Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Η Ζεϊνέπ Μποζ δεν είναι απλώς η Τουρκάλα αρχαιολόγος που είπε μια φράση υπέρ της Ελλάδας σε μια συνεδρίαση της UNESCO. Είναι το πρόσωπο που, μέσα από μια φαινομενικά τεχνική παρέμβαση, έπληξε ένα από τα πιο επίμονα επιχειρήματα της βρετανικής πλευράς για τα Γλυπτά του Παρθενώνα: ότι ο λόρδος Έλγιν είχε νόμιμη οθωμανική άδεια, το περιβόητο «φιρμάνι», για να αποσπάσει τα Γλυπτά από την Ακρόπολη.

Η παρέμβασή της έδωσε στην Αθήνα ένα ισχυρό διπλωματικό όπλο, επειδή ήρθε από τη χώρα που αποτελεί διάδοχο κράτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και άρα τη χώρα που θα έπρεπε, αν υπήρχε τέτοιο έγγραφο, να το γνωρίζει ή να το διαθέτει στα αρχεία της. Η Μποζ είπε ουσιαστικά αυτό που η ελληνική πλευρά υποστηρίζει εδώ και δεκαετίες: κανένα αυθεντικό οθωμανικό φιρμάνι δεν έχει βρεθεί που να νομιμοποιεί την αφαίρεση και την πώληση των Γλυπτών του Παρθενώνα.

Ποια είναι η Ζεϊνέπ Μποζ

Η Ζεϊνέπ Μποζ είναι αρχαιολόγος και υψηλόβαθμη αξιωματούχος του τουρκικού υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού. Υπηρετεί ως επικεφαλής του Τμήματος Καταπολέμησης της Λαθρεμπορίας Πολιτιστικών Αγαθών της Γενικής Διεύθυνσης Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Μουσείων της Τουρκίας. Σπούδασε Προϊστορική Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Άγκυρας και ξεκίνησε την καριέρα της στο τουρκικό υπουργείο Πολιτισμού το 2007 ως βοηθός ειδικός. Το 2010 απέκτησε τον τίτλο της ειδικού με εργασία πάνω στη Σύμβαση UNIDROIT του 1995 και τις διμερείς συμφωνίες για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών.

Η πορεία της δεν περιορίζεται στα τουρκικά διοικητικά γραφεία. Το 2014 προσκλήθηκε να εργαστεί στη Γραμματεία της Σύμβασης UNESCO 1970, δηλαδή στο διεθνές πλαίσιο που αφορά τα μέτρα απαγόρευσης και πρόληψης της παράνομης εισαγωγής, εξαγωγής και μεταβίβασης πολιτιστικών αγαθών. Το 2015 ορίστηκε σημείο επαφής της UNESCO με το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για την εφαρμογή παραγράφων της απόφασης 2199, η οποία συνδέεται με την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας μέσω της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών.

Με άλλα λόγια, η Μποζ δεν είναι ένα τυχαίο πρόσωπο της τουρκικής αντιπροσωπείας. Είναι από τα πιο εξειδικευμένα στελέχη της Άγκυρας στο θέμα της αρχαιοκαπηλίας, των επαναπατρισμών και της διεθνούς νομικής διεκδίκησης πολιτιστικών αγαθών.

Η Τουρκάλα που ξέρει τα οθωμανικά αρχεία

Η βαρύτητα της δήλωσης Μποζ βρίσκεται ακριβώς στη θέση της. Η Βρετανία επικαλείται εδώ και δεκαετίες ότι ο Έλγιν ενήργησε με άδεια των οθωμανικών αρχών. Το Βρετανικό Μουσείο εξακολουθεί να υποστηρίζει στην επίσημη θέση του ότι ο Έλγιν έλαβε άδεια, «firman», και ότι μεταξύ 1801 και 1805 αφαίρεσε γλυπτά υπό την εποπτεία των αρμόδιων αρχών της εποχής.

Η Τουρκία, όμως, μέσω της Μποζ, είπε κάτι που είναι καταλυτικό: τέτοιο αυθεντικό οθωμανικό έγγραφο δεν έχει εντοπιστεί στα τουρκικά αρχεία. Το μόνο έγγραφο που επικαλείται η βρετανική πλευρά είναι μια ιταλική μετάφραση, χωρίς υπογραφή, χωρίς σφραγίδα και χωρίς την tuğra, δηλαδή το επίσημο σουλτανικό μονόγραμμα που θα πιστοποιούσε ότι πρόκειται για κανονικό αυτοκρατορικό φιρμάνι.

Η ίδια η Μποζ έχει εξηγήσει ότι ένιωσε υποχρεωμένη να παρέμβει όταν η βρετανική πλευρά επανέλαβε στην UNESCO ότι τα Γλυπτά αγοράστηκαν νόμιμα την οθωμανική περίοδο. Η λογική της ήταν απλή: αν η Τουρκία σιωπούσε, θα φαινόταν σαν να αποδεχόταν τον βρετανικό ισχυρισμό.

Τι σημαίνει πραγματικά το «δεν υπάρχει φιρμάνι»

Η φράση «δεν υπάρχει φιρμάνι» δεν είναι απλώς τεχνική λεπτομέρεια. Είναι πλήγμα στον πυρήνα του βρετανικού αφηγήματος.

Ο Έλγιν δεν πήρε απλώς μερικά θραύσματα από ερείπια. Από το 1801 έως το 1812, οι άνθρωποί του αφαίρεσαν μεγάλο μέρος από τον γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα και άλλα αρχιτεκτονικά μέλη της Ακρόπολης. Η βρετανική υπεράσπιση βασίζεται στην ιδέα ότι αυτό έγινε με τη γνώση και την άδεια των οθωμανικών αρχών, οι οποίες τότε ασκούσαν εξουσία στην Αθήνα. Το Βρετανικό Μουσείο επιμένει ότι η Βουλή των Κοινοτήτων εξέτασε την υπόθεση το 1816 και έκρινε ότι ο Έλγιν απέκτησε τη συλλογή νόμιμα.

Η ελληνική θέση είναι ότι η πράξη ήταν βίαιη αποκόλληση από ενιαίο μνημείο και ότι το υποτιθέμενο φιρμάνι δεν αποδεικνύει ούτε άδεια αποξήλωσης ούτε νόμιμη μεταβίβαση κυριότητας. Η επίσημη ελληνική επιχειρηματολογία επιμένει ότι τα Γλυπτά δεν είναι αυθύπαρκτα έργα τέχνης, αλλά αρχιτεκτονικά και συμβολικά μέρη του ναού της Αθηνάς, οργανικά δεμένα με τον Παρθενώνα.

Η τουρκική παρέμβαση δίνει βάρος στο ελληνικό επιχείρημα, διότι έρχεται από την πλευρά που διαθέτει την οθωμανική αρχειακή μνήμη. Δεν αποδεικνύει από μόνη της την επιστροφή των Γλυπτών, αλλά αφαιρεί από τη Βρετανία το πιο βολικό ιστορικό άλλοθι.

Η παλαιότερη έρευνα που είχε προαναγγείλει την κατάρρευση του επιχειρήματος

Ο Ιρανός ερευνητής Σαριάν Παναχί, γνώστης των οθωμανικών τουρκικών, είχε επισημάνει από το 2019 ότι δεν υπάρχει φιρμάνι για τη μεταφορά των Γλυπτών. Το ίδιο είχαν υποστηρίξει και Τούρκοι ερευνητές σε συνέντευξη στο Μουσείο Ακρόπολης, εξηγώντας ότι τα πραγματικά φιρμάνια καταγράφονταν σε ειδικά βιβλία, έφεραν συγκεκριμένη τυπική μορφή και δεν μπορούσαν να υπογράφονται απλώς από τοπικούς αξιωματούχους.

Η παρέμβαση Μποζ, όμως, έδωσε σε αυτή την επιστημονική συζήτηση κρατική βαρύτητα. Δεν ήταν πλέον μόνο η ελληνική πλευρά, ούτε μόνο ερευνητές που αμφισβητούσαν το έγγραφο. Ήταν επίσημη εκπρόσωπος της Τουρκίας στην UNESCO, με αρμοδιότητα ακριβώς στην καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών.

Γιατί η Άγκυρα «συμμάχησε» με την Αθήνα

Η τουρκική στάση δεν πρέπει να διαβαστεί ρομαντικά. Η Άγκυρα δεν μετατράπηκε ξαφνικά σε ανιδιοτελής υπερασπιστής της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Η στήριξη προς την Ελλάδα έχει τουλάχιστον τέσσερις πολιτικές και στρατηγικές αναγνώσεις.

Πρώτον, η Τουρκία έχει δική της τεράστια ατζέντα επαναπατρισμού αρχαιοτήτων. Η Άγκυρα ζητά πίσω χιλιάδες αντικείμενα που θεωρεί προϊόντα παράνομης ανασκαφής, λαθρεμπορίας ή αποικιακής λεηλασίας από τη Μικρά Ασία. Τα τελευταία χρόνια το τουρκικό υπουργείο Πολιτισμού έχει μετατρέψει την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών σε κρατική πολιτική. Η ίδια η Μποζ έχει δηλώσει ότι η Τουρκία εξασφάλισε την επιστροφή περισσότερων από 12.150 αρχαιοτήτων τα τελευταία 20 χρόνια, εκ των οποίων περίπου 7.850 την τελευταία πενταετία.

Δεύτερον, η Τουρκία θέλει να εμφανιστεί διεθνώς ως χώρα που μάχεται την αρχαιοκαπηλία, όχι ως χώρα που κουβαλά την οθωμανική ευθύνη για ό,τι συνέβη στην κατεχόμενη τότε Ελλάδα. Με τη δήλωση Μποζ, η Άγκυρα αποστασιοποιείται από την πράξη του Έλγιν και μεταφέρει το βάρος στη βρετανική αποικιοκρατική πρακτική.

Τρίτον, η υπόθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα λειτουργεί ως παγκόσμιο προηγούμενο. Αν το πιο γνωστό αίτημα επανένωσης μνημείου στον κόσμο κερδίσει έδαφος, τότε ενισχύονται και οι διεκδικήσεις άλλων χωρών, μεταξύ τους και της Τουρκίας, για αρχαιότητες από την Ανατολία που βρίσκονται σε μεγάλα δυτικά μουσεία.

Τέταρτον, η Άγκυρα αξιοποιεί το θέμα και ως εργαλείο πολιτιστικής διπλωματίας. Σε μια περίοδο που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν διαρκείς εντάσεις σε Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειο και Κυπριακό, η πολιτιστική στήριξη σε ένα ελληνικό αίτημα εμφανίζει την Τουρκία ως δύναμη συνεργασίας στο πεδίο της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Ο «πολιτισμός της Ανατολίας» και το πραγματικό τουρκικό συμφέρον

Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι βρίσκεται πίσω από τη λέξη Ανατολία. Η Τουρκία έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια ένα ευρύ αφήγημα περί «πολιτισμού της Ανατολίας», μέσα στο οποίο εντάσσει χιτιτικά, φρυγικά, λυδικά, λυκιακά, ρωμαϊκά, βυζαντινά, ελληνιστικά και αρχαιοελληνικά ευρήματα που βρίσκονται στο έδαφος της σημερινής Τουρκίας.

Αυτό το αφήγημα εξυπηρετεί την τουρκική στρατηγική επαναπατρισμού. Η Άγκυρα δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ένα αντικείμενο είναι «τουρκικό» με εθνικούς όρους. Αρκεί να υποστηρίξει ότι προέρχεται από την πολιτιστική γεωγραφία της Ανατολίας και άρα πρέπει να επιστρέψει στον τόπο προέλευσής του.

Η Τουρκία προσπαθεί να επωφεληθεί από το διεθνές κύμα επιστροφών, βάζοντας κάτω από την ομπρέλα του «πολιτισμού της Ανατολίας» αντικείμενα που μπορεί να είναι αρχαιοελληνικά, ελληνιστικά, χιτιτικά, λυδικά ή άλλης προέλευσης, αλλά βρίσκονται στο έδαφος της σημερινής Τουρκίας.

Σε αυτή τη στρατηγική, τα Γλυπτά του Παρθενώνα είναι ιδανική υπόθεση-σύμβολο. Αν η Δύση δεχθεί ότι ένα μνημείο πρέπει να επανενωθεί στον τόπο του, τότε το ίδιο επιχείρημα μπορεί να αξιοποιηθεί και για τον Βωμό της Περγάμου, την Πύλη της Αγοράς της Μιλήτου, αρχαιότητες από τη Λυκία, τη Λυδία, τη Φρυγία ή τη Βαβυλώνα.

Η Βαβυλώνα, ο Μάρκος Αυρήλιος και η νέα αυτοπεποίθηση της Τουρκίας

Η υπόθεση της Βαβυλώνας δείχνει πώς σκέφτεται πλέον η Άγκυρα. Η Τουρκία έχει επενδύσει σοβαρά σε επιστημονική τεκμηρίωση, δικαστική πίεση, συνεργασία με εισαγγελικές αρχές του εξωτερικού και δημόσια καμπάνια για την επιστροφή αρχαιοτήτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επιστροφή του ακέφαλου χάλκινου αγάλματος του Μάρκου Αυρηλίου από το Cleveland Museum of Art, υπόθεση που συνδέθηκε με λεηλασίες από τη Βουβώνα και βασίστηκε σε πολυετή τεκμηρίωση, αρχειακή έρευνα, συγκρίσεις βάσεων και γεωχημικές αναλύσεις.

Η Τουρκία έχει καταλάβει ότι η μάχη των αρχαιοτήτων δεν κερδίζεται μόνο με συνθήματα. Κερδίζεται με φακέλους, νομικά επιχειρήματα, διεθνείς συμβάσεις, τεχνική τεκμηρίωση και επικοινωνιακή πίεση στα μουσεία που δεν θέλουν να ανοίξουν τη συζήτηση για την προέλευση των συλλογών τους.

Η Ζεϊνέπ Μποζ είναι ακριβώς το πρόσωπο αυτής της νέας τουρκικής πολιτικής: τεχνοκρατική, νομικά καταρτισμένη, διεθνώς δικτυωμένη και έτοιμη να αξιοποιήσει κάθε μεγάλο παράδειγμα επιστροφής πολιτιστικών αγαθών ως μοχλό πίεσης.

Γιατί η Βρετανία ενοχλήθηκε

Η βρετανική πλευρά έχει έναν δομικό φόβο: αν καταρρεύσει το επιχείρημα της νομιμότητας, τότε η υπόθεση των Γλυπτών μεταφέρεται από το επίπεδο της «μουσειακής διαχείρισης» στο επίπεδο της παράνομης ή έστω βαθιά προβληματικής αφαίρεσης από ένα ενιαίο μνημείο.

Το Βρετανικό Μουσείο επιδιώκει εδώ και χρόνια να μιλά για «συνεργασία», «ρεαλιστικές λύσεις», «νέα σχέση» και πιθανές μορφές δανεισμού, αποφεύγοντας την παραδοχή ότι η Ελλάδα έχει δίκαιο ιδιοκτησιακό ή ηθικό αίτημα επιστροφής. Μετά την τουρκική παρέμβαση, όμως, η συζήτηση έγινε δυσκολότερη για το Λονδίνο. Η ίδια η Λίνα Μενδώνη τόνισε ότι η Τουρκία επιβεβαίωσε αυτό που υποστηρίζει η Ελλάδα: ότι δεν υπήρξε οθωμανικό φιρμάνι που να επιτρέπει στον Έλγιν να φερθεί με τη βαρβαρότητα με την οποία φέρθηκε στα Γλυπτά του Παρθενώνα.

Η Βρετανία μπορεί να συνεχίσει να επικαλείται την απόφαση του βρετανικού Κοινοβουλίου του 1816 και το νομικό πλαίσιο που δεσμεύει σήμερα το Βρετανικό Μουσείο. Εκείνο που δυσκολεύεται πλέον να κάνει είναι να εμφανίζει ως αυτονόητη την οθωμανική άδεια.

Η UNESCO και το νέο διπλωματικό περιβάλλον

Το θέμα των Γλυπτών βρίσκεται στην ατζέντα της Διακυβερνητικής Επιτροπής της UNESCO εδώ και δεκαετίες. Η Ελλάδα το έχει θέσει συστηματικά ως ζήτημα επανένωσης ενιαίου μνημείου και όχι απλής επιστροφής μουσειακού αντικειμένου. Το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού έχει επισημάνει ότι το ζήτημα συζητείται σταθερά στην UNESCO από την εποχή της Μελίνας Μερκούρη και ότι κάθε φορά υιοθετούνται συστάσεις υπέρ της προώθησης του διαλόγου.

Η κρίσιμη μεταβολή των τελευταίων ετών είναι ότι η UNESCO έχει αναγνωρίσει τον διακυβερνητικό χαρακτήρα του ζητήματος. Αυτό έχει σημασία, διότι το Λονδίνο προσπαθούσε για χρόνια να παρουσιάζει την υπόθεση ως ζήτημα αποκλειστικά του Βρετανικού Μουσείου. Η Ελλάδα επιμένει ότι πρόκειται για θέμα που αφορά και τη βρετανική κυβέρνηση, όχι μόνο τους Trustees του Μουσείου.

Η αναφορά ότι τα Γλυπτά αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς και ταυτότητας ενισχύει την ελληνική θέση ότι δεν πρόκειται για αντικείμενα που μπορούν να νοούνται αποκομμένα από τον Παρθενώνα, την Ακρόπολη και το Μουσείο Ακρόπολης.

Γιατί η Τουρκία μπορεί να κερδίζει περισσότερα από όσα φαίνονται

Η τουρκική στήριξη στην Ελλάδα φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξη, λόγω του ιστορικού ανταγωνισμού Αθήνας – Άγκυρας. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι απολύτως συμβατή με τη στρατηγική της Τουρκίας στο πεδίο του πολιτισμού.

Η Άγκυρα κερδίζει διεθνές κύρος ως χώρα που τάσσεται υπέρ της επιστροφής πολιτιστικών αγαθών στους τόπους προέλευσης. Κερδίζει πόντους απέναντι στα μεγάλα δυτικά μουσεία, τα οποία έχουν στις συλλογές τους αντικείμενα από την Ανατολία. Κερδίζει τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως κληρονόμος και προστάτης ενός ευρύτερου πολιτιστικού χώρου, όχι μόνο της οθωμανικής ή τουρκικής ιστορίας. Και, ταυτόχρονα, αποδυναμώνει το βρετανικό αφήγημα χωρίς να πληρώνει σοβαρό διπλωματικό κόστος.

Η Μποζ, άλλωστε, έχει υποστηρίξει ότι η καταπολέμηση της αρχαιοκαπηλίας δεν είναι απλώς ζήτημα επιστροφών, αλλά συνδέεται με οργανωμένο έγκλημα, παράνομες ανασκαφές, χρηματοδότηση τρομοκρατίας και διεθνή πολιτική. Η ίδια έχει τονίσει ότι η Τουρκία δίνει βάρος όχι μόνο στις επιστροφές, αλλά και στην εκπαίδευση, στην ευαισθητοποίηση και στη συνεργασία με αστυνομικές και διεθνείς αρχές.

Μια «συμμαχία» με όρια

Η ελληνοτουρκική σύμπλευση για τα Γλυπτά του Παρθενώνα δεν σημαίνει πολιτική σύγκλιση στα μεγάλα εθνικά ζητήματα. Η Τουρκία εξακολουθεί να κινείται επιθετικά ή αναθεωρητικά σε άλλα πεδία που αφορούν την Ελλάδα. Στο ζήτημα των Γλυπτών, όμως, τα συμφέροντα των δύο χωρών συμπίπτουν προσωρινά.

Η Ελλάδα θέλει την επανένωση του Παρθενώνα. Η Τουρκία θέλει να ενισχύσει το παγκόσμιο ρεύμα επιστροφής πολιτιστικών αγαθών και να χρησιμοποιήσει το ελληνικό προηγούμενο για τις δικές της διεκδικήσεις. Η Αθήνα κερδίζει ένα κρίσιμο επιχείρημα κατά του βρετανικού αφηγήματος. Η Άγκυρα κερδίζει θέση στην πρώτη γραμμή της συζήτησης για την πολιτιστική αποκατάσταση.

Είναι, επομένως, μια σύμπλευση συμφερόντων. Όχι ελληνοτουρκική πολιτιστική αδελφοσύνη. Και ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία.

Το συμπέρασμα

Η Ζεϊνέπ Μποζ έγινε γνωστή στην Ελλάδα επειδή είπε αυτό που η Αθήνα ήθελε εδώ και χρόνια να ακουστεί από επίσημα τουρκικά χείλη: δεν υπάρχει γνωστό αυθεντικό οθωμανικό φιρμάνι που να νομιμοποιεί την αφαίρεση των Γλυπτών του Παρθενώνα από τον Έλγιν.

Η σημασία της δεν βρίσκεται μόνο στη συγκεκριμένη φράση. Βρίσκεται στο ποια είναι: αρχαιολόγος, ειδική στην παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, επικεφαλής κρατικού μηχανισμού επαναπατρισμών, πρόσωπο με εμπειρία στην UNESCO και στις διεθνείς συμβάσεις.

Η Άγκυρα «συμμάχησε» με την Αθήνα όχι επειδή ξέχασε τις ελληνοτουρκικές διαφορές, αλλά επειδή στο ζήτημα αυτό η ελληνική θέση εξυπηρετεί και τη δική της ευρύτερη πολιτιστική στρατηγική. Η Ελλάδα ζητά την επανένωση του Παρθενώνα. Η Τουρκία ζητά πίσω την Ανατολία των μουσείων της Ευρώπης και της Αμερικής.

Και κάπως έτσι, η υπόθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα απέκτησε έναν απρόσμενο αλλά χρήσιμο σύμμαχο: μια Τουρκάλα αρχαιολόγο που γνωρίζει τα αρχεία, ξέρει τη διεθνή γλώσσα των επαναπατρισμών και με μία παρέμβαση στην UNESCO κατάφερε να κάνει το βρετανικό επιχείρημα για το «φιρμάνι» να μοιάζει πιο αδύναμο από ποτέ.