«Με τα νέα στοιχεία τα οποία προκύπτουν από τη Δικαιοσύνη αλλά και από την εξεταστική επιτροπή, κατά τη γνώμη μας, θα προκαλέσουμε ως θέση πρωτοβουλίας πια, ξανά αίτημα για διενέργεια προανακριτικής επιτροπής, προκαταρκτικής εξέτασης πιο σωστά, στη Βουλή κατά το άρθρο 86», είπε σήμερα ο Δημήτρης Μάντζος για την υπόθεση των Τεμπών μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα.

Παράλληλα διαβεβαίωσε ότι θα ανοίξει ξανά η συζήτηση για προανακριτική τονίζοντας ότι «δεν πρόκειται να διαφύγει η κυβέρνηση, έχουμε πει και από την Τετάρτη ότι δεν θα αφήσουμε την κυβέρνηση να διαφύγει ούτε μέσω της Εξεταστικής Επιτροπής που έκανε ούτε μέσω της πρότασης δυσπιστίας».

«Δεν θα επιτρέψουμε το άρθρο 86 και ο νόμος περί ευθύνης υπουργών, έτσι όπως λειτουργούν και έτσι όπως τους καταχράται δυστυχώς η πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας, να γίνουν το προπέτασμα πίσω από το οποίο θα κρυφτούν και ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες» ανέφερε χαρακτηριστικά.

Σε ερώτηση για το πώς οδηγήθηκε το ΠΑΣΟΚ στην απόφαση να καταθέσει πρόταση δυσπιστίας, ο Δ. Μάντζος είπε:

«Διότι τώρα, μετά την Τετάρτη που έγινε η συζήτηση του πορίσματος της πλειοψηφίας της Εξεταστικής Επιτροπής, της Νέας Δημοκρατίας της πλειοψηφίας, που έλεγε ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι για το δυστύχημα, το έγκλημα στα Τέμπη δεν φταίει η διοικητική αβελτηρία διαδοχικών κυβερνήσεων που άφησε ένα σιδηροδρομικό δίκτυο χωρίς τηλεδιοίκηση και χωρίς φωτοσήμανση, που αν λειτουργούσε αυτό το σύστημα θα είχε σώσει 57 ανθρώπους, αλλά φταίνε, ούτε λίγο ούτε πολύ, τρεις άνθρωποι, ο σταθμάρχης και δύο μηχανοδηγοί, εκ των οποίων οι δύο αυτοί τελευταίοι, οι μηχανοδηγοί δεν ζουν καν για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους μετά το πόρισμα. Μετά την παρέμβαση της Ευρωπαίας εισαγγελέως που λέει ότι, με παρεμπόδισαν από τη διερεύνηση των οικονομικών εγκλημάτων εις βάρος της Ένωσης που οδήγησαν στην τραγωδία, μετά και το δημοσίευμα που πιστοποιεί κάτι που γνωρίζαμε, ότι υπάρχει κοπτοραπτική, μοντάζ στις πρώτες κρίσιμες συνομιλίες που διέρρευσαν στα μέσα ενημέρωσης. Μετά από όλα αυτά λοιπόν, καταθέσαμε την πρόταση δυσπιστίας».

Παράλληλα προσέθεσε ότι: «Όσον αφορά στις συνομιλίες αυτές καθαυτές, παρακολουθώ με ιδιαίτερη προσοχή τις αντιδράσεις της κυβέρνησης κατά τη διάρκεια του τριημέρου που μας πέρασε. Σε πρώτο χρόνο η κυβέρνηση βγήκε να πει ωσάν να είναι η Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, ότι σιγά την αποκάλυψη, αυτά τα ξέραμε από πέρυσι. Μα δεν είπαμε ότι είναι αποκλειστικό. Εμείς δεν είμαστε ΕΣΗΕΑ. Εμάς μας ενδιαφέρει το αντικείμενο. Είναι αληθές ότι κάποιος επεξεργάστηκε αυτό το οπτικοακουστικό υλικό; Και το δεύτερο που ήθελε να μας πει είναι ότι όσοι διατυπώνουν παράπονα για ενστάσεις είναι υποχείρια συμφερόντων. Για την ταμπακέρα, για το αν δηλαδή υπήρξε επεξεργασία ή όχι του υλικού, τίποτα».

Στη συνέχεια εξαπέλυσε τα «βέλη» του προς τη ΝΔ υποστηρίζοντας ότι: «με συγκεκριμένη γραμμή που εκπορεύεται από υπουργούς της, συνδέει ένα θεσμικό μέσο της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας, που είναι η πρόταση δυσπιστίας με ένα δημοσίευμα ή πολύ περισσότερο με οικονομικά συμφέροντα», ενώ συμπλήρωσε «σαν να ξεχνούμε σε ποια χώρα ζούμε, ποιος είναι ο ευνοημένος από τα εκδοτικά συγκροτήματα και τις εφημερίδες, ποιος είναι εκείνος ο οποίος έχει πολεμηθεί από τα μέσα ενημέρωσης. Να μην θυμηθούμε τα πρωτοσέλιδα ότι κούρασαν οι υποκλοπές ή ότι το ΠΑΣΟΚ θα βρεθεί με μονοψήφιο ποσοστό στις εκλογές».

Επιπλέον έθεσε τρία ερωτήματα: «εμείς λοιπόν επιμένουμε σε τρία ερωτήματα. Πρώτον, ποιος είχε πρόσβαση, ποιος μπορούσε εκείνα τα πρώτα εικοσιτετράωρα, το πρώτο εικοσιτετράωρο κυριολεκτικά από την τραγωδία, να έχει πρόσβαση στο κρίσιμο οπτικοακουστικό υλικό του ΟΣΕ, ένας δημόσιος φορέας, δημόσιος οργανισμός. Δεύτερον, ποιος είναι αυτός ο οποίος αφού απέκτησε πρόσβαση, επεξεργάστηκε, έκοψε και έραψε, χάλκεψε τις συνομιλίες, έτσι ώστε να φαίνεται μόνο το ανθρώπινο λάθος. Και τρίτον, ποιος είναι εκείνος ο ίδιος ο οποίος διένειμε γιατί περί διανομής πρόκειται, σε φίλια προς την κυβέρνηση μέσα μαζικής ενημέρωσης, το υλικό αυτό το χαλκευμένο υλικό, ώστε να υποστηριχθεί το κυβερνητικό αφήγημα περί αποκλειστικού ανθρώπινου σφάλματος».

«Περί την ταμπακέρας υπήρξε σιωπή, άρα σιωπηρή ομολογία ότι εκείνη η πρώτη συνομιλία, την οποία μάλιστα και εδώ είναι το ανατριχιαστικό, την επικαλέστηκε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός στις 14 Μαρτίου, απευθυνόμενος προς τους υπουργούς του στο υπουργικό συμβούλιο, επικαλέστηκε ακριβώς αυτές τις χαλκευμένες συνομιλίες, λέγοντας ότι προκαλούν οργή και ντροπή αυτές οι συνομιλίες. Φαίνεται, σιωπηρά τουλάχιστον έγινε αποδεκτό ότι είναι χαλκευμένες. Εμείς ρωτούμε λοιπόν αυτά τα ερωτήματα και επί τη βάσει αυτών των ερωτημάτων, με συσσωρευμένα όλα τα γεγονότα και τις παραμέτρους, καταθέτουμε την πρόταση δυσπιστίας, όπως οφείλουμε ως θεσμικό κόμμα της αντιπολίτευσης» ανέφερε χαρακτηριστικά.

Αναφορικά με την πρόταση δυσπιστίας είπε ότι «είναι το ύστατο, το έσχατο μέσο κοινοβουλευτικής αντίδρασης σε μια κυβέρνηση σε επίπεδο πολιτικό

Σχετικά με τον Στέφανο Κασσελάκη ο οποίος επιμένει να ζητά εθνικές εκλογές και μάλιστα με παρουσία διεθνών επιτηρητών, ο Β. Μάντζος μίλησε για «θεσμική υπερβολή, κατανοητή σε ένα βαθμό, διότι ο κ. Κασσελάκης δυστυχώς αρκείται σε μια lifestyle αντιπολίτευση με βίντεο και ατάκες».

«Θεωρώ ότι αιφνιδιάστηκε από τη θεσμική πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ και θέλησε να υπερακοντίσει αυτή την πρόταση με προτάσεις, οι οποίες όμως είναι υπερβολικές και είναι και ανεφάρμοστες, υπό την έννοια ότι οι παρατηρητές στη δημοκρατία μας δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν. Ο ΟΑΣΕ προφανώς κάνει τις δικές του παρατηρήσεις, αλλά δεν έχουμε ζητήματα νοθείας, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια, τις τελευταίες πολλές δεκαετίες» είπε.

Ερωτηθείς εάν είναι ορατό το ενδεχόμενο διενέργειας διπλών εκλογών το καλοκαίρι ο κ. Μάντζος δήλωσε τα εξής. «Δεν είμαστε βέβαιοι ότι ο κ. Μητσοτάκης θα τολμούσε μέσα σε αυτό το κλίμα να πάει σε εκλογές. Δεν γνωρίζουμε αν θα τολμούσε να το κάνει, αλλά σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν διαφύγει, θυμίζω ότι έχουμε εκλογές στις 9 του Ιούνη, που δεν είναι απλές δημοσκοπήσεις. Είναι κρίσιμες εκλογές για την εκπροσώπηση της χώρας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και κρίσιμες ώστε να στείλουμε ένα ισχυρό μήνυμα ότι ο λαός μας και οι πολίτες μπορούν να αντιδράσουν σε όλες αυτές τις αδικίες που υπογράφει η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη».