Το ερώτημα για το αν ένας γιατρός πρέπει να λέει την αλήθεια σε έναν ασθενή που βρίσκεται στο τέλος της ζωής του δεν είναι απλό. Αγγίζει βαθιά ανθρώπινα ζητήματα: τον φόβο του θανάτου, την ανάγκη για ελπίδα, αλλά και το δικαίωμα του ανθρώπου να γνωρίζει την πραγματικότητα.

Πού τελειώνει η προστασία του ασθενή και πού αρχίζει η υποχρέωση για ειλικρίνεια;

Ο Arthur Dobrin, ομότιμος καθηγητής στο πανεπιστήμιο Hofstra της Νέας Υόρκης και ηγετικό στέλεχος της Ethical Humanist Society του Long Island, μιλώντας μέσα από την πολυετή εμπειρία του στην ιατρική ηθική, αναδεικνύει σε άρθρο του στο Psychology Today, τη δυσκολία αυτού του ζητήματος.

Για σχεδόν τρεις δεκαετίες συμμετείχε σε επιτροπή ηθικής μεγάλου νοσοκομείου του Long Island, όπου τα περισσότερα περιστατικά αφορούσαν αποφάσεις για το τέλος της ζωής. Συχνά επρόκειτο για περιπτώσεις όπου οι ασθενείς δεν μπορούσαν πλέον να εκφράσουν τη βούλησή τους ή όπου υπήρχαν διαφωνίες μεταξύ οικογενειών και γιατρών σχετικά με τη συνέχιση της θεραπείας.

Η αρχή του «μη βλάπτειν»

Μια βασική αρχή της ιατρικής, σημειώνει ο Dobrin, είναι το ιπποκρατικό αξίωμα «μη βλάπτειν». Ωστόσο, αυτή η αρχή συγκρούεται συχνά με την αυτονομία του ασθενή. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι ασθενείς ή οι συγγενείς τους ζητούν να γίνει ό,τι είναι δυνατόν για να παραταθεί η ζωή, ακόμη κι όταν αυτό δεν έχει ιατρικό νόημα. Άλλες φορές, ο ίδιος ο ασθενής επιθυμεί να αποχωρήσει από τη θεραπεία, αλλά αυτό δεν είναι πρακτικά εφικτό.

Ο Dobrin επισημαίνει ότι, αν και η επικοινωνία με ετοιμοθάνατους ασθενείς θα έπρεπε ιδανικά να γίνεται από ειδικούς όπως ψυχολόγους ή κοινωνικούς λειτουργούς, στην πράξη συχνά είναι ο γιατρός που καλείται να μεταφέρει τα δύσκολα νέα. Και όμως, οι περισσότεροι γιατροί δεν έχουν εκπαιδευτεί επαρκώς στο πώς να το κάνουν.

Πρέπει να λέγεται η αλήθεια όσο σκληρή κι αν είναι;

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο προκύπτει το βασικό δίλημμα: πρέπει να λέγεται η αλήθεια, ακόμη κι αν προκαλεί ψυχικό πόνο;

Ο Dobrin παρουσιάζει τις δύο βασικές πλευρές της συζήτησης. Από τη μία, υπάρχει η άποψη ότι η αλήθεια μπορεί να βλάψει τον ασθενή, ειδικά όταν δεν υπάρχει πλέον θεραπευτική προοπτική. Σε αυτή την περίπτωση, ο ρόλος του γιατρού περιορίζεται στο να μην προκαλέσει επιπλέον πόνο, και η απόκρυψη της αλήθειας μπορεί να θεωρηθεί πράξη συμπόνιας.

Από την άλλη πλευρά, η ειλικρίνεια δίνει στον ασθενή και στην οικογένειά του την ευκαιρία να προετοιμαστούν, να αποχαιρετήσουν και να τακτοποιήσουν εκκρεμότητες. Επιπλέον, το ψέμα θεωρείται από πολλούς προσβολή της αξιοπρέπειας του ανθρώπου και παραβίαση του σεβασμού προς το πρόσωπό του.

Το ζήτημα της εμπιστοσύνης

Ο Dobrin δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε ένα ευρύτερο ζήτημα: την εμπιστοσύνη. Σε μια εποχή όπου η παραπληροφόρηση είναι διαδεδομένη και η εμπιστοσύνη στους ειδικούς δοκιμάζεται, η ειλικρίνεια των γιατρών είναι πιο σημαντική από ποτέ. Αν οι γιατροί επιλέγουν πότε θα πουν την αλήθεια και πότε όχι, τότε διαβρώνεται η εμπιστοσύνη προς ολόκληρο το ιατρικό σύστημα.

Η απώλεια αυτής της εμπιστοσύνης έχει σοβαρές συνέπειες. Αν οι ασθενείς δεν πιστεύουν τον γιατρό τους, γιατί να αποδεχτούν μια διάγνωση; Γιατί να ακολουθήσουν μια θεραπεία ή να εμπιστευτούν τη φαρμακευτική αγωγή; Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι άνθρωποι στρέφονται εύκολα σε αναξιόπιστες πηγές, θέτοντας σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία.

Ωστόσο, ο Dobrin τονίζει ότι η αλήθεια δεν χρειάζεται να λέγεται με σκληρότητα. Υπάρχει τρόπος να ειπωθεί με ευαισθησία και ανθρωπιά. Η εξαπάτηση μπορεί να φαίνεται ως εύκολη λύση τη στιγμή της κρίσης, αλλά μακροπρόθεσμα υπονομεύει τη σχέση γιατρού-ασθενή.

Αλήθεια, αλλά με ενσυναίσθηση και σεβασμό

Καταλήγοντας, υποστηρίζει ότι οι γιατροί οφείλουν να λένε την αλήθεια, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές. Όχι όμως με τρόπο ωμό ή απάνθρωπο, αλλά με δεξιότητα, ενσυναίσθηση και σεβασμό. Για το καλό των ασθενών, αλλά και για τη διατήρηση της αξιοπιστίας της ιατρικής, η ειλικρίνεια παραμένει θεμέλιο που δεν μπορεί να παραμεριστεί.