Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Σχεδόν 1.000 παιδιά φέρεται να έπεσαν θύματα σεξουαλικής κακοποίησης από καθολικούς κληρικούς σε τρεις επισκοπές της Μασαχουσέτης, με τις καταγγελίες να αφορούν περισσότερους από 270 κληρικούς και περιστατικά που εκτείνονται σε διάστημα άνω των πέντε δεκαετιών.

Τα στοιχεία περιλαμβάνονται σε εκτενή ερευνητική έκθεση που έδωσε στη δημοσιότητα χθες η γενική εισαγγελέας της Μασαχουσέτης, Άντρια Τζόι Κάμπελ. Πρόκειται, σύμφωνα με την ίδια, για την πρώτη ολοκληρωμένη δημόσια καταγραφή τόσο των περιστατικών κακοποίησης όσο και των θεσμικών αποτυχιών που επέτρεψαν στα φαινόμενα αυτά να συνεχίζονται για δεκαετίες στις καθολικές επισκοπές του Φολ Ρίβερ, του Σπρίνγκφιλντ και του Γουόρσεστερ.

Οι καταγγελίες και οι αποτυχίες των επισκοπών

Η έρευνα καταγράφει τουλάχιστον 275 μέλη του κλήρου που κατηγορήθηκαν για σεξουαλική κακοποίηση 944 παιδιών. Σύμφωνα με την έκθεση, οι τρεις επισκοπές είχαν επί σειρά ετών γνώση ότι παιδιά κακοποιούνταν από ιερείς και άλλους κληρικούς.

Η Κάμπελ υπογράμμισε ότι, σε πολλές περιπτώσεις, οι εκκλησιαστικές αρχές έδωσαν προτεραιότητα στην προστασία της εικόνας του θεσμού αντί στην ασφάλεια των παιδιών.

«Πολύ συχνά προστάτευαν την φήμη της εκκλησίας αντί να προστατεύουν τα παιδιά», σχολίασε η Κάμπελ.

Το μεγαλύτερο μέρος των περιστατικών που εξετάζονται στην έκθεση αφορά την περίοδο πριν από το 2002. Εκείνη τη χρονιά, το ζήτημα της σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων από καθολικούς κληρικούς πήρε διεθνείς διαστάσεις, μετά τις αποκαλύψεις της Boston Globe για τον τρόπο με τον οποίο αξιωματούχοι της Ρωμαιοκαθολικής Αρχιεπισκοπής της Βοστώνης συγκάλυπταν συστηματικά καταγγελίες σε βάρος ιερέων. Η δημοσιογραφική έρευνα τιμήθηκε στη συνέχεια με βραβείο Πούλιτζερ.

«Πίσω από κάθε αριθμό βρίσκεται ένα παιδί»

Παρουσιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, η γενική εισαγγελέας στάθηκε ιδιαίτερα στις συνέπειες που είχαν οι πράξεις αυτές στα θύματα και στις οικογένειές τους.

«Πίσω από τον κάθε αριθμό βρίσκεται ένα παιδί του οποίου παραβιάστηκε η ασφάλεια, μια οικογένεια η οποία άλλαξε για πάντα και ένας επιζών που έφερε το τραύμα αυτής της κακοποίησης επί σειρά ετών και σε πολλές περιπτώσεις δεκαετιών», δήλωσε η ίδια στους δημοσιογράφους.

Οι τρεις επισκοπές αντέδρασαν στην έκθεση με διαφορετικές ανακοινώσεις, αναγνωρίζοντας την ανάγκη αντιμετώπισης των περιστατικών του παρελθόντος και ενίσχυσης των μέτρων προστασίας των παιδιών.

Η επισκοπή του Γουόρσεστερ ανακοίνωσε ότι θα εξετάσει αναλυτικά την έκθεση, προκειμένου «για να εντοπίσει τυχόν επιπλέον βελτιώσεις που μπορούν να γίνουν για να απαντήσει στα θύματα που έχουν υποστεί κακοποίηση και να συνεχίσει να ενισχύει τις προσπάθειες να κρατήσει ασφαλή τα παιδιά».

Από την πλευρά του, ο επίσκοπος του Φολ Ρίβερ, Έντκαρ ντα Κούνια, ζήτησε συγγνώμη από τους επιζώντες παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης. Σε ανακοίνωσή του ανέφερε ότι «θλίβεται βαθύτατα για τα περιστατικά και τις πρακτικές του παρελθόντος, που αντικατοπτρίζουν τις τραγικές αποτυχίες στην προστασία των πιο ευάλωτων μελών μας».

Ο επίσκοπος του Σπρίνγκφιλντ, Γουίλιαμ Μπάιρν, χαρακτήρισε την έκθεση «μάθημα ταπεινότητας». Παράλληλα, υποστήριξε ότι η επισκοπή είχε ήδη ξεκινήσει, πριν από τη δημοσιοποίησή της, προσπάθειες για την αντιμετώπιση των λαθών του παρελθόντος, με την υιοθέτηση νέων πολιτικών και διαδικασιών που λαμβάνουν υπόψη το τραύμα των θυμάτων.

Από το σκάνδαλο του 2002 στις νέες έρευνες

Οι αποκαλύψεις της Boston Globe το 2002 αποτέλεσαν σημείο καμπής για την αντιμετώπιση της σεξουαλικής κακοποίησης στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας. Η υπόθεση έγινε αργότερα και κινηματογραφική ταινία, με το «Spotlight» να κερδίζει Όσκαρ το 2015.

Μετά τις αποκαλύψεις ακολούθησε διεθνές κύμα ερευνών, μέσα από τις οποίες ήρθαν στο φως αντίστοιχες υποθέσεις σε καθολικές επισκοπές σε διάφορες χώρες. Παράλληλα, στη Μασαχουσέτη προωθήθηκαν από το νομοθετικό σώμα σειρά μεταρρυθμίσεων που αφορούσαν την αντιμετώπιση της σεξουαλικής κακοποίησης.

Το 2019, η τότε γενική εισαγγελέας της πολιτείας, Μόρα Χίλεϊ, η οποία σήμερα είναι κυβερνήτης της Μασαχουσέτης, είχε ξεκινήσει ποινική έρευνα στις Ρωμαιοκαθολικές Επισκοπές του Φολ Ρίβερ, του Σπρίνγκφιλντ και του Γουόρσεστερ. Στόχος ήταν να εξεταστεί εάν οι ίδιες οι επισκοπές ή η ηγεσία τους είχαν ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο επέβλεπαν κληρικούς που είχαν κατηγορηθεί ότι κακοποιούσαν παιδιά.

Οι παραπομπές στη Δικαιοσύνη και η παραγραφή

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, το γραφείο της Κάμπελ παρέπεμψε τρεις υποθέσεις σε τοπικούς εισαγγελείς. Όπως ανέφερε η γενική εισαγγελέας, οι παραπομπές αυτές οδήγησαν στην άσκηση διώξεων σε μία υπόθεση στην περιοχή του Γουόρσεστερ.

Η ίδια εξήγησε, ωστόσο, ότι σε άλλες περιπτώσεις δεν ήταν δυνατή η άσκηση ποινικών διώξεων. Ο λόγος ήταν είτε ότι οι συγκεκριμένες πράξεις δεν συνιστούσαν αδίκημα βάσει της νομοθεσίας που ίσχυε την εποχή που διαπράχθηκαν είτε ότι είχε πλέον παρέλθει ο χρόνος παραγραφής.

Η Κάμπελ σημείωσε ότι τα ευρήματα της έκθεσης καταδεικνύουν την ανάγκη για περαιτέρω αλλαγές τόσο στο εσωτερικό των επισκοπών όσο και στη νομοθεσία της πολιτείας. Μεταξύ των προτάσεων που έθεσε είναι η θέσπιση νέων πολιτειακών νόμων για την ενίσχυση της στήριξης των θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης, καθώς και η κατάργηση της παραγραφής για αστικές αγωγές που αφορούν τη σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων.