και Σαουδάραβες αξιωματούχους δείχνει ότι η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει τη στρατιωτική και πολιτική της εμπλοκή στη Λιβύη σε διπλωματική κανονικότητα.
Για την Τουρκία, η Λιβύη δεν είναι αποκομμένο μέτωπο. Συνδέεται με τη συνολική της στρατηγική στη Μεσόγειο, με τις θαλάσσιες ζώνες, την ενέργεια, το μεταναστευτικό και την προσπάθεια να εμφανιστεί ως δύναμη χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή περιφερειακή διευθέτηση.
Αυτό έχει άμεσο ενδιαφέρον για την Ελλάδα , καθώς η τουρκική παρουσία σε τέτοια σχήματα δεν σημαίνει ότι αυτοματως γίνονται δεκτές οι θέσεις της Άγκυρας, αλλά παράγει πολιτικό αποτέλεσμα: η Τουρκία χτίζει εικόνα αναγκαίου παίκτη.
Υπό αυτό το πρίσμα, η πώληση των κινητήρων F110 δεν είναι απλώς μια τεχνική συμφωνία για το KAAN. Είναι μέρος μιας ευρύτερης αμερικανικής προσπάθειας να κρατηθεί η Τουρκία μέσα στο δυτικό πλαίσιο και να αξιοποιηθεί ως συνομιλητής σε κρίσιμες περιφερειακές εξισώσεις.
Για την Ουάσιγκτον, το ζητούμενο είναι να μην αφεθεί η Τουρκία να κινηθεί πλήρως αυτόνομα ή να διολισθήσει προς άλλες ισορροπίες. Για την Άγκυρα, το κέρδος είναι ότι εμφανίζεται ταυτόχρονα ως σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, ως παίκτης στη Λιβύη και ως χώρα που μπορεί να διαπραγματεύεται σκληρά χωρίς να χάνει πλήρως την πρόσβαση σε κρίσιμη δυτική τεχνολογία.
Το μεγάλο ερώτημα: KAAN ή επιστροφή στα F-35;
Το βασικό ερώτημα είναι αν η πώληση αυτή αποτελεί απλώς στήριξη στο τουρκικό εθνικό μαχητικό ή αν είναι το πρώτο στάδιο μιας μεγαλύτερης πολιτικής επαναπροσέγγισης. Η Τουρκία θέλει και τα δύο: να προχωρήσει το KAAN και να κρατήσει ανοιχτή την πόρτα των F-35.
Οι ΗΠΑ, όμως, εξακολουθούν να δεσμεύονται από το πρόβλημα των S-400. Όσο η Άγκυρα δεν απομακρύνει ή δεν αχρηστεύει με επαληθεύσιμο τρόπο το ρωσικό σύστημα, η επιστροφή της στο πρόγραμμα F-35 παραμένει νομικά και πολιτικά εξαιρετικά δύσκολη.
Αντίθετα, η πώληση κινητήρων F110 για το KAAN είναι πιο εύκολο να παρουσιαστεί ως τεχνική και βιομηχανική συμφωνία, όχι ως πλήρης αποκατάσταση της Τουρκίας στο αμερικανικό οικοσύστημα stealth τεχνολογίας.
Οι κινητήρες δεν θα παραδοθούν άμεσα σε πλήρη επιχειρησιακή κλίμακα και το πρόγραμμα KAAN θα χρειαστεί χρόνια για να ωριμάσει. Παρόλα αυτά, η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ έχει στρατηγική σημασία.
Στέλνει μήνυμα στην Άγκυρα ότι η Ουάσιγκτον είναι έτοιμη να ανοίξει ξανά δρόμους αμυντικής συνεργασίας. Στέλνει όμως και μήνυμα στο Κογκρέσο ότι ο Λευκός Οίκος είναι διατεθειμένος να κινηθεί επιθετικά σε ζητήματα εξαγωγών όπλων, ακόμη και όταν υπάρχουν ισχυρές πολιτικές ενστάσεις.
Η υπόθεση των F110 είναι κάτι περισσότερο από μια πώληση κινητήρων. Είναι ένα τεστ για το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η νέα αμερικανοτουρκική προσέγγιση και για το αν η Τουρκία μπορεί να αποσπάσει κρίσιμη δυτική τεχνολογία χωρίς να έχει λύσει το πρόβλημα των S-400.