Ένα πρωτοφανές κενό στην κορυφή του αμερικανικού Στρατού προκαλεί ανησυχία στην Ουάσιγκτον, την ώρα που οι ΗΠΑ βρίσκονται αντιμέτωπες με τις ολοένα πιο εξελιγμένες επιθέσεις του Ιράν στη Μέση Ανατολή και ταυτόχρονα καλούνται να υποστηρίξουν την Ουκρανία απέναντι στη Ρωσία. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, οι διαδοχικές απομακρύνσεις ανώτατων αξιωματικών και η δυσκολία να καλυφθούν κρίσιμες θέσεις στην ηγεσία του μεγαλύτερου κλάδου των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Ο αμερικανικός Στρατός περνά μία από τις πιο ασταθείς περιόδους στην ηγεσία του εδώ και δεκαετίες και μάλιστα σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία οι επιχειρησιακές απαιτήσεις αυξάνονται δραματικά.
Από τον Απρίλιο δεν υπάρχει μόνιμος αρχηγός του Army, μετά την αιφνιδιαστική απομάκρυνση του στρατηγού Ράντι Τζορτζ από τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ. Η αποχώρησή του έγινε ενώ απέμενε περισσότερο από ένας χρόνος στην κανονική θητεία του και χωρίς να δοθεί δημόσια αναλυτική εξήγηση για την απόφαση.
Σήμερα καθήκοντα αρχηγού ασκεί προσωρινά ο στρατηγός Κρίστοφερ ΛαΝίβ, ο οποίος ταυτόχρονα παραμένει υπαρχηγός του Στρατού. Η προσπάθεια όμως του Χέγκσεθ να τον τοποθετήσει μόνιμα στην κορυφαία θέση έχει συναντήσει αντιδράσεις ακόμη και στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μέχρι στιγμής η απαραίτητη υποστήριξη στη Γερουσία για την επικύρωσή του.
Οι εκκαθαρίσεις στην κορυφή του Army
Η περίπτωση του Ράντι Τζορτζ δεν είναι μεμονωμένη.
Σύμφωνα με τους New York Times, ο Χέγκσεθ έχει απομακρύνει ή οδηγήσει εκτός υπηρεσίας σειρά ανώτατων αξιωματικών, μεταξύ των οποίων στελέχη με πολυετή επιχειρησιακή εμπειρία από τους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Τουλάχιστον τρεις από αυτούς θεωρούνταν πιθανοί υποψήφιοι για τη διαδοχή του Τζορτζ.
Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση του στρατηγού Ντέιβιντ Χόντνε, ο οποίος είχε επιλεγεί για να ηγηθεί της διοίκησης που είναι υπεύθυνη για την εκπαίδευση και τον μετασχηματισμό του Στρατού, αλλά απομακρύνθηκε λίγους μήνες αργότερα. Η συγκεκριμένη διοίκηση έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς μεταξύ άλλων συνδέεται με την εκπαίδευση και προετοιμασία των μονάδων αεράμυνας Patriot.
Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό: σύμφωνα με το δημοσίευμα των New York Times, από τους δέκα εν ενεργεία στρατηγούς τεσσάρων αστέρων που διέθετε ο αμερικανικός Στρατός στις αρχές του 2025 έχουν απομείνει σήμερα μόλις πέντε.
Και ο υπουργός Στρατού ενδέχεται να αποχωρήσει
Σαν να μην έφταναν τα κενά στη στρατιωτική ηγεσία, αβεβαιότητα υπάρχει και στην πολιτική κορυφή του Army.
Ο υπουργός Στρατού Ντάνιελ Ντρίσκολ αναμένεται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, να αποχωρήσει μέχρι το τέλος του 2026, έπειτα από μήνες έντασης στις σχέσεις του με τον Πιτ Χέγκσεθ.
Το Reuters, επικαλούμενο αρχικό ρεπορτάζ της Wall Street Journal, μετέδωσε ότι η αποχώρησή του θεωρείται πιθανή, αν και δεν έχει υπάρξει ακόμη επίσημη ανακοίνωση παραίτησης.
Εάν αυτό συμβεί χωρίς να έχει καλυφθεί προηγουμένως η θέση του αρχηγού, ο μεγαλύτερος κλάδος των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων θα μπορούσε να βρεθεί χωρίς μόνιμη ηγεσία τόσο στο στρατιωτικό όσο και στο πολιτικό επίπεδο.
Η χειρότερη δυνατή στιγμή για κενό ηγεσίας
Το timing είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Ο αμερικανικός Στρατός έχει αναλάβει κομβικό ρόλο στην προστασία των αμερικανικών βάσεων στη Μέση Ανατολή απέναντι σε βαλλιστικούς πυραύλους και drones του Ιράν.
Οι συστοιχίες Patriot αποτελούν βασικό τμήμα της αμερικανικής αντιπυραυλικής άμυνας και χρησιμοποιούνται εντατικά για την αναχαίτιση των ιρανικών επιθέσεων.
Όμως η χρήση τους έχει δημιουργήσει ένα δεύτερο σοβαρό πρόβλημα: τα αποθέματα των πυραύλων αναχαίτισης μειώνονται με πολύ γρήγορους ρυθμούς.
Ανάλυση του Center for Strategic and International Studies στα τέλη Ιουλίου υπολόγιζε ότι τα διαθέσιμα αμερικανικά αποθέματα Patriot είχαν υποχωρήσει κάτω από τους 1.000 αναχαιτιστές, ενώ τα αποθέματα THAAD βρίσκονταν περίπου στους 250. Το CSIS προειδοποίησε ότι η μείωση των αποθεμάτων μπορεί να αναγκάσει τις αμερικανικές δυνάμεις να αναλαμβάνουν μεγαλύτερο ρίσκο σε μελλοντικές επιθέσεις.
Σύμφωνα με άλλη εκτίμηση που δημοσιεύτηκε στα τέλη Ιουλίου, ο πόλεμος με το Ιράν είχε ήδη καταναλώσει περίπου τα δύο τρίτα των διαθέσιμων αποθεμάτων Patriot.
Το Ιράν μαθαίνει και προσαρμόζεται
Το πρόβλημα για τις ΗΠΑ δεν είναι μόνο αριθμητικό.
Οι ιρανικές δυνάμεις χρησιμοποιούν συνδυασμούς drones, πυραύλων cruise και βαλλιστικών πυραύλων, επιχειρώντας να κορέσουν ή να παρακάμψουν τα συστήματα αεράμυνας.
Οι μάχες των τελευταίων μηνών έχουν ήδη αποδείξει ότι ακόμη και τα πλέον προηγμένα δυτικά συστήματα δεν προσφέρουν απόλυτη προστασία. Πάνω από 750 Αμερικανοί στρατιωτικοί έχουν τραυματιστεί από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, με σημαντικό ποσοστό των απωλειών να αφορά προσωπικό του Army.
Παράλληλα, η σύγκρουση έχει εξελιχθεί σε εργαστήριο ενός νέου τύπου πολέμου, όπου φθηνά μη επανδρωμένα συστήματα μπορούν να αναγκάζουν τον αντίπαλο να χρησιμοποιεί πολύ ακριβότερους πυραύλους για να τα καταρρίψει.
Και ακριβώς αυτή την περίοδο ο αμερικανικός Στρατός επιχειρεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο εκπαιδεύεται, εξοπλίζεται και πολεμά.
Από την Ουκρανία στη Μέση Ανατολή
Η πίεση δεν προέρχεται μόνο από το Ιράν.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει προσφέρει στις ΗΠΑ ένα τεράστιο μάθημα για τη σημασία των drones, του ηλεκτρονικού πολέμου, της τεχνητής νοημοσύνης και των νέων τεχνολογιών στο σύγχρονο πεδίο μάχης.
Ο Τζορτζ και ο Ντρίσκολ είχαν επιχειρήσει να επιταχύνουν τη μετάβαση του Army σε αυτό το νέο μοντέλο, αξιοποιώντας εμπειρίες από το ουκρανικό μέτωπο.
Τώρα, όμως, οι συνεχείς αλλαγές στην ηγεσία δημιουργούν ερωτήματα για το κατά πόσο αυτή η προσπάθεια μπορεί να συνεχιστεί με την ίδια ταχύτητα.
Οι επικριτές του Χέγκσεθ φοβούνται ότι οι απομακρύνσεις έμπειρων ανώτατων αξιωματικών δεν δημιουργούν μόνο προσωρινά κενά, αλλά αποδυναμώνουν ολόκληρη τη δεξαμενή στελεχών από την οποία θα προέρχονταν οι επόμενες ηγεσίες του Στρατού.
Οι φόβοι για πολιτικοποίηση
Πέρα όμως από το επιχειρησιακό σκέλος υπάρχει και ένα βαθύτερο ζήτημα.
Μέλη του Κογκρέσου και στρατιωτικοί εκφράζουν ανησυχία ότι οι διαδοχικές απομακρύνσεις μπορεί να δημιουργήσουν την εντύπωση πως η επαγγελματική επιβίωση ενός ανώτατου αξιωματικού εξαρτάται από το εάν βρίσκεται σε πλήρη πολιτική αρμονία με την ηγεσία του Πενταγώνου.
Ο Δημοκρατικός βουλευτής και πρώην αξιωματικός πληροφοριών του Army Πατ Ράιαν υποστήριξε στους New York Times ότι η απομάκρυνση των πλέον έμπειρων πολεμικών στελεχών σε περίοδο σύγκρουσης μπορεί να έχει άμεσες συνέπειες για την ασφάλεια των στρατιωτών και τη μακροπρόθεσμη αξιοπιστία των Ενόπλων Δυνάμεων ως μη κομματικού θεσμού.
Η πλευρά του Army απορρίπτει την εικόνα αποδιοργάνωσης. Σε δήλωσή της, εκπρόσωπος του Στρατού υποστήριξε ότι οι στρατηγικοί στόχοι συνεχίζουν να υλοποιούνται, η διαδικασία εκσυγχρονισμού παραμένει σε πορεία και η παγκόσμια επιχειρησιακή ετοιμότητα δεν έχει υπονομευθεί.
Το στοίχημα για τον Χέγκσεθ
Ο Πιτ Χέγκσεθ έχει καταστήσει σαφές ότι θέλει να αλλάξει ριζικά την κουλτούρα του Πενταγώνου και να επαναφέρει στο επίκεντρο αυτό που περιγράφει ως «πολεμικό ήθος».
Το ερώτημα πλέον είναι εάν η προσπάθεια αυτή θα οδηγήσει σε έναν πιο αποτελεσματικό και ευέλικτο Στρατό ή εάν οι συνεχείς ανατροπές στην κορυφή θα προκαλέσουν το αντίθετο αποτέλεσμα.
Γιατί η συζήτηση δεν γίνεται σε θεωρητικό επίπεδο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται ήδη αντιμέτωπες με έναν αντίπαλο που χρησιμοποιεί μαζικά drones και πυραύλους, καταναλώνουν με μεγάλη ταχύτητα πολύτιμα αποθέματα Patriot και ταυτόχρονα πρέπει να προετοιμάζονται για πιθανές μελλοντικές συγκρούσεις με ακόμη ισχυρότερους αντιπάλους.
Σε αυτό το περιβάλλον, η σταθερότητα της στρατιωτικής ηγεσίας δεν αποτελεί απλώς ζήτημα εσωτερικής πολιτικής στο Πεντάγωνο.
Μπορεί να εξελιχθεί σε ζήτημα επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας στο ίδιο το πεδίο της μάχης.