Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Η Τουρκία δεν περιμένει απλώς τις επόμενες εκλογές. Τις προετοιμάζει, τις ελέγχει, τις προσαρμόζει και, σε μεγάλο βαθμό, επιχειρεί να τις κρίνει πριν καν φτάσει η χώρα στην κάλπη.

Η απόφαση του εφετείου της Άγκυρας να ακυρώσει το συνέδριο του CHP του 2023, να απομακρύνει τον Οζγκιούρ Οζέλ και να επαναφέρει τον Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου στην ηγεσία του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης δεν είναι ένα εσωκομματικό επεισόδιο. Είναι η πιο καθαρή ένδειξη ότι η πολιτική μάχη στην Τουρκία μεταφέρεται από την κάλπη στο δικαστήριο, από τον δρόμο στους μηχανισμούς ασφαλείας και από την κοινωνία στο παρασκήνιο των θεσμών.

Το χτύπημα στο CHP δεν είναι τυχαίο

Ο Οζγκιούρ Οζέλ δεν ήταν απλώς ο νέος πρόεδρος του CHP. Ήταν ο άνθρωπος που έβγαλε το κόμμα από την αδράνεια της ήττας του 2023 και το οδήγησε στη μεγάλη νίκη των δημοτικών εκλογών του 2024, όταν το CHP κατάφερε να επικρατήσει σε μεγάλους δήμους και να αφήσει το AKP για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες με την αίσθηση ότι μπορεί να χάσει την κοινωνική πρωτοβουλία. Η εκλογή Οζέλ είχε προηγηθεί της μεγάλης τοπικής νίκης του CHP απέναντι στο κυβερνών AKP.

Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα για τον Ερντογάν. Όχι ότι το CHP έχει ιδεολογική καθαρότητα ή συμπαγή οργανωτική πειθαρχία. Το πρόβλημα είναι ότι, υπό τον Οζέλ, άρχισε να αποκτά ρυθμό, γλώσσα σύγκρουσης, κοινωνική αυτοπεποίθηση και έναν προεδρικό υποψήφιο με πραγματική εκλογική απήχηση: τον Εκρέμ Ιμάμογλου.

Η δικαστική ακύρωση του συνεδρίου του 2023 λειτουργεί σαν μαχαίρι σε τρία επίπεδα. Πρώτον, κόβει την κορυφή του CHP. Δεύτερον, επαναφέρει έναν ηγέτη που έχει ήδη ηττηθεί από τον Ερντογάν. Τρίτον, ανοίγει ρήγμα ανάμεσα στη βάση του κόμματος, στους βουλευτές, στους δημάρχους και στο παλιό κεμαλικό κατεστημένο που ποτέ δεν χώνεψε πλήρως την άνοδο Οζέλ.

Το CHP μίλησε για «δικαστικό πραξικόπημα». Δεν είναι υπερβολή ως πολιτικός όρος. Το πραξικόπημα δεν γίνεται πια πάντα με τανκς. Στην Τουρκία του 2026 γίνεται με αποφάσεις δικαστηρίων, οικονομικές πιέσεις, αστυνομικές επιχειρήσεις και επιλεκτική ποινικοποίηση πολιτικών αντιπάλων. Η κρίση κορυφώθηκε με αστυνομική επέμβαση στην έδρα του CHP στην Άγκυρα, με χρήση δακρυγόνων και βίας για την απομάκρυνση στελεχών που στήριζαν τον Οζέλ.

Ο Ιμάμογλου είναι ο πραγματικός στόχος

Αν ο Οζέλ ήταν ο οργανωτής της νέας αντιπολιτευτικής φάσης, ο Εκρέμ Ιμάμογλου ήταν το πρόσωπο που μπορούσε να τη μετατρέψει σε προεδρική απειλή.

Ο δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης είχε ήδη αποδείξει κάτι που ο Ερντογάν δεν ξεχνά: ότι μπορεί να τον νικήσει στο πιο συμβολικό πεδίο της τουρκικής πολιτικής, την Κωνσταντινούπολη. Η σύλληψη και προφυλάκισή του το 2025, οι κατηγορίες για διαφθορά, τρομοκρατία, κατασκοπεία και η αμφισβήτηση ακόμη και του πανεπιστημιακού του τίτλου δεν είναι απλώς δικαστικές υποθέσεις. Είναι πολιτική αποστράτευση με νομικό περίβλημα. Ο Ιμάμογλου παραμένει φυλακισμένος, αρνείται τις κατηγορίες και αντιμετωπίζει επιπλέον υποθέσεις, ενώ το πτυχίο του ακυρώθηκε, γεγονός που τον καθιστά μη επιλέξιμο με βάση τους τουρκικούς κανόνες για την προεδρία.

Το μήνυμα προς την αντιπολίτευση είναι απλό: ακόμη κι αν βρείτε υποψήφιο, μπορούμε να τον ακυρώσουμε. Αν βρείτε ηγέτη, μπορούμε να τον καθαιρέσουμε. Αν βρείτε δήμαρχο με λαϊκή νομιμοποίηση, μπορούμε να τον φυλακίσουμε. Αν κερδίσετε δήμους, μπορούμε να ανοίξουμε φακέλους.

Αυτή είναι η νέα τουρκική κανονικότητα: οι εκλογές δεν καταργούνται, αλλά ο ανταγωνισμός γύρω από αυτές απονευρώνεται.

Ακίν Γκιουρλέκ: Ο άνθρωπος-κλειδί στο δικαστικό μέτωπο

Στο κέντρο αυτής της αρχιτεκτονικής βρίσκεται ο Ακίν Γκιουρλέκ. Δεν είναι ένα απλό όνομα στη δικαστική ιεραρχία. Είναι το πρόσωπο που συμβολίζει τη μετάβαση της δικαστικής πίεσης από επίπεδο εισαγγελίας σε επίπεδο κρατικής στρατηγικής.

Ως επικεφαλής εισαγγελέας της Κωνσταντινούπολης, ο Γκιουρλέκ συνδέθηκε με τις μεγάλες έρευνες κατά του Ιμάμογλου και του CHP. Τον Φεβρουάριο του 2026 ο Ερντογάν τον διόρισε υπουργό Δικαιοσύνης, σε μια κίνηση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από την αντιπολίτευση και οργανώσεις δικαιωμάτων. Ο Γκιουρλέκ, ως πρώην εισαγγελέας Κωνσταντινούπολης, είχε ηγηθεί της καταστολής κατά του CHP και της υπόθεσης Ιμάμογλου, ενώ οι διαδοχικές του τοποθετήσεις αναδεικνύουν το ζήτημα κυβερνητικής επιρροής στις δικαστικές αποφάσεις και στους διορισμούς.

Το παρασκήνιο εδώ είναι σαφές: ο Γκιουρλέκ δεν είναι απλώς υπουργός. Είναι το πολιτικό σήμα ότι η Δικαιοσύνη αποτελεί πλέον κεντρικό εργαλείο διαχείρισης της προεκλογικής περιόδου. Εκεί όπου παλαιότερα το AKP χρησιμοποιούσε κυρίως τη λαϊκή κινητοποίηση, τα θρησκευτικά δίκτυα και τον έλεγχο των μέσων ενημέρωσης, τώρα προσθέτει έναν πιο ψυχρό μηχανισμό: το δικαστικό ξεκαθάρισμα των αντιπάλων.

Το εκλογικό παράθυρο που χρειάζεται ο Ερντογάν

Το μεγάλο ερώτημα είναι γιατί όλα αυτά συμβαίνουν τώρα, ενώ οι εκλογές είναι προγραμματισμένες για το 2028.

Η απάντηση βρίσκεται στο τουρκικό Σύνταγμα. Ο Ερντογάν βρίσκεται μπροστά στο όριο των θητειών. Με βάση το άρθρο 101, ο πρόεδρος μπορεί να εκλεγεί το πολύ για δύο θητείες. Όμως το άρθρο 116 ανοίγει ένα κρίσιμο παράθυρο: αν η τουρκική Εθνοσυνέλευση αποφασίσει πρόωρη ανανέωση των εκλογών κατά τη δεύτερη θητεία του προέδρου, τότε ο ίδιος μπορεί να είναι ξανά υποψήφιος. Η σχετική συνταγματική ανάλυση επισημαίνει ότι η απόφαση της Εθνοσυνέλευσης απαιτεί πλειοψηφία τριών πέμπτων, δηλαδή 360 βουλευτές σε σύνολο 600.

Εδώ ξεκινά το μεγάλο παζάρι. Το AKP έχει 275 έδρες. Το MHP διαθέτει 46, το HÜDA PAR 4, το Yeniden Refah 4, ενώ υπάρχουν μικρότερα κόμματα και ανεξάρτητοι που μπορούν να αποκτήσουν δυσανάλογη αξία σε μια κρίσιμη ψηφοφορία. Η επίσημη κατανομή της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης δείχνει ότι το κυβερνητικό στρατόπεδο δεν φτάνει μόνο του στο όριο των 360 βουλευτών.

Άρα ο Ερντογάν έχει τρεις δρόμους. Ο πρώτος είναι να επιδιώξει πρόωρες εκλογές με ψήφους πέρα από τον παραδοσιακό του συνασπισμό. Ο δεύτερος είναι να προωθήσει συνταγματική αλλαγή ή νέο Σύνταγμα. Ο τρίτος είναι να αποδυναμώσει τόσο πολύ την αντιπολίτευση, ώστε ακόμη και μια δύσκολη νομικά υποψηφιότητα να μετατραπεί πολιτικά σε τετελεσμένο.

Νέο Σύνταγμα: Η μεγάλη βιτρίνα και το πραγματικό διακύβευμα

Ο Ερντογάν παρουσιάζει τη συζήτηση για νέο Σύνταγμα ως ανάγκη απελευθέρωσης από το κληροδότημα του στρατιωτικού πραξικοπήματος του 1980. Είναι μια ισχυρή αφήγηση, γιατί πατά πάνω σε μια αλήθεια: το ισχύον τουρκικό συνταγματικό πλαίσιο έχει βαθιές ρίζες στη μεταπραξικοπηματική αρχιτεκτονική.

Όμως στην Τουρκία το ερώτημα δεν είναι μόνο τι γράφει ένα νέο Σύνταγμα. Είναι ποιος το γράφει, με ποιους συμμάχους, σε ποια συγκυρία και με ποιο αντάλλαγμα. Το AP μετέδωσε ότι ο Ερντογάν έχει διορίσει ομάδα νομικών για τη σύνταξη νέου Συντάγματος, ενώ οι επικριτές του φοβούνται ότι η διαδικασία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να παρατείνει την παραμονή του στην εξουσία πέρα από το όριο του 2028.

Το πραγματικό σχέδιο δεν χρειάζεται να γράφει με μεγάλα γράμματα «νέα θητεία Ερντογάν». Αρκεί να αλλάξει τους κανόνες με τέτοιο τρόπο ώστε ο ίδιος να εμφανιστεί ξανά ως αναγκαίος υποψήφιος: για τη σταθερότητα, για την ειρήνη με τους Κούρδους, για την οικονομία, για την Ανατολική Μεσόγειο, για τη Συρία, για την ασφάλεια.

Στην τουρκική πολιτική, η θεσμική γλώσσα είναι συχνά το ένδυμα της εξουσίας. Το νέο Σύνταγμα δεν είναι μόνο νομικό κείμενο. Είναι πιθανό εργαλείο ανανέωσης της ερντογανικής ηγεμονίας.

Το κουρδικό χαρτί και το DEM

Το πιο λεπτό κομμάτι του παζαριού είναι το κουρδικό.

Το DEM είναι το τρίτο μεγαλύτερο κόμμα στη Βουλή, με 56 έδρες. Χωρίς κάποιο είδος ανοχής, συνεννόησης ή ρήγματος στο κουρδικό μπλοκ, ο Ερντογάν δυσκολεύεται να βρει τον αριθμό που χρειάζεται για μια συνταγματική ή εκλογική κίνηση υψηλής έντασης. Η πρόσφατη καταδίκη του DEM για την απομάκρυνση Οζέλ δείχνει ότι το κουρδικό κόμμα δεν είναι διατεθειμένο να χαρίσει εύκολα νομιμοποίηση σε μια ανοικτά αντιδημοκρατική κίνηση. Το Reuters μετέδωσε ότι το DEM χαρακτήρισε την επέμβαση εναντίον του CHP πλήγμα στη δημοκρατία και προειδοποίησε ότι τέτοιες κινήσεις υπονομεύουν και τις προσπάθειες ειρήνης με το PKK.

Από την άλλη, η Άγκυρα γνωρίζει ότι το κουρδικό ζήτημα είναι ταυτόχρονα απειλή και ευκαιρία. Το PKK ανακοίνωσε το 2025 την απόφαση να διαλυθεί και να τερματίσει τον ένοπλο αγώνα μετά την έκκληση του Αμπντουλάχ Οτζαλάν, ενώ το 2026 τουρκική κοινοβουλευτική επιτροπή ενέκρινε οδικό χάρτη νομικών μεταρρυθμίσεων για τη διαδικασία ειρήνευσης.

Εδώ βρίσκεται το βαθύ παραπολιτικό παιχνίδι. Ο Ερντογάν μπορεί να επιχειρήσει να πουλήσει στους Κούρδους ένα πακέτο «ειρήνη, δικαιώματα, ένταξη, νομικές εγγυήσεις». Στους εθνικιστές του MHP θα το πουλήσει ως «τέλος της τρομοκρατίας». Στη Δύση ως «σταθεροποίηση της Τουρκίας». Και στο εσωτερικό του AKP ως «ιστορική αποστολή του ηγέτη».

Το ερώτημα είναι αν οι Κούρδοι θα δεχθούν να γίνουν η γέφυρα για τη νέα θητεία Ερντογάν. Το DEM γνωρίζει ότι αν δώσει λευκή επιταγή, κινδυνεύει να κατηγορηθεί από την ίδια του τη βάση ότι αντάλλαξε δημοκρατία με υποσχέσεις. Αν όμως μείνει πλήρως απέξω, μπορεί να χάσει τη δυνατότητα να επηρεάσει το μόνο θεσμικό παράθυρο που εμφανίζεται μετά από δεκαετίες σύγκρουσης.

Το MHP, οι εθνικιστές και το παράδοξο Μπαχτσελί

Το MHP του Ντεβλέτ Μπαχτσελί είναι ο βασικός εταίρος του Ερντογάν, αλλά όχι απλός ακόλουθος. Είναι ο εγγυητής της εθνικιστικής σκληρής γραμμής μέσα στο κράτος. Χωρίς το MHP, το AKP χάνει την επαφή του με τμήματα της ασφάλειας, της γραφειοκρατίας και του υπερ-εθνικιστικού ακροατηρίου.

Το παράδοξο είναι ότι ο Μπαχτσελί, ο πιο σκληρός εθνικιστής σύμμαχος του Ερντογάν, ήταν από τους πρώτους που άνοιξαν δημόσια τη συζήτηση για νέο δρόμο στο κουρδικό, ακόμη και με αναφορές στον Οτζαλάν υπό προϋποθέσεις. Αυτό δεν είναι ιδεολογική μεταστροφή. Είναι κρατική λογική. Αν η ειρήνευση με το PKK μπορεί να προσφέρει στον Ερντογάν συνταγματικό δρόμο, τότε το MHP θα επιχειρήσει να τη βαφτίσει εθνική νίκη, όχι παραχώρηση.

Το Reuters είχε μεταδώσει ήδη από το 2024 ότι ο Μπαχτσελί πρότεινε συνταγματική τροποποίηση που θα επέτρεπε στον Ερντογάν να είναι ξανά υποψήφιος, ενώ οι κοινοβουλευτικοί αριθμοί έδειχναν ότι η στήριξη του DEM θα μπορούσε να γίνει κρίσιμη για δημοψήφισμα ή πρόωρη εκλογική κίνηση.

HÜDA PAR, Yeniden Refah και το ισλαμιστικό δεξιό παζάρι

Δίπλα στο AKP δεν υπάρχουν μόνο οι εθνικιστές. Υπάρχει και η σκληρότερη ισλαμιστική δεξιά, με κόμματα όπως το HÜDA PAR και το Yeniden Refah.

Το HÜDA PAR λειτουργεί ως γέφυρα προς ένα συντηρητικό κουρδικό ισλαμικό ακροατήριο, διαφορετικό από το κοσμικό ή αριστερό κουρδικό περιβάλλον του DEM. Το Yeniden Refah του Φατίχ Ερμπακάν, από την άλλη, πιέζει το AKP από τα δεξιά και ισλαμιστικά, υπενθυμίζοντας στον Ερντογάν ότι η παλιά παράδοση Milli Görüş δεν του ανήκει αποκλειστικά.

Αυτό είναι κρίσιμο: ο Ερντογάν δεν έχει απέναντί του μόνο την αντιπολίτευση. Έχει και διαρροές από τη δική του κοινωνική δεξαμενή. Η ακρίβεια, η φθορά της εξουσίας, η διαφθορά, οι οικονομικές πιέσεις και η αίσθηση ότι το AKP έχει γίνει πλέον καθεστωτικός μηχανισμός και όχι λαϊκό κίνημα δημιουργούν χώρο για μικρότερα ισλαμιστικά κόμματα.

Γι’ αυτό ο Ερντογάν χρειάζεται μια νέα μεγάλη αφήγηση: νέο Σύνταγμα, νέα Τουρκία, τέλος της τρομοκρατίας, «Γαλάζια Πατρίδα», ισχυρή ηγεσία. Χωρίς αφήγηση, μένει μόνο η κόπωση της εξουσίας.

Τα θρησκευτικά τάγματα: Η αθέατη υποδομή της εξουσίας

Κανείς δεν καταλαβαίνει την Τουρκία αν κοιτά μόνο τα κόμματα. Πίσω από τα κόμματα υπάρχουν δίκτυα: tarikat, cemaat, ιδρύματα, σχολεία, φιλανθρωπίες, επιχειρήσεις, τοπικοί μεσάζοντες, δήμοι, εργολάβοι, οικογένειες, κρατικές θέσεις.

Οι Νακσιμπεντί, οι κοινότητες Μενζίλ, Ισμαϊλαγά, Σουλεϊμαντζήδες και άλλες θρησκευτικές δικτυώσεις δεν λειτουργούν πάντα ως ενιαία «μαύρα κουτιά» ψήφων. Λειτουργούν όμως ως κοινωνικές υποδομές: κινητοποιούν, συστήνουν, μεσολαβούν, νομιμοποιούν, πειθαρχούν. Μελέτες για τη θρησκευτική πολιτική του AKP επισημαίνουν ότι τα οργανικά δίκτυα που σχηματίστηκαν με την εξουσία του AKP συνδέουν θρησκευτικά κινήματα με πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα.

Η περίπτωση της Μενζίλ είναι χαρακτηριστική. Πρόσφατη ακαδημαϊκή εργασία περιγράφει την κοινότητα ως ένα από τα σημαντικά σουφικά δίκτυα της σύγχρονης Τουρκίας, με εικόνα ταπεινότητας αλλά και σημαντικό πλούτο, ενώ αναφέρεται στις φερόμενες σχέσεις της με το AKP και στη σταθερή στήριξή της σε συντηρητικά κόμματα.

Αυτή η αθέατη Τουρκία είναι συχνά πιο σημαντική από τις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις. Στις λαϊκές συνοικίες, στις μικρές πόλεις της Ανατολίας, στα δίκτυα πρόνοιας και στην πρόσβαση στο κράτος, τα θρησκευτικά τάγματα λειτουργούν σαν ενδιάμεσος μηχανισμός ανάμεσα στον πολίτη και την εξουσία. Το AKP το ξέρει καλύτερα από οποιονδήποτε.

Οι Αλεβίτες, οι Κούρδοι, οι κοσμικοί και οι νέοι

Το CHP δεν είναι μόνο κόμμα κεμαλιστών. Είναι πλέον καταφύγιο ετερόκλητων ομάδων: κοσμικοί Τούρκοι, Αλεβίτες, αστικά στρώματα, νέοι, γυναίκες, φιλελεύθεροι, δυσαρεστημένοι συντηρητικοί, Κούρδοι ψηφοφόροι σε μεγάλες πόλεις που ψηφίζουν τακτικά και όχι ιδεολογικά.

Αυτός ο συνασπισμός είναι ταυτόχρονα δύναμη και αδυναμία. Μπορεί να κερδίσει μητροπόλεις. Δυσκολεύεται όμως να κρατήσει ενιαία γραμμή όταν το κράτος παίζει σε πολλά ταμπλό: φόβος στους δημοσίους υπαλλήλους, θρησκευτική ταυτότητα στους συντηρητικούς, εθνική ασφάλεια στους εθνικιστές, ειρήνη στους Κούρδους, οικονομική σταθερότητα στις αγορές.

Ο Κιλιτσντάρογλου, ως Αλεβίτης και παλιός ηγέτης της αντιπολίτευσης, είχε επιχειρήσει το 2023 να χτίσει πολιτική συμφιλίωσης. Απέτυχε απέναντι στην εκλογική μηχανή Ερντογάν. Η επιστροφή του τώρα δεν διαβάζεται από τη βάση του CHP ως φυσιολογική αποκατάσταση, αλλά ως επιβολή ενός παλαιού, ηττημένου προσώπου σε μια στιγμή που το κόμμα είχε αρχίσει να κινείται ξανά.

Η οικονομία είναι η μεγάλη πληγή

Ο Ερντογάν μπορεί να ελέγχει θεσμούς, μέσα ενημέρωσης και δικαστικές διαδικασίες. Δεν μπορεί όμως να ελέγξει πλήρως το κόστος ζωής.

Η οικονομία είναι η βαθύτερη ρωγμή του καθεστώτος. Η τουρκική κεντρική τράπεζα αύξησε τον ενδιάμεσο στόχο πληθωρισμού για το 2026 από 16% σε 24%, ενώ η λίρα παραμένει κοντά σε ιστορικά χαμηλά και οι αγορές αντέδρασαν έντονα στην απόφαση κατά του CHP. Το Reuters μετέδωσε ότι ο δείκτης BIST 100 έπεσε κατά 6% μετά τη δικαστική απόφαση, προκαλώντας διακοπή συναλλαγών, ενώ στη συνέχεια η αγορά σταθεροποιήθηκε αλλά η λίρα παρέμεινε κοντά σε χαμηλά-ρεκόρ.

Αυτό εξηγεί γιατί ο Ερντογάν χρειάζεται πολιτική ένταση αλλά όχι πλήρη αποσταθεροποίηση. Θέλει να φοβίσει την αντιπολίτευση, όχι να πανικοβάλει ανεξέλεγκτα τις αγορές. Θέλει να συσπειρώσει τη βάση του, όχι να οδηγήσει την οικονομία σε νέα κρίση εμπιστοσύνης. Θέλει πρόωρες κάλπες αν αυτές τον ευνοούν, όχι εκλογικό χάος που θα ενισχύσει την οργή.

Η «Γαλάζια Πατρίδα» ως εσωτερικό εργαλείο

Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι μόνο δόγμα εξωτερικής πολιτικής. Είναι εργαλείο εσωτερικής συσπείρωσης.

Οι πληροφορίες ότι το AKP ετοιμάζει νομοθετική ρύθμιση για τη «Mavi Vatan» έρχονται την ίδια στιγμή που το εσωτερικό πολιτικό πεδίο αναδιατάσσεται. Τουρκικά και διεθνή δημοσιεύματα αναφέρουν ότι το σχέδιο νόμου για τις θαλάσσιες ζώνες αναμένεται να κατατεθεί μετά τη θρησκευτική αργία, με στόχο τη νομική κατοχύρωση των τουρκικών διεκδικήσεων σε Μαύρη Θάλασσα, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, αυτό είναι ευθεία πρόκληση. Για τον Ερντογάν, είναι και εσωτερικό αφήγημα: «όλοι μας πολεμούν, άρα χρειαζόμαστε ισχυρή ηγεσία». Όταν η οικονομία πιέζει και η αντιπολίτευση ανεβαίνει, η εθνική ασφάλεια γίνεται ο ασφαλέστερος μηχανισμός συσπείρωσης.

Η Τουρκία μπαίνει έτσι σε διπλό μέτωπο: στο εσωτερικό, δικαστική και πολιτική αναδιάταξη· στο εξωτερικό, επιθετική θεσμοποίηση θαλάσσιων διεκδικήσεων. Το ένα τροφοδοτεί το άλλο.

Το πραγματικό σχέδιο του AKP

Το σχέδιο δεν είναι απαραίτητα γραμμένο σε ένα χαρτί. Φαίνεται όμως από τη διαδοχή των κινήσεων.

Πρώτα αποδυναμώνεται ο Ιμάμογλου. Μετά χτυπιούνται οι δήμοι του CHP. Έπειτα αμφισβητείται η ηγεσία Οζέλ. Παράλληλα προωθείται ο Γκιουρλέκ στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Την ίδια ώρα ανοίγει το συνταγματικό θέμα, ξαναζεσταίνεται το κουρδικό, ενισχύεται η «Γαλάζια Πατρίδα» και κρατιέται ζωντανό το σενάριο πρόωρων εκλογών.

Αυτό δεν είναι τυχαία αλληλουχία. Είναι πολιτική μηχανική.

Ο στόχος είναι να πάει η Τουρκία σε μια επόμενη εκλογική αναμέτρηση όπου: ο Ιμάμογλου θα είναι νομικά ή πολιτικά ακυρωμένος, το CHP θα είναι διχασμένο ανάμεσα σε Οζέλ και Κιλιτσντάρογλου, το DEM θα πιέζεται ανάμεσα στη δημοκρατική αλληλεγγύη και στο κουρδικό παζάρι, το MHP θα έχει εθνικιστική νομιμοποίηση για κάθε σκληρή επιλογή, τα θρησκευτικά δίκτυα θα συσπειρώνουν τη συντηρητική βάση, και ο Ερντογάν θα εμφανίζεται ξανά ως ο μόνος που μπορεί να κρατήσει όρθιο το κράτος.

Το νέο τοπίο στην Τουρκία

Η Τουρκία μετά τις εξελίξεις στο CHP δεν είναι απλώς πιο αυταρχική. Είναι πιο σύνθετη.

Δεν έχουμε επιστροφή σε κλασική δικτατορία. Έχουμε κάτι πιο εκλεπτυσμένο: εκλογικό καθεστώς με ελεγχόμενο ανταγωνισμό, δικαστικά φίλτρα, πειθαρχημένα μέσα ενημέρωσης, αστυνομική ετοιμότητα, παζάρι με μειονότητες και εργαλειοποίηση της εξωτερικής πολιτικής.

Το βαθύτερο ερώτημα δεν είναι αν θα γίνουν εκλογές. Σχεδόν σίγουρα θα γίνουν. Το ερώτημα είναι ποιος θα επιτραπεί να σταθεί απέναντι στον Ερντογάν, με ποια ελευθερία, με ποια πρόσβαση στα μέσα, με ποια νομική ασφάλεια και με ποιο κόμμα πίσω του.

Αυτό ακριβώς επισημαίνει και η Guardian στο βασικό της συμπέρασμα: η δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο από το αν ανοίγουν οι κάλπες, αλλά από το ποιος έχει δικαίωμα να σταθεί μπροστά τους και αν μπορεί να ακουστεί.

Το συμπέρασμα

Ο Ερντογάν δεν κινείται σαν ηγέτης που περιμένει το 2028. Κινείται σαν ηγέτης που ξέρει ότι το 2028, με τους σημερινούς κανόνες και με πραγματικό αντίπαλο, είναι επικίνδυνο.

Γι’ αυτό προσπαθεί να αλλάξει τους κανόνες, να σπάσει τον αντίπαλο, να ελέγξει τη Δικαιοσύνη, να ανοίξει συνταγματικό παράθυρο, να δοκιμάσει κουρδική συνεννόηση, να κρατήσει τους εθνικιστές, να μην χάσει τα θρησκευτικά δίκτυα και να μετατρέψει την εξωτερική ένταση σε εσωτερική νομιμοποίηση.

Η Τουρκία μπαίνει σε προεκλογική περίοδο χωρίς να έχει προκηρυχθεί επίσημα προεκλογική περίοδος.

Και αυτό είναι το πιο ανησυχητικό: οι επόμενες εκλογές μπορεί να μη νοθευτούν την ημέρα της ψηφοφορίας. Μπορεί να έχουν ήδη νοθευτεί πολιτικά πολύ νωρίτερα, με την αφαίρεση των πραγματικών επιλογών από τους ψηφοφόρους.