Ο Κώστας Καραμανλής έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην Τουρκία και το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στην παρουσίαση του βιβλίου των Αρβανιτόπουλου και Φίλη «Η Νέα Παγκόσμια Τάξη» στο Μέγαρο Μουσικής.
Ο πρώην πρωθυπουργός τόνισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρότι καταδικάζει τη Ρωσία για την εισβολή στην Ουκρανία, δεν πράτει το ίδιο για την Τουρκία που εισέβαλε στην Κύπρο. Επίσης, δεν άφησε ασχολίαστο το γεγονός ότι η Άγκυρα ενισχύεται με δυτικά όπλα, τη στιγμή που απειλεί ανοιχτά την Ελλάδα, σύμμαχο της Δύσης.
Ακολουθεί η ομιλία του Κώστα Καραμανλή:
«Το βιβλίο των Αρβανιτόπουλου και Φίλη είναι μια ακριβής απεικόνιση της νέας πραγματικότητας που βιώνουμε πλέον στο διεθνές σύστημα, της “Νέας Παγκόσμιας Τάξης”, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στον τίτλο, κατ’ ευφημισμόν, στην πραγματικότητα ΑΤΑΞΙΑΣ, και μια πολύ εύστοχη διερεύνηση των στοιχείων που την ερμηνεύουν. Οι συγγραφείς εμβαθύνουν σε όλες τις παραμέτρους που διαφοροποιούν αυτήν την κατάσταση σε σχέση με το μεταπολεμικό διεθνές σύστημα και αποκρυσταλλώνουν τις νέες παραμέτρους, με τις οποίες ερχόμαστε πλέον αντιμέτωποι. Ως συνισταμένη των δεδομένων που χαρακτηρίζουν αυτήν την νέα πραγματικότητα, οι συγγραφείς προσδιορίζουν “Το Δίκαιο της Ισχύος”, σε αντιδιαστολή με τη φιλελεύθερη δημοκρατική δικαιοκρατική τάξη που, διακηρυκτικά έστω, ταυτοποιούσε τον δυτικό μεταπολεμικό κόσμο. Η κωδικοποίηση αυτή είναι εξ ορισμού ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για την κατανόηση του νέου διεθνούς συστήματος που αναδύεται.
(…)
Ο, δυστυχώς, παρατεινόμενος και αιματηρός πόλεμος της Ουκρανίας αναδεικνύει ανάγλυφα πολλές από τις αντιφάσεις της διεθνούς ζωής. Η Ρωσία αδίκως και παρανόμως εισβάλλει στην Ουκρανία. Η συμπεριφορά της συλλογικής Δύσης προηγουμένως δεν είναι αναμάρτητη, αφού ποικιλοτρόπως επιχείρησε να εντάξει την Ουκρανία στο δυτικό στρατόπεδο. Με την εισβολή, η Δύση, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, στηρίζει με κάθε τρόπο την Ουκρανία, μέχρι την αλλαγή κυβέρνησης στις ΗΠΑ, οπότε επέρχεται η πλήρης ανατροπή των δεδομένων. Οι ΗΠΑ προσεγγίζουν τη Ρωσία, πιέζουν την Ουκρανία να δεχθεί επώδυνη γι’ αυτήν διευθέτηση και οι Ευρωπαίοι μένουν αποσβολωμένοι στα κρύα του λουτρού.

(…)
Μία καίρια επισήμανση του βιβλίου είναι ότι το τοπίο για τη Δύση επιβαρύνεται πολύ από τις αρνητικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης, των κοινωνικών ανισοτήτων και του μεταναστευτικού στις κοινωνίες των δυτικών χωρών. Στην Ευρώπη, ο ευρωσκεπτικισμός αμφισβητεί τις αρχές της ενιαίας αγοράς και της οικονομικής ολοκλήρωσης και, στις ΗΠΑ, τα πλεονεκτήματα του ελεύθερου εμπορίου αμφισβητούνται ανοιχτά. Το γεγονός ότι όλο και περισσότερος πλούτος συσσωρεύεται στα χέρια λιγότερων ατόμων και το χάσμα μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων διαρκώς διευρύνεται είναι ανησυχητικό, όσον αφορά την κοινωνική συνοχή, την πολιτική σταθερότητα και την ποιότητα των δυτικών δημοκρατιών. Αυτό που κάνει, ωστόσο, τις κοινωνικές ανισότητες μια μεγάλη και πιεστική παγκόσμια πρόκληση της εποχής μας είναι η προοπτική ότι, εξαιτίας των οικονομικών εξελίξεων και των τεχνολογικών ανακαλύψεων, πιθανότατα θα κλιμακωθούν δραματικά. Είναι ένα μεγάλο ερώτημα ποιό ποσοστό του πληθυσμού θα έχει τις δεξιότητες για να συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία παραγωγής, τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές και την επαγγελματική κινητικότητα στο εγγύς μέλλον. Και ποιό θα μπορεί να εξασφαλίσει πρόσβαση στις σύγχρονες υπηρεσίες υγείας, ιατροφαρμακευτικής κάλυψης και παιδείας. Παράλληλα, εκπτώσεις σε δημοκρατικές αξίες αποσταθεροποιούν την κοινωνική συνοχή και το αξιακό σύστημα της μεταπολεμικής Δύσης. Ο ρόλος των μέσων μαζικής ενημέρωσης και το ζήτημα της ακριβούς και αμερόληπτης πληροφόρησης είναι καθοριστικής σημασίας. Όταν οι πληροφορίες εξυπηρετούν κατεστημένα συμφέροντα ή καταντούν απροκάλυπτη απόπειρα χειραγώγησης, η Δημοκρατία πλήττεται. Παράνομες ή τυπικά νομιμοφανείς παρακολουθήσεις πλήττουν επίσης τη Δημοκρατία. Το μεγαλύτερο ίσως πλήγμα είναι η διευρυνόμενη βεβαιότητα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών ότι οι θεσμοί, πρωτίστως μάλιστα η Δικαιοσύνη ως το θεμέλιο της ελεύθερης και δημοκρατικής κοινωνίας, χειραγωγούνται. Όλα αυτά ανατρέπουν το αφήγημα της Δυτικής υπεροχής. Όμως, αντί συγκροτημένης προσπάθειας ανάσχεσης των αρνητικών συνεπειών τους, βλέπουμε συχνά την εμμονή των κρατούντων στις εκπτώσεις αυτές. Καταφεύγουν με ευκολία στην προσπάθεια μείωσης και συκοφάντησης εκείνων που τολμούν να αμφισβητήσουν το δικό τους αφήγημα. Συχνά, μάλιστα, με καθοδηγούμενες, αλλά ανώνυμες πέννες του διαδικτύου. Πως να απορεί κανείς, λοιπόν, με την εκρηκτική ενδυνάμωση αντισυστημικών τάσεων.
(…)
Επιπλέον, δεν έχει επιτευχθεί ακόμη πλήρως η Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη ως η πιο κρίσιμη ίσως έννοια της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η αλληλεγγύη με την έννοια, όχι μόνο της αμοιβαίας βοήθειας, αλλά και της αντιμετώπισης των προβλημάτων όλων των κρατών μελών ως κοινών ευρωπαϊκών προβλημάτων. Η αλληλεγγύη, όχι απαραίτητα μόνο ως ηθική αξία, αλλά ως ρεαλιστική συνειδητοποίηση ότι τα ιδιαίτερα συμφέροντα του καθενός εξυπηρετούνται καλύτερα όταν ολόκληρο το οικοδόμημα είναι ισχυρό. Ενώ η υπεράσπιση των μικροσυμφερόντων των μεμονωμένων κρατών μελών έχει επικρατήσει έναντι της υπεράσπισης του συνολικού συμφέροντος.

Προκειμένου, όμως, η αμυντική ικανότητα της ΕΕ να είναι αποτελεσματική θα πρέπει να αποφύγει κάθε είδους εξαρτήσεις. Είναι απολύτως απαραίτητο η ΕΕ να αποκτήσει αυτόνομη αμυντική ικανότητα που δεν θα εξαρτάται από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Το ίδιο ισχύει και για τυχόν εξαρτήσεις από τους λεγόμενους ομοϊδεάτες εκτός ΕΕ εταίρους. Δηλαδή, η συζήτηση που γίνεται για αμυντική συνεργασία με τη Βρετανία, την Ουκρανία ή την Τουρκία δείχνει την, ακόμη και τώρα, πεισματική άρνηση και αδυναμία της ΕΕ να στηριχτεί στις δικές της δυνάμεις.
Σε ότι αφορά την Ελλάδα ειδικά, είναι κραυγαλέες οι αντιφάσεις της ΕΕ στο θέμα της ενιαίας ασφάλειας και άμυνας. Τη στιγμή που η Τουρκία έχει αναθεωρητικούς στόχους απέναντι σε ένα κράτος μέλος, την Ελλάδα, μας απειλεί συνεχώς με πόλεμο και συχνά καταφεύγει στη βία για να υποστηρίξει τις φιλοδοξίες της, η Άγκυρα θεωρείται πολύτιμος εταίρος και σύμμαχος από τα περισσότερα άλλα κράτη μέλη. Ειδικά όσον αφορά την Κύπρο, ένα ακόμη κράτος μέλος της ΕΕ, υπάρχει μια προκλητική αντίφαση στη στάση των περισσότερων συμμάχων και εταίρων. Δηλαδή, ενώ η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία καταδικάζεται, επιβάλλονται κυρώσεις και ενισχύεται με κάθε τρόπο ο αμυνόμενος, τα αντίστοιχα βάσανα της Κύπρου, που συνεχίζονται εδώ και σχεδόν μισό αιώνα, δεν αντιμετωπίζονται. Ακόμα χειρότερα, καταβάλλονται προσπάθειες για την εξεύρεση λύσεων που θέτουν τον επιτιθέμενο και το θύμα σε ισότιμη βάση ή που νομιμοποιούν την παράνομη κατοχή και θέτουν την Κύπρο σε κατάσταση ομηρίας απέναντι στην Τουρκία, σε πλήρη ασυμφωνία με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Αυτή η αναντιστοιχία εκθέτει σοβαρά όσους ισχυρίζονται ότι αγωνίζονται για αξίες και αρχές και εγείρει την υποψία ότι η υποστήριξη προς την Ουκρανία δεν υπαγορεύεται από αρχές αλλά από γεωπολιτικές επιδιώξεις. Στην πραγματικότητα, αποδυναμώνει την πολιτική, νομική και ηθική ανωτερότητα του δυτικού αφηγήματος.

Μέσα στην νέα αυτή πραγματικότητα, η Ελλάδα οφείλει να διαβάσει σωστά τις εξελίξεις και να χαράξει την πορεία εκείνη που θα μεγιστοποιήσει τα οφέλη της, θα τη θέσει σε πλεονεκτική θέση στο γεωπολιτικό χάρτη και θα την προστατεύσει από τις βλέψεις άλλων. Το πολυπολικό σύστημα που αναδεικνύεται υπαγορεύει μια πιο περίπλοκη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική απαλλαγμένη από τις αυστηρές διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος. Ασφαλώς και η Ελλάδα είναι ταγμένη με τη Δύση, αλλά η ίδια η Δύση πλέον μεταλλάσσεται ή και διχάζεται και μέρος αυτής συνομιλεί με τη Ρωσία και την Κίνα. Όχι μόνο οι ΗΠΑ. Πρόσφατα ακούστηκαν φωνές και εντός της ΕΕ που προτρέπουν σε συνομιλίες με τη Ρωσία. Ασφαλώς και η Ελλάδα είναι κατά της βίας και του αναθεωρητισμού, αλλά θα πρέπει αυτό το δόγμα να έχει καθολική εφαρμογή. Δεν μπορεί εμείς να τασσόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις στο πλευρό του αμυνόμενου και η υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά – προσέξτε – ακόμα ακόμα και αυτός ο αμυνόμενος, να μην τάσσεται στο δικό μας πλευρό όταν απειλούμαστε! Θα πρέπει, λοιπόν, να γίνει κατανοητό ότι Ελλάδα και Κύπρος φυλάμε τα νοτιοανατολικά σύνορα της Ευρώπης από κινδύνους υπαρκτούς και υπαρξιακούς που απειλούν την εδαφική ακεραιότητα της ΕΕ. Μάλιστα, εκτός από την τουρκική επεκτατικότητα, πρόσφατα έγινε κατανοητό ότι το τόξο Ελλάδας-Κύπρου αποτελεί τον προμαχώνα της ΕΕ στα νοτιοανατολικά της σύνορα απέναντι σε απειλές που προέρχονται και πέρα από την Ανατολική Μεσόγειο.
Και εδώ θα ήθελα να πω δυο λόγια για ένα θέμα που θεωρώ πολύ σοβαρό. Ο νόμος που ετοιμάζει η Τουρκία, σύμφωνα με πρόσφατες διαρροές, είναι εξωφρενικός. Το αδιανόητο “Δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας” που πολλοί θεωρούν ότι προορίζεται για εσωτερική κατανάλωση, αφού πλέον διδάσκεται στα σχολεία και γαλουχεί, παραπλανά και φανατίζει τις νέες γενιές, τώρα παίρνει την πλέον επίσημη μορφή και γίνεται νόμος του κράτους, προκειμένου να δεσμεύει και όλες τις επόμενες κυβερνήσεις. Να δεσμεύει το ίδιο το κράτος. Φυσικά και δεν έχει καμία νομική αξία για την επιβολή τετελεσμένων, αλλά δεν αφήνει πλέον καμία αμφιβολία για τις απαράδεκτες αξιώσεις της Τουρκίας στο μισό Αιγαίο και δεσμεύει το κράτος της Τουρκίας για επιβολή του νόμου αυτού στο πεδίο. Και πάντως αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι η Τουρκία, μεθοδικά και συστηματικά, προωθεί την αναθεωρητική ατζέντα της και επιχειρεί να μεθοδεύσει σταδιακά τη διαμόρφωση ευνοϊκών γι’ αυτήν συνθηκών. Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει να μας προβληματίσει η αποτελεσματικότητα της πολιτικής των “ήρεμων νερών”. Διότι, όσο κατανοητή και αν είναι η προσπάθεια αποφυγής εντάσεων, εφ’ όσον η συμπεριφορά αυτή παρερμηνεύεται ως υποχωρητικότητα στην άσκηση και του παραμικρού δικαιώματός μας, ακόμα και στην καρδιά του Αιγαίου, ή απαλλάσσει την Τουρκία από το βάρος της επιθετικής της συμπεριφοράς στα μάτια των τρίτων – υποκριτικά βέβαια, γιατί τους βολεύει –, το κόστος καθίσταται δυσανάλογα μεγαλύτερο από το επιδιωκόμενο υποτιθέμενο όφελος. Σωστά, λοιπόν, ενισχύεται η αμυντική και αποτρεπτική ικανότητα της χώρας, πιστεύω όμως ότι ήρθε η ώρα να καταδειχθεί πλέον σε εταίρους και συμμάχους, ακόμα και με μια διαρκή εκστρατεία δημόσιας διπλωματίας και με τρόπο επίμονο και σαφή, το αδιανόητο των τουρκικών βλέψεων και το μέγεθος της τουρκικής επεκτατικότητας και επιθετικότητας. Και προς την Τουρκία, καθαρά και ξάστερα το μήνυμα ότι κανείς στην Ελλάδα δεν προσφέρεται για εκπτώσεις σε ζητήματα διεθνώς κατοχυρωμένων Δικαίων και δικαιωμάτων της χώρας».