Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Σε μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές και κοινωνικές πιέσεις για τα ελληνικά νοικοκυριά έχει εξελιχθεί το στεγαστικό με τις τιμές των κατοικιών να έχουν πλέον ξεπεράσει τα επίπεδα πριν από την οικονομική κρίση και το κόστος στέγασης να απορροφά σχεδόν το 35% του διαθέσιμου εισοδήματος.

Η νέα τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ αποτυπώνει μια αγορά με ισχυρές αντιθέσεις. Από τη μια πλευρά τιμές και επενδυτική ζήτηση κινούνται σε ιστορικά υψηλά και από την άλλη όλο και περισσότερα νοικοκυριά δυσκολεύονται να βρουν προσιτή κατοικία.

Από το 2017, όταν οι τιμές των ακινήτων είχαν χάσει περισσότερο από το 40% της αξίας τους σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την κρίση, καταγράφεται αδιάκοπη άνοδος. Τα τελευταία χρόνια ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του δείκτη τιμών κατοικιών της Τράπεζας της Ελλάδος κινείται κοντά στο 10%, με μεγαλύτερες αυξήσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Ανοδικά κινούνται και τα ενοίκια, με τον σχετικό δείκτη να αυξάνεται κατά 10% το 2025. Παράλληλα, ο λόγος τιμών κατοικιών προς εισόδημα πλησιάζει ξανά ιστορικά υψηλά επίπεδα, ένδειξη ότι οι αξίες των ακινήτων απομακρύνονται όλο και περισσότερο από την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Κενή 1 στις 3 κατοικίες

Το πρόβλημα εντείνεται από τη χαμηλή προσφορά. Η οικοδομική δραστηριότητα κατέρρευσε στη διάρκεια της κρίσης και άρχισε να ανακάμπτει ουσιαστικά μετά το 2018, με αποτέλεσμα η επιστροφή της ζήτησης να συναντήσει ένα στεγαστικό απόθεμα που δεν είχε ανανεωθεί επί μία δεκαετία. Την ίδια ώρα, περίπου μία στις τρεις κατοικίες στην Ελλάδα είναι κενή, κυρίως όμως σε περιοχές της περιφέρειας, ενώ στην Αττική, όπου η στεγαστική πίεση είναι μεγαλύτερη, το ποσοστό των κενών κατοικιών είναι το χαμηλότερο στη χώρα.

Στο μη διαθέσιμο απόθεμα προστίθενται ακίνητα βραχυχρόνιας μίσθωσης αλλά και εκατοντάδες χιλιάδες ακίνητα που συνδέονται με «κόκκινα» δάνεια και βρίσκονται σε διαδικασία ρύθμισης ή πλειστηριασμού.

Την ίδια στιγμή, η πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση παραμένει δύσκολη. Οι νέες εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων έφθασαν το 2025 τα 2,1 δισ. ευρώ, έναντι περίπου 15 δισ. ευρώ το 2007, ενώ το ποσοστό ιδιοκατοίκησης υποχωρεί από το 2010.

Το ΙΟΒΕ επισημαίνει μάλιστα ότι προγράμματα ενίσχυσης της ζήτησης, όπως το «Σπίτι μου», σε μια αγορά όπου η προσφορά δεν μπορεί να αυξηθεί γρήγορα, ενδέχεται να οδηγήσουν μέρος της επιδότησης σε υψηλότερες τιμές.

Οι ενοικιαστές

Το βαρύτερο φορτίο σηκώνουν οι ενοικιαστές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το ΙΟΒΕ, το 2025 τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεσαν κατά μέσο όρο 34,6% του εισοδήματός τους για στέγαση, έναντι 18,9% στην ΕΕ, ποσοστό που φέρνει την Ελλάδα στη δυσμενέστερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Περίπου έξι στους δέκα ενοικιαστές δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για τη στέγη, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται περίπου στο 13% για ιδιοκτήτες χωρίς στεγαστικό δάνειο. Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι είναι επίσης οι άνεργοι, οι νέοι και τα μονογονεϊκά νοικοκυριά.

Το ΙΟΒΕ καταλήγει ότι η λύση δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο σε επιδόματα ή μέτρα για τα πολύ χαμηλά εισοδήματα. Απαιτείται ταυτόχρονα αύξηση της προσφοράς κατοικιών, ενεργοποίηση κενών ακινήτων, δημιουργία κοινωνικού αποθέματος, περιορισμός χρήσεων που αφαιρούν σπίτια από τη μακροχρόνια μίσθωση και στήριξη τόσο των ενοικιαστών όσο και της πρόσβασης στην ιδιοκατοίκηση.