Για τους κατοίκους του Σαράγεβο, η δεκαετία του 1990 δεν ήταν απλώς ένας πόλεμος. Ήταν 1.425 ημέρες τρόμου, πείνας, κρύου και θανάτου. Ήταν η εποχή που μια απλή διαδρομή για νερό ή ψωμί μπορούσε να γίνει η τελευταία.
Τρεις δεκαετίες αργότερα, ένα από τα πιο φρικτά κεφάλαια εκείνης της πολιορκίας επιστρέφει στο προσκήνιο: η υπόθεση που έγινε γνωστή ως «Sarajevo Safari». Οι καταγγελίες είναι ανατριχιαστικές. Πλούσιοι ξένοι φέρονται να πλήρωναν για να μεταφερθούν σε θέσεις ελεύθερων σκοπευτών γύρω από την πόλη και να δολοφονούν αμάχους.
Άνδρες, γυναίκες, παιδιά. Ανθρώπους που προσπαθούσαν απλώς να επιβιώσουν.
Η πόλη που έγινε στόχος
Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Σαράγεβο, από τον Απρίλιο του 1992 έως τον Φεβρουάριο του 1996, οι κάτοικοι ζούσαν κάτω από συνεχή πυρά.
Οι δρόμοι που ένωναν γειτονιές, νοσοκομεία, αγορές και σπίτια μετατράπηκαν σε διαδρομές θανάτου. Η πιο γνωστή από αυτές έμεινε στην ιστορία ως «Snipers’ Alley», η «Λεωφόρος των Ελεύθερων Σκοπευτών».
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, περισσότεροι από 11.500 άνθρωποι σκοτώθηκαν στην πολιορκία, ανάμεσά τους 1.601 παιδιά. Άλλες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό των νεκρών κοντά στις 14.000.
Μέσα σε αυτή την κόλαση, οι νέες μαρτυρίες υποστηρίζουν ότι υπήρχαν άνθρωποι που δεν πήγαιναν εκεί για να πολεμήσουν. Πήγαιναν για να «κυνηγήσουν».
Η φρίκη πίσω από το «Sarajevo Safari»
Η υπόθεση δεν είναι καινούργια, αλλά τα τελευταία χρόνια πήρε ξανά διεθνείς διαστάσεις.
Το 2022, το ντοκιμαντέρ του Σλοβένου σκηνοθέτη Miran Zupanić έφερε στο προσκήνιο τις καταγγελίες για ξένους που ταξίδευαν στο πολιορκημένο Σαράγεβο με σκοπό να πυροβολήσουν πολίτες.
Αργότερα, η ανεξάρτητη έρευνα του Ιταλού δημοσιογράφου Azio Gavazzani οδήγησε στο άνοιγμα υπόθεσης στο Μιλάνο. Στο επίκεντρο βρέθηκαν πρόσωπα που φέρονται να είχαν σχέση με την οργάνωση ή τη συμμετοχή σε αυτά τα «σαφάρι θανάτου».
Τώρα, νέες πληροφορίες από βιβλία, μαρτυρίες και δικαστικές κινήσεις οδηγούν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες να εξετάσουν την πιθανή εμπλοκή πολιτών τους.
Ο «τιμοκατάλογος» που προκαλεί σοκ
Από τις πιο σκληρές αποκαλύψεις είναι οι ισχυρισμοί για ύπαρξη τιμοκαταλόγου.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο βιβλίο «Pay and Shoot» του Κροάτη δημοσιογράφου Domegui Margatić, οι ξένοι σκοπευτές φέρονται να πλήρωναν δεκάδες χιλιάδες γερμανικά μάρκα για να επιλέξουν στόχους.
Οι αναφορές κάνουν λόγο για ποσά που αυξάνονταν ανάλογα με το ποιος ήταν ο στόχος. Μεσήλικες άνδρες και γυναίκες, νεαρές γυναίκες, ακόμη και έγκυες φέρονται να περιλαμβάνονταν στις αποτρόπαιες κατηγορίες που περιγράφουν τα έγγραφα.
Οι ισχυρισμοί δεν έχουν ακόμη κριθεί δικαστικά. Όμως η ίδια η ύπαρξή τους αρκεί για να ξανανοίξει μια από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις του πολέμου στη Βοσνία.
Ποιοι ήταν οι ξένοι «κυνηγοί»
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, οι φερόμενοι συμμετέχοντες δεν προέρχονταν από μία μόνο χώρα.
Αναφορές κάνουν λόγο για πολίτες από την Ιταλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Βρετανία, την Ισπανία, τη Ρωσία, την Αυστρία, το Βέλγιο και την Ελβετία.
Περιγράφονται συνήθως ως εύποροι άνδρες, αρκετοί άνω των 50 ετών, με χρήματα, διασυνδέσεις και την επιθυμία να ζήσουν μια ακραία εμπειρία βίας.
Μία από τις πιο ανατριχιαστικές μαρτυρίες αναφέρει ακόμη και μέλος της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας, που φέρεται να έφτασε με ελικόπτερο σε περιοχή κοντά στο Σαράγεβο και να ζήτησε να πυροβολήσει παιδιά.
Η διαδρομή προς τις θέσεις των ελεύθερων σκοπευτών
Οι νέες πληροφορίες περιγράφουν και πιθανές διαδρομές μεταφοράς των ξένων προς τη Βοσνία.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, ορισμένοι έφταναν πρώτα στα κροατικά λιμάνια του Ζαντάρ και του Σπλιτ. Από εκεί συνέχιζαν προς περιοχές υπό σερβικό έλεγχο και τελικά μεταφέρονταν γύρω από το Σαράγεβο.
Άλλες μαρτυρίες αναφέρουν συναντήσεις σε ξενοδοχείο κοντά στο Ζάγκρεμπ, πριν από την αναχώρηση προς τη Βοσνία.
Το πιο σκοτεινό σημείο είναι η πιθανότητα συνεργασίας ανθρώπων από διαφορετικά στρατόπεδα, ακόμη και την ώρα που οι δυνάμεις αυτές πολεμούσαν μεταξύ τους.
Οι μυστικές υπηρεσίες και τα αναπάντητα ερωτήματα
Ο Margatić υποστηρίζει ότι βασίστηκε και σε έγγραφα που φέρονται να προέρχονται από Βόσνιο αξιωματικό των μυστικών υπηρεσιών, τον Nadzhad Oglian, ο οποίος ερευνούσε την υπόθεση πριν σκοτωθεί το 1996.
Οι αναφορές αυτές ανοίγουν ένα ακόμη πιο δύσκολο ερώτημα: αν το «Sarajevo Safari» ήταν απλώς μια παράνομη ιδιωτική δραστηριότητα κάποιων διεστραμμένων πλούσιων ή αν υπήρχε οργανωμένο δίκτυο που το προστάτευε, το διευκόλυνε και το συγκάλυπτε.
Αυτό ακριβώς προσπαθούν πλέον να ξεκαθαρίσουν οι έρευνες.
Αυστρία και Βέλγιο ανοίγουν φακέλους
Η υπόθεση έχει πλέον περάσει από το επίπεδο των ντοκιμαντέρ και των βιβλίων στο πεδίο των εισαγγελικών ερευνών.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης της Αυστρίας έχει ξεκινήσει έρευνα για έναν Αυστριακό πολίτη και ακόμη ένα πρόσωπο, με την υποψία συμμετοχής σε «περιπολίες ελεύθερων σκοπευτών» κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.
Την ίδια ώρα, δημοσιεύματα αναφέρουν ότι και οι βελγικές αρχές εξετάζουν πληροφορίες για πιθανή εμπλοκή Βέλγων πολιτών.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η υπόθεση δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως ιστορική καταγγελία. Αντιμετωπίζεται ως πιθανό έγκλημα πολέμου που μπορεί ακόμη να ερευνηθεί.
Γιατί η υπόθεση επιστρέφει τώρα
Το «Sarajevo Safari» επιστρέφει επειδή η Ευρώπη δεν έχει απαντήσει σε ένα βασικό ερώτημα: υπήρξαν πολίτες της που ταξίδεψαν σε μια πολιορκημένη πόλη για να σκοτώσουν αμάχους;
Και αν ναι, ποιοι τους μετέφεραν; Ποιοι τους κάλυψαν; Ποιοι γνώριζαν; Ποιοι πληρώθηκαν;
Η υπόθεση αγγίζει κάτι πολύ βαθύτερο από μια ακόμη σκοτεινή ιστορία πολέμου. Αγγίζει την ίδια την ευρωπαϊκή συνείδηση. Γιατί, αν οι καταγγελίες αποδειχθούν, τότε το Σαράγεβο δεν ήταν μόνο θύμα πολιορκίας. Ήταν και τόπος όπου κάποιοι μετέτρεψαν τον ανθρώπινο πόνο σε υπηρεσία πολυτελείας.
Το τραύμα που δεν έκλεισε
Για τους επιζώντες, η υπόθεση δεν είναι θεωρία. Είναι μνήμη.
Είναι οι δρόμοι που διέσχιζαν τρέχοντας. Είναι τα παιδιά που δεν γύρισαν σπίτι. Είναι οι νεκροί που έπεφταν χωρίς ποτέ να μάθουν ποιος τους σημάδεψε και γιατί.
Τριάντα χρόνια μετά, το Σαράγεβο ζητά ακόμη απαντήσεις. Όχι μόνο για όσους πυροβόλησαν, αλλά και για όσους οργάνωσαν, μετέφεραν, εισέπραξαν και σιώπησαν.
Αν οι νέες έρευνες φτάσουν μέχρι τέλους, η Ευρώπη ίσως αναγκαστεί να κοιτάξει κατάματα μία από τις πιο άβολες αλήθειες της μεταπολεμικής της ιστορίας: ότι μέσα σε έναν πόλεμο όπου οι άμαχοι πέθαιναν καθημερινά, κάποιοι μπορεί να πλήρωναν για να γίνουν μέρος της σφαγής.