Όταν στις 24 Φεβρουαρίου 2022 ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντίμιρ Πούτιν, ανακοίνωσε με τηλεοπτικό διάγγελμα πως η χώρα του προχωρά σε «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» κατά της γειτονικής Ουκρανίας για την «αποστρατιωτικοποίηση και αποναζιστικοποίησή της», ανταποκρινόμενος, όπως υποστήριζε, στο αίτημα υπεράσπισης των δύο λαϊκών δημοκρατιών (της Δημοκρατίας του Ντονέτσκ και της Λαϊκής Δημοκρατίας του Λουγκάνσκ), όλοι πίστευαν πως ο πόλεμος θα ήταν θέμα λίγων ημερών.
Η Ουκρανία θα κατατροπωνόταν από την 28 φορές μεγαλύτερη σε μέγεθος Ρωσία και πως μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα θα κατέρρεε η κυβέρνηση Ζελένσκι, προκειμένου στη θέση της να τοποθετηθεί ένα σχήμα που θα ήταν προσφιλέστερο στη Μόσχα.
Αντ’ αυτού, όμως, λόγω του σθένους που έδειξε το Κίεβο και κυρίως της άμεσης πολυεπίπεδης βοήθειας που παρείχαν οι Δυτικοί, η Ουκρανία όχι απλώς αντέχει, αλλά έχουμε φτάσει στο σημείο να έχει εξελιχθεί ο συγκεκριμένος πόλεμος σε μια πολυετή, εξαντλητική σύγκρουση χωρίς σαφές τέλος.
Στις 12 Ιανουαρίου φέτος, ξεπέρασε σε διάρκεια τον επονομαζόμενο «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο» όπως αποκαλούν οι Ρώσοι τη σύγκρουση της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης με τη ναζιστική Γερμανία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο ανατολικό μέτωπο που είχε διάρκεια 1.418 ημερών (σ.σ. ο ίδιος ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος διήρκεσε πολύ παραπάνω), και αύριο ετοιμάζεται να ξεπεράσει σε διάρκεια τις 1.567 ημέρες που διήρκεσε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος.
Για να έχουμε μια εικόνα, ο πόλεμος του Κόλπου είχε διαρκέσει 210 ημέρες, ο πόλεμος της Κορέας 1.128 και ο πόλεμος της Βοσνίας 1.347. Μακράν μεγαλύτεροι σε διάρκεια πόλεμοι του 20ού αιώνα ήταν αυτός στο Αφγανιστάν με 7.267 ημέρες και ο πόλεμος του Βιετνάμ με 7.120 ημέρες.
Αυτή τη στιγμή σε στρατιωτικό πεδίο, τα διαθέσιμα στοιχεία διεθνών ερευνητικών οργανισμών όσον αφορά τον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας δείχνουν μια εικόνα που δεν επιβεβαιώνει καμία στρατηγική λύση υπέρ της Μόσχας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που βασίζονται σε δεδομένα του Institute for the Study of War (ISW) και του προγράμματος Russia Matters του Harvard Kennedy School, η Μόσχα είχε καταγράψει μέχρι τα τέλη του χειμώνα ορισμένα εδαφικά κέρδη, που έφταναν περίπου τα 600 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Ωστόσο, η τάση αυτή δεν διατηρήθηκε.

Από τον Μάρτιο και μετά, η εικόνα άρχισε να αλλάζει. Τον Απρίλιο καταγράφεται για πρώτη φορά από το 2022 καθαρή μηνιαία εδαφική απώλεια για τη Ρωσία, ενώ τον Μάιο οι απώλειες αυτές επιταχύνονται. Το συνολικό ισοζύγιο, σύμφωνα με τις ίδιες αναλύσεις, κινείται πλέον κοντά στο μηδέν ή και ελαφρώς αρνητικά, γεγονός που υποδηλώνει στασιμότητα αντί προέλασης.
Ο Ουκρανός πρόεδρος, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, σε δημόσιες τοποθετήσεις του, έχει υπογραμμίσει ότι η Μόσχα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι «κερδίζει» τον πόλεμο, αλλά ότι χάνει σταδιακά την πρωτοβουλία στο πεδίο, μέρα με τη μέρα. Η διατύπωση αυτή αποτυπώνει μια σύγκρουση όπου η έννοια της νίκης δεν ορίζεται πλέον από προέλαση, αλλά από αντοχή. Την ίδια στιγμή, το επιχειρησιακό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από συνεχή φθορά και εξαιρετικά υψηλό κόστος. Οι μάχες στο ανατολικό μέτωπο, κοντά στα σύνορα των δύο εμπόλεμων χωρών δηλαδή, έχουν μετατραπεί σε παρατεταμένες συγκρούσεις θέσεων, με ελάχιστες μεταβολές στη γραμμή του μετώπου. Οι ρωσικές δυνάμεις συνεχίζουν να επιχειρούν με αργούς ρυθμούς, αλλά χωρίς αποφασιστικά αποτελέσματα, ενώ το Κίεβο κάνει λόγο για ιδιαίτερα βαριές απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό, που σε ορισμένες εκτιμήσεις φτάνουν δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες μηνιαίως.
Παράλληλα, η Μόσχα έχει εντείνει τις αεροπορικές επιθέσεις της με χρήση drones και πυραύλων, στοχεύοντας τόσο στρατιωτικές όσο και αστικές περιοχές. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής πίεση στις ουκρανικές πόλεις, με εκτεταμένες καταστροφές υποδομών και απώλειες αμάχων, ενώ ο πόλεμος αποκτά όλο και περισσότερο χαρακτήρα εξουθένωσης του εσωτερικού μετώπου. Στο ίδιο πλαίσιο, το Κρεμλίνο έχει βρεθεί αντιμέτωπο και με εντεινόμενες επιθέσεις εντός ή κοντά στο ρωσικό έδαφος. Ουκρανικά drones μεγάλης εμβέλειας έχουν πλήξει περιοχές όπως η Αγία Πετρούπολη, προκαλώντας πυρκαγιές σε κρίσιμες ενεργειακές εγκαταστάσεις και δημιουργώντας εικόνες ασυνήθιστες για ρωσικές μητροπόλεις. Οι επιθέσεις αυτές συνέπεσαν ακόμα και με σημαντικά οικονομικά γεγονότα, όπως διεθνή φόρουμ, υπογραμμίζοντας την ευαλωτότητα υποδομών βαθιά στο ρωσικό έδαφος.
Αντίστοιχες επιχειρήσεις έχουν επηρεάσει και την Κριμαία, την οποία η Ρωσία έχει προσαρτήσει από το 2014. Σημαντικοί οδικοί και εφοδιαστικοί άξονες έχουν δεχτεί πλήγματα, με αποτέλεσμα να καταγράφονται προβλήματα στη μεταφορά καυσίμων και στρατιωτικού υλικού. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, τοπικές αρχές έχουν αναφέρει σοβαρές ελλείψεις, στοιχείο που δείχνει ότι η σύγκρουση δεν περιορίζεται πλέον στο κύριο μέτωπο.
Στο δε πολιτικό επίπεδο, η ρωσική ηγεσία διατηρεί σταθερά τη θέση ότι οι στρατιωτικοί στόχοι παραμένουν αμετάβλητοι. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν επιμένει ότι οι δυνάμεις του επιχειρούν επιτυχώς σε όλα τα μέτωπα και ότι η επιχείρηση θα ολοκληρωθεί μόνο όταν επιτευχθούν πλήρως οι αρχικοί στόχοι. Παράλληλα, απορρίπτει προτάσεις για άμεσες συνομιλίες υπό όρους που δεν ευθυγραμμίζονται με τις ρωσικές απαιτήσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν και συγκεκριμένες εδαφικές διεκδικήσεις σε περιοχές της ανατολικής και νότιας Ουκρανίας.

Ωστόσο, πίσω από τη δημόσια ρητορική, αναλυτές και πολιτικοί παρατηρητές επισημαίνουν μια πιο σύνθετη εικόνα. Η παρατεταμένη διάρκεια του πολέμου φαίνεται να έχει δημιουργήσει πιέσεις στο εσωτερικό της ρωσικής κοινωνίας, αλλά και σε τμήματα των οικονομικών και πολιτικών ελίτ. Η κόπωση από τη σύγκρουση, όπως αναφέρεται, γίνεται ολοένα και πιο αισθητή, παρότι δεν εκδηλώνεται ανοιχτά ως πολιτική αμφισβήτηση. Σε αυτό το πλαίσιο, ορισμένες κινήσεις της Μόσχας ερμηνεύονται ως έμμεσες προσπάθειες διερεύνησης διπλωματικών διεξόδων. Αναφέρονται πρωτοβουλίες διαμεσολάβησης ή επαφών μέσω τρίτων προσώπων, χωρίς όμως να οδηγούν σε ουσιαστική πρόοδο. Η επιλογή προσώπων ή διαύλων, όπως έχει σημειωθεί από αναλυτές, συχνά δεν θεωρείται αποδεκτή από την ουκρανική πλευρά και τους δυτικούς συμμάχους της, γεγονός που περιορίζει περαιτέρω τα περιθώρια συμφωνίας.
Στο διεθνές επίπεδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται λιγότερο ενεργές στο συγκεκριμένο διπλωματικό μέτωπο σε σχέση με προηγούμενες φάσεις, καθώς η προσοχή τους είναι στραμμένη και σε άλλες γεωπολιτικές κρίσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δηλώνει πρόθεση να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο στις μελλοντικές διαπραγματεύσεις, ωστόσο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες στη διαμόρφωση ενιαίας στρατηγικής μεσολάβησης. Η κατάσταση αυτή οδηγεί σε ένα διπλωματικό περιβάλλον χαμηλής έντασης, όπου οι πρωτοβουλίες υπάρχουν αλλά δεν παράγουν αποτελέσματα.
Ταυτόχρονα, ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει μετατραπεί σε πεδίο δοκιμής νέων μορφών πολέμου. Η εκτεταμένη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών, σε συνδυασμό με τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης και συστήματα στοχευμένης καθοδήγησης, έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο διεξαγωγής των επιχειρήσεων. Το μέτωπο δεν αποτελεί πλέον γραμμική ζώνη αντιπαράθεσης, αλλά ένα βαθύ πεδίο κινδύνου όπου η επιβίωση των στρατιωτών γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Οι εξελίξεις αυτές έχουν επηρεάσει και τα ποσοστά απωλειών.
Σύμφωνα με αναλύσεις ειδικών, η αναλογία νεκρών προς τραυματίες προσεγγίζει πλέον επίπεδα που θυμίζουν συγκρούσεις των αρχών του 20ού αιώνα, όπως ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ήτοι έναν νεκρό προς 3 με 4 τραυματίες. Η πρόοδος της στρατιωτικής ιατρικής, που τις τελευταίες δεκαετίες είχε μειώσει σημαντικά τη θνησιμότητα στο πεδίο της μάχης, φαίνεται να ανατρέπεται σε συνθήκες όπου η ταχεία απομάκρυνση των τραυματιών είναι συχνά αδύνατη.
