Η κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή έχει σημάνει συναγερμό στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και να αξιολογεί ήδη τις πρώτες επιπτώσεις στην οικονομία της ευρωζώνης. Οι αναταράξεις που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν, σε συνδυασμό με τα πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές στην ευρύτερη περιοχή του Κόλπου, διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, το οποίο μεταφράζεται σε άνοδο τιμών και πιέσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Στη Φρανκφούρτη επικρατεί έντονος προβληματισμός για τη δυναμική της σύγκρουσης, καθώς οι πρόσφατοι βομβαρδισμοί σε ενεργειακές εγκαταστάσεις του Ιράν και άλλων χωρών του Κόλπου έχουν ήδη πυροδοτήσει σημαντικές αυξήσεις στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η εξέλιξη αυτή επιβαρύνει άμεσα το κόστος ζωής στην Ευρώπη, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.
Σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, η ΕΚΤ επιλέγει προς το παρόν στάση αναμονής, προκειμένου να αποτιμήσει με μεγαλύτερη σαφήνεια το εύρος, τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Οι παράγοντες αυτοί θεωρούνται καθοριστικοί για τον προσδιορισμό των συνολικών επιπτώσεων στην ευρωπαϊκή οικονομία. Το βασικό σενάριο προβλέπει ότι μέχρι τον Ιούνιο θα υπάρχει πιο ξεκάθαρη εικόνα, εκτός εάν υπάρξουν απρόβλεπτες και ακραίες εξελίξεις που θα ανατρέψουν τα δεδομένα.
Εφόσον δεν σημειωθούν δυσμενέστερες ανατροπές, η ΕΚΤ αναμένεται να επανεξετάσει τη νομισματική της πολιτική τον Ιούνιο, με επίκεντρο τα επιτόκια. Τότε θα αποφασιστεί αν απαιτείται παρέμβαση για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, δηλαδή πιθανή αύξηση του βασικού επιτοκίου πέραν του σημερινού 2%, και σε ποιο βαθμό, ώστε να περιοριστούν οι αρνητικές συνέπειες στην ήδη ασθενή αναπτυξιακή πορεία της ευρωζώνης.
Ο πληθωρισμός αναδεικνύεται αυτή τη στιγμή ως η σημαντικότερη απειλή για την οικονομική σταθερότητα. «Οι κίνδυνοι στον πληθωρισμό είναι ανοδικοί, ιδιαίτερα βραχυπρόθεσμα, ενώ μια παρατεταμένη σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε μια παρατεταμένη αλλαγή στις τιμές ενέργειας, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο τον πληθωρισμό», ανέφερε η επικεφαλής της Κριστίν Λαγκάρντ μετά την συνεδρίαση της ΕΚΤ την Πέμπτη. «Αυτό μπορεί να ενισχυθεί αν οι πληθωριστικές προσδοκίες και οι μισθολογικές εξελίξεις επίσης περάσουν σε ανοδική τροχιά».
Στο εσωτερικό της ΕΚΤ καταγράφεται έντονη ανησυχία, καθώς οι επιπτώσεις της κρίσης αρχίζουν να γίνονται ορατές στην πραγματική οικονομία, είτε μέσω αυξήσεων τιμών είτε μέσω προαναγγελιών ανατιμήσεων από διάφορους κλάδους. Παρ’ όλα αυτά, έχει αποφασιστεί να μην υπάρξει άμεση μεταβολή στα επιτόκια, ώστε να αποφευχθεί μια υπερβολική αντίδραση που θα μπορούσε να πλήξει περαιτέρω την οικονομία, σε περίπτωση που η σύγκρουση αποδειχθεί βραχύτερης διάρκειας από τα πιο απαισιόδοξα σενάρια.
Σε κάθε περίπτωση, οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι το 2026 θα χαρακτηριστεί από χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και υψηλότερο πληθωρισμό σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις. Σύμφωνα με το επικαιροποιημένο βασικό σενάριο της ΕΚΤ, η ανάπτυξη της ευρωζώνης αναμένεται να διαμορφωθεί στο 0,9% έναντι αρχικής πρόβλεψης 1,2%, ενώ ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα ανέλθει στο 2,6% από 1,9%. Ωστόσο, οι προβλέψεις αυτές παραμένουν εύθραυστες, καθώς εξαρτώνται από την πορεία των αγορών εμπορευμάτων, τη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας, τη διάρκεια ενδεχόμενου αποκλεισμού των στενών του Ορμούζ, αλλά και από τη στάση επιχειρήσεων και καταναλωτών απέναντι στο αυξημένο κόστος.
Η ενεργειακή αγορά αποτελεί τον πιο άμεσο και κρίσιμο παράγοντα κινδύνου. Το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και αντίστοιχο ποσοστό υγροποιημένου φυσικού αερίου, έχει ήδη οδηγήσει τις τιμές του πετρελαίου πάνω από τα 110 δολάρια. Όσο παρατείνεται ο αποκλεισμός, τόσο εντονότερες αναμένεται να είναι οι επιπτώσεις στο ενεργειακό κόστος.
Σημαντικές επιπτώσεις καταγράφονται και στον τομέα της ναυτιλίας, που αποτελεί τον δεύτερο μεγάλο κίνδυνο. Η σύγκρουση έχει αυξήσει τόσο τους χρόνους παράδοσης όσο και το κόστος μεταφοράς μέσω δεξαμενόπλοιων, με ιδιαίτερη επιβάρυνση για την Ευρώπη λόγω της εξάρτησής της από τη διαδρομή Ασίας–Ευρώπης μέσω της Διώρυγας του Σουέζ.
Τέλος, η αβεβαιότητα που προκαλεί η γεωπολιτική κρίση επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά της αγοράς. Η επιδείνωση των προσδοκιών οδηγεί επιχειρήσεις και καταναλωτές σε αναβολή επενδυτικών και καταναλωτικών αποφάσεων, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις προοπτικές της οικονομίας.