Οι εφευρετικότατοι νεολογισμοί των πρώτων Ελλήνων που πήγαν στην Αμερική

Διασκεδαστικές «ελληνικούρες» από την αλλοτινή επαφή μας με την αμερικανική κοινωνία!


WEEKEND
0:16
31/01/2016
Οι εφευρετικότατοι νεολογισμοί των πρώτων Ελλήνων που πήγαν στην Αμερική
11
loading

Τα ελληνικά της Αμερικής ήταν η γλώσσα με την οποία προσπαθούσαν να κουτσοσυνεννοηθούν μεταξύ τους οι πρώτοι έλληνες μετανάστες στον Νέο Κόσμο, μέσα στην οδύσσειά τους να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο ανοίκειο και συχνά αντιφατικό.

Αυτοί οι ηρωικοί μετανάστες της πρώτης γενιάς έφτιαξαν ένα δικό τους ιδίωμα-συνονθυλευμα ελληνικών και αμερικάνικων, ένα κανονικό λεξιλόγιο δηλαδή με εξελληνισμένες αγγλικές λέξεις.

Τα ελληνοαμερικάνικα, ένα θέμα που από εθνική άποψη παραμένει εξόχως ενδιαφέρον και από καθαρά γλωσσική σκοπιά πολλαπλά διδακτικό, τα μίλησαν οι έποικοι στο Αμέρικα που βρέθηκαν σκορπισμένοι σε κάθε πολιτεία των ΗΠΑ κατά τα χρόνια του ελληνικού ξεριζωμού.

Ήταν βέβαια ένα λεξιλόγιο αποσπασματικό και στερούνταν τη γνώριμη συνοχή των γλωσσικών ιδιωμάτων, καθώς μιλάμε στην ουσία για μια σειρά από παραφθαρμένες και ακουστικά συνήθως μεταγραμμένες αγγλικές λέξεις στην ελληνική. Χρονικά, τα ελληνοαμερικάνικα ανταποκρίνονται στα «ελλαδικά» ελληνικά της αρχής του αιώνα μας, όταν και ξεκίνησε δηλαδή το μεγάλο κύμα φυγής του τοπικού στοιχείου για τις ΗΠΑ.

grrkkskosoksfsee1

Η επίδραση του αμερικανικού τρόπου ζωής και της γλώσσας, ο εξαμερικανισμός του ελληνικού στοιχείου δηλαδή, σε συνδυασμό με τον απομονωτισμό των ελλήνων μεταναστών και τη μικρή επαφή με τη μητέρα Ελλάδα, θα κάνουν πολλούς να χάσουν την επαφή με τα μητρικά ελληνικά, όπως παρατήρησε εξάλλου ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης σε επίσκεψή του στις ελληνικές κοινότητες των ΗΠΑ το 1939, απ’ όπου ξεπήδησε και η ιστορικής σημασίας μελέτη του «Τα Ελληνικά των Ελλήνων της Αμερικής».

Η γλωσσική αναπροσαρμογή της μητρικής ελληνικής λοιπόν σε γκρεκο-αμερικάνικη γέννησε ένα ιδιόλεκτο γεμάτο νεολογισμούς (παραπλήσιο συχνά με το αντίστοιχο των Ελλήνων του Καναδά και της Αυστραλίας) που προσπάθησε φιλότιμα να ανταποκριθεί στις πραγματικές επικοινωνιακές ανάγκες, αφού είχε να εκφράσει κάτι νέο γλωσσικά, όρους και έννοιες της εκεί ζωής. Ιδιαιτέρως αποκαλυπτική για τη γλώσσα των μεταναστών Ελλήνων είναι εδώ η διδακτορική διατριβή του γλωσσολόγου P. David Seaman της δεκαετίας του 1960 «Modern Greek and American English in Contact».

grrkkskosoksfsee2

Κι αν στον «Γάμο αλά Ελληνικά» γελάσαμε με την καρδιά μας με τις «ελληνικούρες» του Γκας Πορτοκάλος και τις εμφατικές του διακηρύξεις ότι όλες οι λέξεις έχουν ρίζα ελληνική, εδώ θα μιλήσουμε για εξελληνισμένα αντιδάνεια στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση: από τα αγγλικά στα ελληνικά…

grrkkskosoksfsee3

Μπιλοζίρια (below zero): ο όρος περιέγραφε τις χειμωνιάτικες θερμοκρασίες κάτω του μηδενός. «Πλακώσανε τα μπιλοζίρια», διαμαρτύρονταν οι πρώτης γενιάς μετανάστες για τον κακό καιρό

Φριζάρανε τα λέκια (the lakes have frozen): όταν τα μπιλοζίρια κρατούσαν για μέρες, τότε θα άκουγες πιθανότατα αυτή τη φράση, που σήμαινε ότι πάγωσαν οι λίμνες

Πλαμαδόρος (plumber): και ποιον θα καλούσες να φτιάξει τις σωληνώσεις που είχαν παγώσει; Μα τον πλαμαδόρο φυσικά, τον υδραυλικό, συχνότατα και «πλάμας»

Μοροβίκος: «τις πινακίδες τις δίνει ο Μοροβίκος», συμβούλευαν τον νεοφερμένο οι ελληνικές κοινότητες, όπου Μοροβίκος ήταν το (Department of) Motor Vehicles, το Μηχανολογικό

Καστιγκάρι: το κέντρο μετανάστευσης στις ΗΠΑ, πριν λειτουργήσει η νήσος Έλλις, ήταν το Castle Garden, «Καστιγκάρι» σε άπταιστα ελληνοαμερικάνικα. Ο όρος παρέμεινε μάλιστα σε χρήση ακόμα και όταν έκλεισε το Castle Garden, καθώς αφορούσε πια σε κάθε σημείο ελέγχου της μεταναστευτικής ροής

grrkkskosoksfsee4

Κουκομπούκο (cookbook): ο γνωστός μας τσελεμεντές, αν και ο όρος αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά σε εγχειρίδια μαγειρικής γραμμένα στα «ξένα» (αγγλικά)

Νταράιτ (that’s right): μια ολόκληρη αγγλική φράση συμπυκνώθηκε σε μια τοσοδούλα ελληνική λέξη! Όπως και το «αρονόου», το «I don’t know» των Αγγλοσαξόνων. Από το «that’s right» προέκυψε μάλιστα άλλος ένας νεολογισμός, το «δετσοράκης», πολυκαλάς σαν να λέμε

Μαρκέτα (market): παρά το γεγονός ότι οι έποικοι είχαν τη δική τους ωραιότατη ελληνική λέξη «αγορά» για να κάνουν τα ψώνια τους, επικράτησε τελικά το εξελληνισμένο «μαρκέτα»

Χοσπιτάλι (hospital): το νοσοκομείο, το οποίο συχνά αναφερόταν απλώς ως «σπιτάλι»

Ρούφι (roof): η στέγη

grrkkskosoksfsee5

Σιμιτρέλα (semi-trailer): το ημι-ρυμουλκούμενο

Πινότσι (peanut): το καβουρδισμένο φιστίκι (ή φουντούκι) των πλανόδιων

Κακαρότσα (cockroach): η κατσαρίδα

Οπερέτα (operator): όχι, ο όρος δεν αναφερόταν στο ελαφρό μουσικοθεατρικό είδος, αλλά στην τηλεφωνήτρια στην άλλη άκρη της γραμμής

Μπιλοφέρι (bill of fare): το μενού στο εστιατόριο, ο τιμοκατάλογος των φαγητών

Μπασίκλα (bicycle): το ποδήλατο

grrkkskosoksfsee6

Στέκι (steak): όχι το μαγαζί στο οποίο μαζεύονταν η ελληνική κοινότητα, αλλά το κρέας

Κάρο (car): το αυτοκίνητο, αλλά παλιότερα και «ατμομπίλι» (automobile)

Καρολίνα (car-line): η γραμμή του τραμ

Σιτιχόλι (city hall): το δημαρχείο

Καλμίνα (coal mine): το ανθρακωρυχείο

Ελεβέτα (elevator): ο ανελκυστήρας

Πέντουλας (pedlar): ο πλανόδιος μικροπωλητής

grrkkskosoksfsee8

Φρίτζι (fridge): το ψυγείο, αλλά και «φρέζα» (freeze) η κατάψυξη

Μπρέκια (brakes): τα φρένα

Μάπα (mop): η σφουγγαρίστρα και «μάπισμα» το σφουγγάρισμα

Τζιτζιρέλα (gingerale): η τζιτζιμπίρα

Σαμπμαρίνια (submarines): τα υποβρύχια

Μόλι (mall): το εμπορικό κέντρο

Χίτα (heater): η θερμάστρα

Μπάγκα (bank): η τράπεζα

grrkkskosoksfsee11

Φλόρι (floor): ο όροφος

Φένσι (fence): ο φράχτης

Πολι(τ)σμάνος (policeman): ο αστυφύλακας

Ποστόφι (post office): το ταχυδρομείο

Κόρι (quart): τέταρτο («ένα και κόρι», ένα και ένα τέταρτο δηλαδή)

Σάινα (sign): το σήμα, η πινακίδα

Τέξες (taxes): οι φόροι («δεν πλέρωσα τις τέξες μου εφέτος»)

Άμπουλα (ambulance): το ασθενοφόρο

Παραμέντια (paramedics): οι τραυματιοφορείς

Μπιλντάς (builder): ο χτίστης

grrkkskosoksfsee9

Γιουγκομάνος (young man): ο νεαρός άντρας και «γιουγκβουμάνα» η νεαρή γυναίκα

Τράκια (trucks): τα φορτηγά

Μασίνι (machine): η μηχανή, οποιαδήποτε μηχανή, συχνά και το αυτοκίνητο

Μιστέκια (mistakes): τα λάθη

Μπίφεστου (beef stew): κομματιασμένο βοδινό

Μπλόκος (block): το οικοδομικό τετράγωνο («θα προχωρήσεις τρεις μπλόκους»)

Μπίλια (bills): οι λογαριασμοί

grrkkskosoksfsee10

Μπόσης (boss): το αφεντικό

Γκαζολινάδικο: το βενζινάδικο

Δεν μουβάρει: δεν κινείται (move)

Τζαμπότης (jump boat): αυτός που πηδά από τη βάρκα, ο παράνομος μετανάστης δηλαδή

Τσουτομπάκης (ή τσοτομπάκι): οι καλόβολοι ντόπιοι που φιλοξένησαν στη χώρα τους τους πρώτους έλληνες μετανάστες χαρακτηρίστηκαν έτσι για την αφέλειά τους, καθώς μασούσαν (chew) καπνό (tobacco)

Μπρούκλης: από το Μπρούκλιν, το προάστιο της Νέας Υόρκης που πρωτοαποβιβάζονταν και συχνά παρέμεναν οι έλληνες της αμερικανικής διασποράς

Δείτε όλα τα θέματα του Weekend

ΚΑΝΤΕ LIKE ΣΤΟ NEWSBEAST.GR

11
σχόλια
  1. avatar kopasas

    Δεν θα ξεχασω που πηγαιναμε Μανχάταν με εναν ελληνοαμερικανο και μου λεει "πιασε απο το αστραυ 75 σεντσια για τα τόλλια", μετα εμαθα οτι τα τολλια ειναι τα διόδια και το στέκι δεν ειναι ενα μερος που συχναζεις αλλα η μπριζόλα.

  2. avatar Κώστας Μπιζάνος

    Απέκτησα πατριό Ελληνο-Αμερικανό, έναν υπέροχο άνθρωπο, ο οποίος μου διηγόταν ότι "σαν πάτησα το ποδάρι μου δούλεψα ηλεκτρική πινοτσέρα στους πέντε δρόμους (καροτσάκι με φυστίκια στην 5η Λεωφόρο). Κατόπιν μέ έναν πατριώτη ανοίξαμε μπολινάλες (bowling alleys) και κάναμε καλές μπίζνες μέχρι που εγώ πήρα το σέαρ μου (το μερίδιό μου) και αγόρασα ένα, μετά δύο και μετά τέσσερα τρόκια (φορτηγά αυτοκίνητα) μέχρι που τα πούλησα και άνοιξα ρέστοραν που δούλεψε λάϊκ ντρήμ γιατί είχα δύο σάλλες (αίθουσες), μία για τους ρίτσους (πλούσιους) και μία για τους πώβερους.

  3. avatar Nikolas_A

    Δώσε κώ[...] στο ρουφιάνο = Πάρε τηλέφωνο (call) τον στεγά (roof maker)

  4. avatar Costas M

    Όλα αυτά και πολλά περισσότερα μπορεί να διαβάσει κάποιος στα "ΜΠΡΟΥΚΛΙΟΤΙΚΑ",
    το μοναδικό πονιμα του Μπαμπη Μαλαφούρη που περιγράφει λεπτομερώς την καθημε
    ρινοτητα και την γλώσσα των ομογενών .

  5. avatar εγωωψωωω

    όταν πέφτουν τα μπιλοζίρια και φροζιάζουνε τα λέκια τα σίπια δεν μουβάρουν!!!!!!=== όταν πέφτει υπό του μηδενός και παγώνουν οι λίμνες τα πλοία δεν κινούνται!

  6. avatar Thanatos

    ενδιαφερον αρθρο μπηστ.
    αλλη φορα γραψε μας και για τα εγγλεζικα λεκτικα δανεια των συγχρονων κυπριων...... μεγαλες πλακες....
    εναν τάφη τον ξερεις;;
    μη παει ο νου σου στο κακο ... απ το tough ο ζορικος ο σκληρος....
    Κουμπαροι... εφτακεν η ωραν σας....

    1. avatar GiannisAGiannis

      Όντας Κύπριος, το "τάφι" δεν το άκουσα ποτέ, αλλά υπάρχουν άλλα πολλά. Αντί "Μπιλοζίρια" έχουμε "Πιλοζίρκα". Έχουμε το "κουτσιώ" όταν πετυχένουμε στόχο, από το "good shot". "Αμπάλατος" από το "unbalanced". "Θέκκιου" από το "thank you". Λέμε και πολύ "σόρρυ". "Πόστα" από το "post" (ταχυδρομείο). Τους είχαμε για αρκετό καιρό βλέπεις του Εγγλέζους.
      Για πες τώρα φίλτατε πόσες Ελληνικές λέξεις που χρησιμοποιείτε στη μητέρα Ελλάδα έχουν Γαλλική, Τουρκική ή Ιταλική ρίζα.

      1. avatar Thanatos

        μη με παρεξηγας
        ηταν καθαρα χιουμοριστικο το σχολιο και με καλη διαθεση στους κουμπαρους που τους θεωρω στη πλειοψηφια τετραπερατους, το ταφης μαζι με πολλες μισοαγγλικες το λεει τακτικοτατα ο κυπριος κουρεας μου, ο μπαμπας του ειχε ξεριζωθει το 74,παμπολλα τα λεκτικα δανεια μεταξυ λαων , για ναπαντησω στο δευτερο σκελος

  7. avatar jjimmyk

    Τηλεφωνικη επικοινωνια μεσα σε ταξι στην Αθηνα.
    Ειμαστε στο χαλι στριτ και παμε για λενιγραντ
    Μεταφραση- Ειμαστε στην Ιερα οδο και παμε Πετρουπολη (Ιλιον)

  8. avatar Την άνοιξη, λοιπόν

    όταν πέσουν τα μπιλοζίρια, θα μαζευτούνε εδώ μιλιούνια τζαμπότηδες (αφού δεν έχουμε ούτε φένσια, ουτε καστιγκάρια) και θα πλακώνονται για ένα κομμάτι στέκι, να δούμε τότε ποιος θα πλερώση τα μιστέκια της Τασίας

  9. avatar George L

    Mpisikomis apo to beach comer

Παρακαλούμε περιμένετε ...
Το newsbeast επιλέγει
Το newsbeast προτείνει