Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Η ανάγκη θεσμικής θωράκισης της ελευθερίας του Τύπου απέναντι στις στρατηγικές αγωγές φίμωσης, τα γνωστά διεθνώς SLAPPs (Strategic Lawsuits Against Public Participation), βρέθηκε στο επίκεντρο της ημερίδας που διοργάνωσαν το Συμβούλιο της Ευρώπης και το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ, σε μια συγκυρία κατά την οποία το φαινόμενο των καταχρηστικών αγωγών κατά δημοσιογράφων και Μέσων Ενημέρωσης απασχολεί ολοένα και περισσότερο τόσο την Ελλάδα όσο και την υπόλοιπη Ευρώπη.

Η συζήτηση κινήθηκε γύρω από την ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής οδηγίας για τα SLAPPs στην ελληνική έννομη τάξη, τις θεσμικές εγγυήσεις προστασίας των δημοσιογράφων, αλλά και τις ευρύτερες παρεμβάσεις που προωθεί η κυβέρνηση για την ελευθερία του Τύπου, τη διαφάνεια και τη βιωσιμότητα των Μέσων Ενημέρωσης.

Η πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ, Μαρία Αντωνιάδου, ανοίγοντας την ημερίδα, έκανε λόγο για ένα «εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα για τη λειτουργία του κράτους δικαίου, την ποιότητα της δημοκρατίας και την ελευθερία της έκφρασης», τονίζοντας ότι οι στρατηγικές αγωγές «δεν αποτελούν απλώς ένα νομικό θέμα», αλλά αφορούν «τον πυρήνα των δικαιωμάτων μιας δημοκρατικής κοινωνίας».

«Αφορά το δικαίωμα του δημοσιογράφου να εργάζεται ανεμπόδιστα, να ασκεί κριτική, να πραγματοποιεί έρευνες και να αποκαλύπτει χάριν της ενημέρωσης του πολίτη, χωρίς το φόβο της οικονομικής εξόντωσής του», σημείωσε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι οι καταχρηστικές αυτές αγωγές επιδιώκουν «τη φίμωση των λειτουργών του Τύπου και των Μέσων Ενημέρωσης, την αποθάρρυνση της κριτικής και το σταμάτημα των δημοσιογραφικών ερευνών».

Η Μαρία Αντωνιάδου αναφέρθηκε και στην καθυστέρηση ενσωμάτωσης της ευρωπαϊκής οδηγίας στην ελληνική νομοθεσία, λέγοντας ότι «από τις 7 Μαΐου έπρεπε να εφαρμοστεί η κοινοτική οδηγία για τα SLAPPs», ενώ κάλεσε δημόσια το υπουργείο Δικαιοσύνης να δώσει εξηγήσεις για την πορεία της διαδικασίας. «Καθημερινά συνάδελφοί μας δέχονται υπέρογκες αγωγές», τόνισε.

Παύλος Μαρινάκης: «Η κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει σε σημαντικές τομές στον χώρο των ΜΜΕ»

Ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, παρουσίασε συνολικά τις κυβερνητικές θέσεις για την κατάσταση στον χώρο των ΜΜΕ, συνδέοντας το ζήτημα των SLAPPs με ένα ευρύτερο πλέγμα μεταρρυθμίσεων για τον Τύπο, τη διαφάνεια, την προστασία των εργαζομένων στα Μέσα Ενημέρωσης και την ασφάλεια των δημοσιογράφων.

Ο Παύλος Μαρινάκης επισήμανε ότι η κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει σε σημαντικές τομές στον χώρο των ΜΜΕ, επισημαίνοντας ότι για πρώτη φορά επιχειρείται να κλείσουν «εκκρεμότητες 30 ετών». Όπως είπε, πριν από περίπου ενάμιση χρόνο είχε παρουσιάσει δημόσια το συνολικό χρονοδιάγραμμα των νομοθετικών πρωτοβουλιών της κυβέρνησης για τον χώρο του Τύπου, επιμένοντας ότι «η λογοδοσία για να υπάρχει πρέπει να υπάρχει και δέσμευση χρονοδιαγράμματος».

«Είναι ανάγκη, πέραν της ευρωπαϊκής οδηγίας, να προστατεύσουμε κάθε εργαζόμενο στον Τύπο από καταχρηστικές πρακτικές», δήλωσε χαρακτηριστικά, ξεκαθαρίζοντας ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στις αγωγές. «Δεν είναι μόνο το ζήτημα των αγωγών. Είναι και το ζήτημα των απολύσεων. Είναι και το ζήτημα των επιθέσεων», ανέφερε, σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπερασπίστηκε τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης στον χώρο των ΜΜΕ, παρουσιάζοντας ως κομβική αλλαγή την κατάργηση του αδικήματος της απλής δυσφήμησης. «Είμαστε η κυβέρνηση που κατήργησε το αδίκημα της απλής δυσφήμησης, μια νομική βάση που ουσιαστικά υπήρχε για πολλές από αυτές τις αγωγές», είπε, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η συκοφαντική δυσφήμηση εξακολουθεί να υφίσταται.

Παράλληλα, αναφέρθηκε εκτενώς στις αλλαγές στο Μητρώο Έντυπου και Ηλεκτρονικού Τύπου, κάνοντας λόγο για ένα νέο πλαίσιο που συνδέει την κρατική διαφήμιση με την τήρηση εργασιακών κανόνων και υποχρεώσεων από τα Μέσα Ενημέρωσης. «Κανείς πλέον δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους γαλέρας», υπογράμμισε, σημειώνοντας ότι επιχειρήσεις που δεν σέβονται τα εργασιακά δικαιώματα των δημοσιογράφων και των εργαζομένων «δεν μπορούν να πάρουν ούτε ένα ευρώ από κρατική διαφήμιση».

Οι παρεμβάσεις για το διαδίκτυο και την παραπληροφόρηση

Ο Παύλος Μαρινάκης επέμεινε ιδιαίτερα στην ανάγκη να υπάρξει ισορροπία ανάμεσα στην προστασία της ερευνητικής δημοσιογραφίας και στο δικαίωμα κάθε πολίτη να προσφεύγει στη Δικαιοσύνη όταν θεωρεί ότι θίγεται.

«Καμία νομοθεσία δεν μπορεί να απαγορεύσει από έναν συμπολίτη μας να κινηθεί στη Δικαιοσύνη όταν θεωρεί ότι οποιοσδήποτε, είτε είναι δημοσιογράφος είτε όχι, βλάπτει την τιμή και την υπόληψή του», τόνισε, προσθέτοντας όμως ότι το νέο πλαίσιο θα εισάγει «ένα ακόμα φίλτρο στην προδικαστική διερεύνηση μιας αγωγής».

Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν και στο σκέλος που αφορούσε το διαδίκτυο και την παραπληροφόρηση, προειδοποιώντας για «ανεξέλεγκτους κινδύνους πίσω από ανώνυμα προφίλ». Όπως είπε, η εποχή των social media και των ψηφιακών πλατφορμών δημιουργεί νέες προκλήσεις, αφού «αποκαλύπτονται τέρατα τα οποία κατά πάσα πιθανότητα πολλές φορές δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, αλλά επηρεάζουν την κοινή γνώμη και απειλούν ακόμη και τα εθνικά συμφέροντα».

Σε αυτό το πλαίσιο, τάχθηκε υπέρ της ενίσχυσης της ταυτοποίησης χρηστών στις διαδικτυακές πλατφόρμες, ώστε όπως είπε «πίσω από κάθε προφίλ να ξέρει η κάθε πλατφόρμα ποιος κρύβεται».

Κιρμικίρογλου: «Η ενίσχυση της ελευθερίας του Τύπου είναι ενίσχυση της δημοκρατίας»

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στην παρέμβαση του γενικού γραμματέα Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, Δημήτρη Κιρμικίρογλου, ο οποίος επιχείρησε να παρουσιάσει το συνολικό κυβερνητικό σχέδιο για την ενίσχυση της ελευθερίας του Τύπου και τη στήριξη των Μέσων Ενημέρωσης.

Ο Δημήτρης Κιρμικίρογλου χαρακτήρισε τη νέα ευρωπαϊκή οδηγία αποτέλεσμα μιας ευρωπαϊκής αφύπνισης που ξεκίνησε «από μια τραγική ιστορία», αναφερόμενος στη δολοφονία της δημοσιογράφου Ντάφνε Καρουάνα Γκαλίτσια στη Μάλτα. Όπως είπε, η ελληνική κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει την οδηγία ως μια τυπική υποχρέωση συμμόρφωσης αλλά ως μια ουσιαστική πολιτική επιλογή.

«Η στρατηγική επιλογή ενίσχυσης της ελευθερίας του Τύπου είναι η ενίσχυση της δημοκρατίας και του ρόλου του Τύπου στη δημοκρατία», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι στόχος της κυβέρνησης είναι «όχι να κάνουμε απλά μία τυπική συμμόρφωση, αλλά να ενσωματώσουμε ουσιαστικά την οδηγία στην καθημερινή λειτουργία».

Ο ίδιος στάθηκε ιδιαίτερα στην απόφαση η προστασία από τα SLAPPs να μην περιορίζεται μόνο στις διασυνοριακές υποθέσεις, όπως προβλέπει η ευρωπαϊκή οδηγία, αλλά να επεκτείνεται και στις αμιγώς εθνικές υποθέσεις. «Η επέκταση της οδηγίας σε εθνικό επίπεδο δίνει ξεκάθαρα το μήνυμα από την ελληνική κυβέρνηση και την ελληνική πολιτεία να στηρίξει έμπρακτα το έργο της ερευνητικής δημοσιογραφίας», είπε.

Διαφάνεια, βιωσιμότητα και ασφάλεια των δημοσιογράφων

Ο γενικός γραμματέας παρουσίασε επίσης το τρίπτυχο πάνω στο οποίο όπως είπε κινείται η κυβερνητική στρατηγική για τα ΜΜΕ: διαφάνεια, βιωσιμότητα και ασφάλεια των δημοσιογράφων.

Αναφερόμενος στη διαφάνεια, σημείωσε ότι η κυβέρνηση επιδιώκει στενή συνεργασία με ευρωπαϊκούς θεσμούς όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης, ο ΟΑΣΕ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ έκανε ειδική μνεία στην προσπάθεια συγκρότησης Εθνικού Συμβουλίου Τύπου, λέγοντας ότι η Ελλάδα είναι από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες που δεν διαθέτουν ακόμη τέτοιο θεσμό.

Στο σκέλος της βιωσιμότητας των ΜΜΕ, παρουσίασε τον νέο πενταετή μηχανισμό στήριξης για τα Μέσα Ενημέρωσης, υποστηρίζοντας ότι για πρώτη φορά η κρατική ενίσχυση συνδέεται με συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τη διατήρηση θέσεων εργασίας, την ενίσχυση της δεοντολογίας και τη στήριξη της παρουσίας των γυναικών στις συντακτικές ομάδες.

«Δεν στηρίζουμε απλά άκριτα τις επιχειρήσεις», ανέφερε, αλλά επιδιώκεται όπως είπε η στήριξη να συνδέεται με συγκεκριμένες δεσμεύσεις απέναντι στους εργαζόμενους και στη δημοσιογραφική ποιότητα.

Ξεχωριστή αναφορά έκανε και στο υπό διαμόρφωση Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ασφάλεια των Δημοσιογράφων, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα θα είναι «η δέκατη χώρα του Συμβουλίου της Ευρώπης που θα αποκτήσει εθνικό σχέδιο». Όπως εξήγησε, στο σχέδιο αυτό θα περιλαμβάνονται και δράσεις εκπαίδευσης δημοσιογράφων, δικαστών και επαγγελματιών των ΜΜΕ γύρω από τα ζητήματα των SLAPPs και της προστασίας της ελευθερίας του Τύπου.

Το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης

Από την πλευρά του υπουργείου Δικαιοσύνης, ο υφυπουργός Ιωάννης Μπουγάς παρουσίασε τις βασικές διατάξεις του σχεδίου νόμου για την ενσωμάτωση της οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη. Όπως ανέφερε, η Ελλάδα είναι «από τις πρώτες χώρες που ενσωματώνει την οδηγία», ενώ εξήγησε ότι το νέο πλαίσιο θα προβλέπει δυνατότητα πρόωρης απόρριψης προδήλως αβάσιμων αγωγών, σύντομες προθεσμίες εκδίκασης και επιβάρυνση του ενάγοντος με τα δικαστικά έξοδα σε περιπτώσεις καταχρηστικών αγωγών.

Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η νέα νομοθεσία δεν θα περιοριστεί μόνο στις διασυνοριακές υποθέσεις, αλλά θα επεκταθεί και σε εσωτερικές υποθέσεις, διευρύνοντας ουσιαστικά το πεδίο προστασίας της ελευθερίας του Τύπου στην Ελλάδα.

Η αντιπρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Χριστίνα Τσαγκλή, αναφέρθηκε στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στον ιδιαίτερο ρόλο που αποδίδεται στους δημοσιογράφους ως «δημόσιους κέρβερους» της δημοκρατίας.

Η ίδια υπογράμμισε ότι η ελευθερία του Τύπου προστατεύεται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ενώ προειδοποίησε ότι κάθε προσπάθεια εργαλειοποίησης της Δικαιοσύνης για τη φίμωση δημοσιογράφων «αποδοκιμάζεται συλλήβδην από το δίκαιο».

Παράλληλα, σημείωσε ότι η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι απεριόριστη, καθώς οφείλει να συμβαδίζει με τη δημοσιογραφική δεοντολογία, την προστασία της προσωπικότητας και την αποφυγή ρητορικής μίσους.

Το στοίχημα της εφαρμογής

Η ημερίδα ανέδειξε ότι η μάχη απέναντι στα SLAPPs έχει πλέον μετατραπεί σε κεντρικό ευρωπαϊκό και εθνικό ζήτημα για τη λειτουργία της δημοκρατίας, με το βασικό ερώτημα να μην αφορά μόνο την ψήφιση νέων νόμων αλλά κυρίως το κατά πόσο οι νέες θεσμικές εγγυήσεις θα μπορέσουν να προστατεύσουν στην πράξη τη δημοσιογραφική έρευνα και την ελευθερία της έκφρασης απέναντι σε πρακτικές εκφοβισμού και οικονομικής εξόντωσης.