«Είμαι εξ αυτών που πιστεύουν ακράδαντα ότι οι βουλευτές πρέπει να έχουν απεριόριστη ελευθερία λόγου και δράσης, πάντα βεβαίως εντός του πλαισίου των αρχών και αξιών του κόμματος, με τη σημαία του οποίου εκλέγονται, και του κυβερνητικού προγράμματος που τους δεσμεύει. Γι’ αυτό και στην παρθενική μου ομιλία κατά την εκλογή μου ως γενικός γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΔ ζήτησα την αποδραματοποίηση του κοινοβουλευτικού ελέγχου από τους βουλευτές της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, που με ευκολία βαπτίζεται ως “αντάρτικο”». Αυτά υπογραμμίζει ο γ.γ. της ΚΟ της ΝΔ, βουλευτής Λαρίσης, Μάξιμος Χαρακόπουλος, σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε χθες (Σάββατο), στην εφημερίδα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ».

Ακολούθως, ο κ. Χαρακόπουλος σημειώνει ότι «ακόμη και αν κάποιες φορές αναζητούνται κίνητρα πίσω από πρόσωπα που θέτουν ζητήματα που χαρακτηρίζονται “εσωκομματική αμφισβήτηση”. Διότι, “κίνητρα”, προσωπικές πικρίες ή φιλοδοξίες μπορεί ενίοτε να συνυπάρχουν. Το ζητούμενο στο τέλος της ημέρας δεν είναι ποιος τα λέει, αλλά αν αυτά που λέει έχουν βάση, αν είναι ζητήματα που αφορούν την κοινωνία. Ευχής έργο, βεβαίως, είναι αυτά να διατυπώνονται και να αντιμετωπίζονται εν οίκω πριν τεθούν εν δήμω».

Όσον αφορά στο επιτελικό κράτος, επισημαίνει ο Θεσσαλός πολιτικός: «Επειδή πολύς λόγος γίνεται για το “επιτελικό κράτος”, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους ο “μεγάλος ασθενής” είναι αυτό το ίδιο το κράτος. Και για να προλάβω την εύκολη κριτική για διάχυση ευθυνών σε διαχρονικές παθογένειες, να θυμίσω ότι και στις κυβερνήσεις του Κώστα Καραμανλή 2004 – 2009 βασική προμετωπίδα της κυβερνητικής προσπάθειας ήταν η “επανίδρυση του κράτους”. Είχε προηγηθεί η ομολογία απόγνωσης του Κώστα Σημίτη “αυτή είναι η Ελλάδα!”. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν θέλησε να συμβιβαστεί με αυτή την Ελλάδα. Για τον λόγο αυτό, ο πρώτος νόμος που ψήφισε η βουλή το 2019 ήταν αυτός για το “επιτελικό κράτος”. Αντικειμενικά κρίνοντας, δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κανείς με την ανάγκη στοχοπροσήλωσης σε χρονοδιαγράμματα υλοποίησης του κυβερνητικού έργου, με έλεγχο αποτελεσματικότητας και λογοδοσία των υπουργείων. Σήμερα, η επανίδρυση του κράτους ακούει πλέον στο όνομα ψηφιακό κράτος. Όσο περισσότερο επεκτείνεται το ψηφιακό κράτος και εκλείπει η ανθρώπινη διαμεσολάβηση – με ό,τι αυτή μπορεί να σημαίνει -, τόσο περισσότερο η Ελλάδα γίνεται σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Όσον αφορά τα κακώς κείμενα που επιμένουν να μας πληγώνουν, η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για να καταλήξουμε σε επιβεβλημένες τομές, που χρόνια συζητούνται, για τον εκσυγχρονισμό του πολιτικού συστήματος. Ιδιαιτέρως εν μέσω έξαρσης του λαϊκισμού με τον μανδύα του αντισυστημισμού. Μακάρι αυτή τη φορά το στοίχημα της αναθεώρησης του Συντάγματος να μην χαθεί και να εξελιχθεί σε μια ειρηνική επανάσταση του αυτονόητου».

Τέλος, ο κ. Χαρακόπουλος αναφέρει: «Σε κάθε περίπτωση, η στοχοποίηση των βουλευτών το τελευταίο διάστημα, ως “διαμεσολαβητών ρουσφετιών”, όταν έως πρότινος στις περισσότερες των περιπτώσεων το επονομαζόμενο “ρουσφέτι” προέβαλε ως αναγκαίο κακό για να βρει το δίκιο του ο πολίτης, είναι και ισοπεδωτική και άδικη. Γι’ αυτό, όσο το ψηφιακό κράτος διευρύνεται τόσο λιγότερο θα χρειάζεται η όποια παρέμβαση του βουλευτή για τα αυτονόητα, ώστε να μπορεί να εστιάζει απρόσκοπτα στη βασική του αποστολή, το νομοθετικό έργο και τον κοινοβουλευτικό έλεγχο. Η συζήτηση μόλις άρχισε».