Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Νέα επικοινωνιακή επιχείρηση στήνει η Τουρκία γύρω από τα F-16, παρουσιάζοντας ως «εθνική τεχνολογική επιτυχία» την προσπάθεια εγχώριου εκσυγχρονισμού των μαχητικών της, μετά την απόφαση να εγκαταλείψει τα 79 αμερικανικά κιτ αναβάθμισης σε επίπεδο Viper.

Η υπόθεση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η Άγκυρα είχε εξασφαλίσει από τις ΗΠΑ ένα μεγάλο πακέτο που περιλάμβανε 40 νέα F-16 Block 70 και 79 κιτ αναβάθμισης για τα παλαιότερα F-16 της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας. Ωστόσο, στη συνέχεια η τουρκική πλευρά ανακοίνωσε ότι παραιτείται από τα κιτ εκσυγχρονισμού και ότι η αναβάθμιση θα γίνει με εγχώριες δυνατότητες, μέσω της TUSAŞ και του προγράμματος ÖZGÜR.

Η τουρκική κυβέρνηση παρουσιάζει την απόφαση ως ένδειξη αυτοδυναμίας της αμυντικής της βιομηχανίας. Στην πράξη, όμως, η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει μια αναδίπλωση σε αφήγημα τεχνολογικής υπεροχής.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και τα δημοσιεύματα του Anadolu και του TRT για το νέο «εθνικό λογισμικό σχεδίασης αποστολών» που ανέπτυξε η HAVELSAN για τα F-16. Σύμφωνα με την τουρκική πλευρά, το λογισμικό εντάσσεται στο πρόγραμμα ÖZGÜR και έχει περάσει τη διαδικασία αποδοχής, ενισχύοντας τις δυνατότητες αποστολής των τουρκικών μαχητικών.

Το σύστημα FSGP της HAVELSAN παρουσιάζεται ως λύση που υποστηρίζει τον σχεδιασμό αποστολών, τη διαχείριση δεδομένων, την ανάλυση κινδύνων, τη φόρτωση στοιχείων αποστολής και τη μεταπολεμική αξιολόγηση. Παράλληλα, η Τουρκία υποστηρίζει ότι μέσω του ÖZGÜR ενσωματώνονται στα F-16 εγχώρια ηλεκτρονικά, τουρκικά πυρομαχικά και νέες δυνατότητες αποστολής.

Η επικοινωνιακή στόχευση είναι προφανής: η Άγκυρα θέλει να δείξει ότι δεν εξαρτάται πλέον από τις ΗΠΑ για την αναβάθμιση των F-16 της. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Τα αμερικανικά κιτ Viper αποτελούν συγκεκριμένο πακέτο αναβάθμισης με ραντάρ AESA, υπολογιστές αποστολής, ηλεκτρονικά συστήματα και δυνατότητες που εντάσσονται στο οικοσύστημα της Lockheed Martin. Η εγχώρια τουρκική λύση μπορεί να μειώνει την εξάρτηση από την Ουάσιγκτον, αλλά δεν σημαίνει αυτομάτως ότι προσφέρει ισοδύναμο αποτέλεσμα με την πλήρη διαμόρφωση F-16V.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η Τουρκία προσπαθεί να καλύψει επιχειρησιακό κενό σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα προχωρά ήδη στην αναβάθμιση των δικών της F-16 σε επίπεδο Viper. Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία έχει μπει σε τροχιά εκσυγχρονισμού, με τα ελληνικά F-16V να αποκτούν προηγμένα ηλεκτρονικά, νέους αισθητήρες, βελτιωμένες δυνατότητες δικτύωσης και αυξημένη διαλειτουργικότητα με τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ.

Την ίδια ώρα, η Τουρκία παραμένει εκτός του προγράμματος F-35 λόγω της υπόθεσης των ρωσικών S-400, ενώ αναζητά παράλληλες λύσεις μέσα από τα νέα F-16 Block 70, το πρόγραμμα ÖZGÜR, τα Eurofighter και το εγχώριο μαχητικό KAAN. Πρόκειται για μια προσπάθεια πολλαπλών κατευθύνσεων, η οποία αποκαλύπτει το άγχος της Άγκυρας να μη μείνει πίσω στην αεροπορική ισορροπία του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.

Τα τουρκικά ΜΜΕ επιχειρούν να εμφανίσουν το ÖZGÜR ως μεγάλη απάντηση στην αμερικανική εξάρτηση. Ωστόσο, πίσω από τους πανηγυρικούς τίτλους κρύβεται μια απλή αλήθεια: η Τουρκία αναγκάστηκε να αναζητήσει εγχώρια λύση για τα παλαιότερα F-16 της, αφού το αρχικό αμερικανικό πακέτο των 79 κιτ εγκαταλείφθηκε.

Η Άγκυρα μπορεί να παρουσιάζει την εξέλιξη ως βήμα προς την αμυντική αυτονομία, αλλά το επιχειρησιακό ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Μπορεί το τουρκικό πρόγραμμα ÖZGÜR να προσφέρει πραγματικά δυνατότητες αντίστοιχες με τα F-16V Viper ή πρόκειται κυρίως για μια ενδιάμεση λύση μέχρι την παραλαβή των νέων F-16 Block 70 και την ωρίμανση του KAAN;

Σε κάθε περίπτωση, η Τουρκία δείχνει ότι αντιλαμβάνεται το χάσμα που δημιουργείται στον αέρα. Η Ελλάδα κινείται με αμερικανική πιστοποίηση και πρόγραμμα Viper σε εξέλιξη, ενώ η Άγκυρα προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη εκσυγχρονισμού, την πολιτική της ρήξη με την Ουάσιγκτον και την προβολή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.

Το τουρκικό αφήγημα μιλά για ανεξαρτησία. Η επιχειρησιακή πραγματικότητα, όμως, θα κριθεί όχι στα βίντεο προώθησης και στις ανακοινώσεις, αλλά στην πράξη: στα ραντάρ, στα ηλεκτρονικά, στα όπλα, στη δικτύωση και στην πραγματική απόδοση των αεροσκαφών στο πεδίο.