Η Ευρώπη ούτε ρωτήθηκε, ούτε ζήτησε τον πόλεμο με το Ιράν. Κι όμως, προστέθηκε ένας ακόμη δυνατός πονοκέφαλος, που εξαπλώνεται από το Λονδίνο και το Βερολίνο μέχρι τη Μαδρίτη και τη Ρώμη.

Από την έναρξη της αμερικανοϊσραηλινής στρατιωτικής επίθεσης, οι ηγέτες της Ευρώπης παρέμεναν ενωμένοι στις επιφυλάξεις τους για μια επιχείρηση, για την οποία ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ζήτησε τη γνώμη τους. Όμως η πραγματικότητα του πολέμου και η κίνηση των Ιρανών να κλείσουν τα Στενά του Ορμούζ, τους παρέσυρε και από τη μία πλευρά, πρέπει να προστατεύσουν τους πολίτες τους που έχουν εγκλωβιστεί στην περιοχή, να τιμήσουν αμυντικές συμφωνίες με αραβικά κράτη και από την άλλη, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επιτρέψουν στις Ηνωμένες Πολιτείες να χρησιμοποιούν τις στρατιωτικές τους βάσεις, ώστε να αποφευχθεί η πρόκληση έντασης με τον Αμερικανό πρόεδρο. Και όπως συνήθως στις κρίσεις, οι Ευρωπαίοι ηγέτες εμφανίζονται διχασμένοι και αμήχανοι. Ο Τραμπ αξιολόγησε με ένα μέτριο βαθμό την προθυμία του Γάλλου προέδρου, Εμανουέλ Μακρόν, να συμμετάσχει στην προσπάθεια για την εξασφάλιση ασφαλούς διέλευσης στα Στενά του Ορμούζ.

«Έχω μιλήσει μαζί του», δήλωσε ο Τραμπ κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στον Λευκό Οίκο. «Σε μια κλίμακα από το μηδέν έως το δέκα, θα έλεγα ότι ανταποκρίθηκε στο οκτώ». Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Κιρ Στάρμερ, δήλωσε ότι «δεν θα παρασυρθούμε στον ευρύτερο πόλεμο και θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για μια γρήγορη επίλυση που θα επαναφέρει την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην περιοχή και θα σταματήσει την ιρανική απειλή για τους γείτονές της».

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γερμανίας απέρριψε εκ νέου το αίτημα των ΗΠΑ για στρατιωτική υποστήριξη στα Στενά του Ορμούζ. Η Γερμανία, δια στόματος του καγκελάριου, είπε ότι δεν επιθυμεί να αποτελέσει μέρος της συγκεκριμένης σύγκρουσης. Ηχηρό το «όχι» και από την Ισπανία, καθώς η αριστερή κυβέρνηση συνασπισμού με επικεφαλής τον πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ έχει κατακρίνει την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν από την πρώτη στιγμή. Η υπουργός Άμυνας, Μαργαρίτα Ρόμπλες, απέρριψε το αίτημα λέγοντας ότι «η Ισπανία δεν θα δεχτεί ποτέ πρόχειρες λύσεις, επειδή ο στόχος πρέπει να είναι ο τερματισμός του πολέμου, και μάλιστα τώρα».

«Δεν θέλουμε να πάμε σε πόλεμο», είπε και η πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι. Η Ιστορία επαναλαμβάνεται; Ο πόλεμος στο Ιράκ το 2003, ήταν η πεμπτουσία της ευρωπαϊκής διαίρεσης. Η Γαλλία και η Γερμανία αντιτάχθηκαν τότε σθεναρά στην εισβολή υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Το Παρίσι επιδίωξε να μπλοκάρει τη μονομερή δράση της Ουάσιγκτον στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, κινητοποιώντας μια παθιασμένη υπεράσπιση της πολυμέρειας και του κράτους δικαίου στο διεθνές δίκαιο. Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιταλία και η Ισπανία, αντίθετα, υποστήριξαν την αμερικανική επίθεση, συμμετέχοντας σε διαφορετικό βαθμό. Η Ευρώπη ήταν και τότε διχασμένη στον πυρήνα της. Εκείνη τη χρονιά, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρισκόταν στο κατώφλι της διεύρυνσης για να δεχθεί χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Οι περισσότερες από αυτές τις πρώην χώρες του κομμουνιστικού μπλοκ υποστήριξαν τις ΗΠΑ, όχι τόσο από πεποίθηση για τα επιχειρήματα της Ουάσιγκτον υπέρ του πολέμου, όσο επειδή έβλεπαν τις ΗΠΑ ως τον δρόμο προς την ελευθερία και τη μελλοντική τους ασφάλεια.

Ο τότε υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Ντόναλντ Ράμσφελντ, χώρισε διαβόητα την ήπειρο, χλευάζοντας την «παλιά» Ευρώπη με την υποστήριξη που λάμβανε η Ουάσιγκτον από τη «νέα» Ευρώπη. Ο πόλεμος στο Ιράκ δημιούργησε μια τριπλή γραμμή ρήξης: μέσα στον πυρήνα της Ευρώπης, ανάμεσα στην «παλιά» και τη «νέα» Ευρώπη, και πέρα από τον Ατλαντικό.

Πετρέλαιο

Σήμερα, τα πράγματα είναι εξίσου δύσκολα. Η Ευρώπη μόλις που είχε αρχίσει να ανακάμπτει από τις συνέπειες της τελευταίας ενεργειακής της κρίσης, που προκλήθηκε από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Η αμερικανική και ισραηλινή επίθεση στο Ιράν την φέρνει τώρα αντιμέτωπη με μια νέα κρίση. Οι απότομες αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου τις τελευταίες δύο εβδομάδες απειλούν να σταματήσουν την οικονομική ανάπτυξη – ήδη ασθενή – και να αναζωπυρώσουν τον πληθωρισμό. Αυτό θα ήταν καταστροφικό για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες που ήδη παλεύουν με τους αμερικανικούς δασμούς και τον κινεζικό ανταγωνισμό. Το στρατηγικό πλέον δίλημμα για την Ευρώπη είναι πλέον υπαρξιακό και για άλλη μια φορά οι ηγέτες καλούνται να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων.