Ο Ντόναλντ Τραμπ έστειλε το τελευταίο του «χαρτί» στην Τεχεράνη και τώρα περιμένει την κίνηση της ιρανικής ηγεσίας, προειδοποιώντας ότι αν οι διαπραγματεύσεις καταρρεύσουν οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να επιστρέψουν σε στρατιωτική κλιμάκωση. Ένα εύθραυστο παύσα πυρός ανάμεσα στις δύο χώρες φαίνεται να κρατά, δύο ημέρες μετά τα πλήγματα των ΗΠΑ σε ιρανικούς στόχους και την αναχαίτιση πυραύλων και drones από τα ΗΑΕ. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο έλεγχος του Στενού του Ορμούζ, από όπου περνά περίπου το 20% της παγκόσμιας θαλάσσιας μεταφοράς πετρελαίου.
Ο πρόεδρος Τραμπ προειδοποίησε ότι εξετάζει την επαναφορά της επιχείρησης «Project Freedom», στο πλαίσιο της οποίας αμερικανικά αντιτορπιλικά θα συνοδεύουν εμπορικά πλοία μέσω του στρατηγικού περάσματος. «Μπορεί να επιστρέψουμε στο Project Freedom αν δεν προχωρήσουν τα πράγματα, αλλά θα είναι Project Freedom-plus», δήλωσε, αφήνοντας να εννοηθεί μια ακόμη πιο επιθετική ναυτική παρουσία. Την ίδια στιγμή, η Βρετανία στέλνει το αντιτορπιλικό HMS Dragon στη Μέση Ανατολή, ενώ η Γαλλία έχει ήδη αναπτύξει ναυτικές δυνάμεις στην Ερυθρά Θάλασσα, στο πλαίσιο πολυεθνικής αποστολής για την ασφάλεια του Ορμούζ.
Ο Τραμπ, το Project Freedom και ο έλεγχος του Ορμούζ
Μετά το ξέσπασμα του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου, το Ιράν κατάφερε ουσιαστικά να κλείσει το Στενό του Ορμούζ, ανατρέποντας τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Ο Τραμπ αντέδρασε ανακοινώνοντας ναυτικό αποκλεισμό στις 12 Απριλίου και στέλνοντας αμερικανικά αντιτορπιλικά για εντοπισμό ιρανικών ναρκών και συνοδεία εμπορικών πλοίων. Παράλληλα, η Ουάσινγκτον πιέζει για συμφωνία που θα ανοίξει ξανά το πέρασμα μέσα σε 30 ημέρες, υπό νέους όρους ασφαλείας.
Η Ουάσινγκτον και οι σύμμαχοί της εμφανίζονται αποφασισμένοι να μην αφήσουν την Τεχεράνη να διατηρήσει τον έλεγχο του ζωτικού θαλάσσιου κόμβου. Η γαλλοβρετανική πρωτοβουλία για κοινή αποστολή, όπως δήλωσε ο Εμανουέλ Μακρόν, στοχεύει στην «αποκατάσταση της εμπιστοσύνης πλοιοκτητών και ασφαλιστών», διαχωρίζοντας τυπικά την αποστολή από τα εμπλεκόμενα μέρη της σύρραξης. Την ίδια ώρα, το αμερικανικό CENTCOM ανακοινώνει ότι έχει εκτρέψει 58 εμπορικά πλοία και έχει ακινητοποιήσει τέσσερα ιρανικά τάνκερ από τις 13 Απριλίου, στο πλαίσιο του αποκλεισμού.
Ο Τραμπ, οι σκληρές διαπραγματεύσεις και τα «αγκάθια» με το Ιράν
Στο παρασκήνιο, οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση Τραμπ και το ιρανικό καθεστώς κινούνται γύρω από ένα 14σέλιδο πλαίσιο-μνημόνιο, που θα αποτελέσει τη βάση για μια ευρύτερη συνθήκη ειρήνης. Η Τεχεράνη ζητά εγγυήσεις ότι δεν θα υπάρξουν μελλοντικές επιθέσεις, αποχώρηση αμερικανικών δυνάμεων από την περιοχή, άρση κυρώσεων, αποδέσμευση παγωμένων κεφαλαίων, πολεμικές αποζημιώσεις, τερματισμό των χτυπημάτων κατά της Χεζμπολάχ και νέο μηχανισμό διαχείρισης του Στενού του Ορμούζ.
Οι ΗΠΑ απαντούν με πρόταση που απαιτεί από το Ιράν να παραδώσει τα αποθέματα υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου, να μην προχωρά σε δραστηριότητες εμπλουτισμού για 12 χρόνια και να δεχθεί σταδιακή – και όχι άμεση – άρση των κυρώσεων, μαζί με τερματισμό του αμερικανικού αποκλεισμού. Σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, τα μεγαλύτερα «αγκάθια» αφορούν το μέλλον του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης και το χρονοδιάγραμμα οποιασδήποτε επανεκκίνησης εμπλουτισμού. Την ίδια ώρα, στην ιρανική πλευρά, ο υπουργός Εξωτερικών Σεγιέντ Αμπάς Αραγκτσί καταγγέλλει ότι «κάθε φορά που η διπλωματική λύση είναι στο τραπέζι, οι ΗΠΑ επιλέγουν μια απερίσκεπτη στρατιωτική περιπέτεια».
Ο Τραμπ πάντως δείχνει να θέλει να κρατήσει το πάνω χέρι και στην επικοινωνιακή σκακιέρα, δηλώνοντας ότι περιμένει «γράμμα από την Τεχεράνη» και αφήνοντας να εννοηθεί πως η ευθύνη για το αν θα υπάρξει ειρήνη ή νέα κλιμάκωση βαραίνει αποκλειστικά το ιρανικό καθεστώς. Στο πλευρό του βρίσκεται ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος εκφράζει την ελπίδα για μια «σοβαρή προσφορά» από το Ιράν, ενώ συνεχίζονται οι επαφές με διεθνείς μεσολαβητές όπως ο πρωθυπουργός του Κατάρ. Καθώς η Ουάσινγκτον ετοιμάζεται για το ενδεχόμενο «Project Freedom-plus», το μήνυμα του προέδρου Τραμπ προς την Τεχεράνη είναι σαφές: ή συμφωνία με σκληρούς όρους, ή επιστροφή στην ανοιχτή αντιπαράθεση στον πιο εύφλεκτο θαλάσσιο διάδρομο του πλανήτη.