Η τραγική υπόθεση με τις δύο 17χρονες μαθήτριες έχει ταρακουνήσει από χθες όλους τους γονείς. Έχει παγώσει κάθε οικογένεια που μεγαλώνει παιδί, κάθε άνθρωπο που βλέπει πόσο βαρύ μπορεί να γίνει το άγχος, η πίεση και ο φόβος για το αύριο στην ψυχή ενός εφήβου.
Κάθε φορά που μια τραγωδία με παιδί συγκλονίζει την κοινωνία, λέμε τα ίδια. Μιλάμε για το άγχος, για την πίεση, για την κατάθλιψη, για το βάρος που σηκώνουν οι έφηβοι. Συγκινούμαστε για λίγες ημέρες και μετά επιστρέφουμε στην ίδια κανονικότητα. Στο ίδιο σύστημα. Στις ίδιες Πανελλαδικές. Στην ίδια εξοντωτική διαδικασία που αντιμετωπίζει τα παιδιά σαν να κρίνεται όλη τους η ζωή μέσα σε λίγες ώρες, πάνω σε μερικά γραπτά.
Και το ερώτημα είναι απλό: Τι άλλο περιμένουμε για να παραδεχτούμε ότι αυτό το σύστημα έχει αποτύχει; Οι Πανελλαδικές έχουν γίνει για χιλιάδες μαθητές κάτι σαν τις συμπληγάδες. Ή τις περνάς ή σε λιώνουν. Από πολύ μικρή ηλικία, τα παιδιά μαθαίνουν ότι η αξία τους μετριέται σε μόρια, βάσεις, σχολές και βαθμούς. Ότι ένα κακό γραπτό μπορεί να ακυρώσει χρόνια προσπάθειας. Ότι αν δεν περάσουν εκεί που πρέπει, αν δεν γράψουν όσο πρέπει, αν δεν ανταποκριθούν στις προσδοκίες, τότε έχουν αποτύχει.
Το πιο παράλογο είναι ότι όλοι ξέρουμε πως το σύστημα των Πανελλαδικών δεν λειτουργεί σωστά. Ξέρουμε ότι πολλά παιδιά δεν μαθαίνουν ουσιαστικά, αλλά παπαγαλίζουν. Ξέρουμε ότι ένα ολόκληρο βιβλίο ιστορίας αποστηθίζεται μηχανικά, χωρίς πραγματική κατανόηση. Ξέρουμε ότι στα μαθηματικά, κάθε χρόνο, μεγάλο ποσοστό μαθητών γράφει κάτω από τη βάση. Γιατί, λοιπόν, συνεχίζουμε να το κάνουμε αυτό στα παιδιά μας; Γιατί επιμένουμε σε ένα σύστημα που τα γεμίζει άγχος, τα εξαντλεί ψυχικά και τα κάνει να πιστεύουν ότι η αξία τους κρίνεται από έναν βαθμό;
Και σαν να μην έφτανε αυτό, έχουμε χτίσει γύρω από τις Πανελλαδικές μια ολόκληρη βιομηχανία. Όχι μόνο άγχους, αλλά και χρημάτων. Φροντιστήρια, ιδιαίτερα, εξαντλητικά προγράμματα, οικογένειες που δίνουν ό,τι έχουν και δεν έχουν, γονείς που στερούνται βασικά πράγματα, ακόμα και γονείς που αναγκάζονται να πάρουν δάνειο για να αντεπεξέλθουν στο κόστος της προετοιμασίας, μόνο και μόνο για να «μην μείνει πίσω» το παιδί τους.
Όσο για το ψυχικό κόστος, τα παιδιά δεν κοιμούνται, παθαίνουν κρίσεις πανικού, νιώθουν ότι, αν δεν πετύχουν, τελείωσαν. Κάποια λυγίζουν τόσο πολύ από την πίεση, που τα παρατούν στα μισά της χρονιάς, πριν καν φτάσουν στις εξετάσεις. Και εμείς, οι μεγάλοι, τους λέμε «κάνε υπομονή, έτσι είναι το σύστημα». Μα γιατί να είναι έτσι το σύστημα;
Κανείς δεν λέει ότι δεν πρέπει να υπάρχει αξιολόγηση. Κανείς δεν λέει ότι τα πανεπιστήμια δεν χρειάζονται κριτήρια εισαγωγής. Αλλά άλλο αξιολόγηση και άλλο ψυχική εξόντωση. Άλλο προσπάθεια και άλλο βασανιστήριο. Άλλο να μαθαίνει ένα παιδί και άλλο να μετατρέπεται σε μηχανή αποστήθισης.
Η Παιδεία δεν μπορεί να είναι ένα φίλτρο που συνθλίβει. Πρέπει να είναι δρόμος. Να ανοίγει επιλογές, όχι να τερματίζει ζωές. Να βοηθά τα παιδιά να ανακαλύπτουν τι μπορούν να κάνουν, όχι να τα πείθει ότι, αν δεν πετύχουν σε μία εξέταση, δεν αξίζουν. Ίσως ήρθε επιτέλους η ώρα να μιλήσουμε σοβαρά για την κατάργηση αυτού του συστήματος όπως το ξέρουμε. Να βρούμε έναν διαφορετικό τρόπο εισαγωγής στα πανεπιστήμια, πιο δίκαιο, πιο ανθρώπινο, πιο ουσιαστικό. Με αξιολόγηση σε βάθος χρόνου, με ενίσχυση του δημόσιου σχολείου, με λιγότερη εξάρτηση από τα φροντιστήρια, με πραγματική στήριξη των μαθητών και όχι με ευχολόγια.
Γιατί στο τέλος, το ερώτημα δεν είναι μόνο εκπαιδευτικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και ανθρώπινο. Πόση πίεση θεωρούμε αποδεκτή για έναν έφηβο; Πόσο άγχος είμαστε διατεθειμένοι να βαφτίζουμε «προετοιμασία»; Πόσα χρήματα θα συνεχίσουμε να δίνουμε για να συντηρούμε ένα σύστημα που όλοι παραδέχονται ότι είναι λάθος; Και, κυρίως, πόσα παιδιά πρέπει να αυτοκτονήσουν για να καταλάβουμε ότι κάτι πρέπει να αλλάξει; Δεν γίνεται κάθε χρόνο να μετράμε βαθμούς, βάσεις και επιτυχίες, αλλά να μη μετράμε το κόστος στις ψυχές των παιδιών.
Οι Πανελλαδικές δεν μπορεί να είναι οι συμπληγάδες της εφηβείας. Δεν πρέπει ένα παιδί να νιώθει ότι είτε θα περάσει είτε θα το συνθλίψουν. Τα παιδιά μας αξίζουν ένα σχολείο που να τα στηρίζει, όχι ένα σύστημα που τα τρομάζει. Αξίζουν μέλλον, όχι φόβο.