Ιστορική ημέρα για τη Βαρκελώνη και τη Σαγράδα Φαμίλια, καθώς ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ ευλόγησε τον νέο Πύργο του Ιησού Χριστού, τον υψηλότερο πύργο της εμβληματικής βασιλικής που οραματίστηκε ο Αντόνι Γκαουντί.
Η τελετή πραγματοποιήθηκε ακριβώς 100 χρόνια μετά τον θάνατο του Γκαουντί, στις 10 Ιουνίου 1926, δίνοντας στον συμβολισμό της ημέρας ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Ο Ποντίφικας τέλεσε πανηγυρική λειτουργία στο εσωτερικό της Σαγράδα Φαμίλια, παρουσία πιστών, επισήμων και εκπροσώπων της ισπανικής και καταλανικής πολιτικής ζωής.
Με την ολοκλήρωση του Πύργου του Ιησού Χριστού, η βασιλική έφτασε τα 172,5 μέτρα, γεγονός που την καθιστά την ψηλότερη εκκλησία στον κόσμο. Το ύψος της παραμένει ελαφρώς χαμηλότερο από τον λόφο Μοντζουίκ, σύμφωνα με το όραμα του Γκαουντί, ο οποίος δεν ήθελε το ανθρώπινο έργο να ξεπεράσει το δημιούργημα της φύσης.
Στην τελετή παρευρέθηκαν ο βασιλιάς Φελίπε και η βασίλισσα Λετίθια, καθώς και ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ. Η βασίλισσα Λετίθια εμφανίστηκε ντυμένη στα λευκά, κάνοντας χρήση του λεγόμενου privilège du blanc, του ειδικού προνομίου που διαθέτουν ορισμένες καθολικές βασίλισσες και πριγκίπισσες κατά τις επίσημες εμφανίσεις τους ενώπιον του Πάπα.

Πριν από τη λειτουργία στη Σαγράδα Φαμίλια, ο Πάπας επισκέφθηκε φυλακή της περιοχής, όπου απηύθυνε μήνυμα ελπίδας και λύτρωσης στους κρατούμενους. Στη συνέχεια μετέβη στο ιστορικό αβαείο της Santa Maria de Montserrat, έναν από τους σημαντικότερους θρησκευτικούς και πολιτιστικούς χώρους της Καταλονίας.
Εκεί τον υποδέχθηκαν χιλιάδες πιστοί, πολλοί από τους οποίους κρατούσαν σημαίες της Καταλονίας και του Βατικανού. Από το μπαλκόνι του μοναστηριού, ο Ποντίφικας μίλησε στα καταλανικά και στα ισπανικά, χαρακτηρίζοντας την Ισπανία «χώρα γεμάτη πίστη και αγάπη», προκαλώντας θερμό χειροκρότημα.

Η επίσκεψη του Πάπα στην Ισπανία είχε ξεκινήσει από τη Μαδρίτη, όπου απηύθυνε ομιλία στο ισπανικό κοινοβούλιο και τέλεσε υπαίθρια λειτουργία με τη συμμετοχή πλήθους πιστών. Στις παρεμβάσεις του κάλεσε σε υπομονετικό διάλογο απέναντι στην αυξανόμενη πολιτική και κοινωνική πόλωση, ενώ εξέφρασε την αντίθεσή του στον πόλεμο και στον επανεξοπλισμό.
Παράλληλα, δεσμεύτηκε ότι η Καθολική Εκκλησία θα εντείνει τις προσπάθειές της για την αντιμετώπιση των περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης από κληρικούς, ένα ζήτημα που εξακολουθεί να βαραίνει βαθιά την εικόνα της Εκκλησίας διεθνώς.
Η Σαγράδα Φαμίλια αποτελεί το σπουδαιότερο έργο του Αντόνι Γκαουντί και ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μνημεία στον κόσμο. Η κατασκευή της ξεκίνησε το 1882 και συνεχίζεται ακόμη, περισσότερο από έναν αιώνα μετά. Ο ίδιος ο Γκαουντί αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σχεδόν αποκλειστικά στο έργο, το οποίο αντιλαμβανόταν ως μια «Βίβλο από πέτρα».

Ο βαθιά θρησκευόμενος αρχιτέκτονας πέθανε το 1926, όταν παρασύρθηκε από τραμ ενώ κατευθυνόταν στην εκκλησία για να προσευχηθεί. Η διαδικασία αγιοποίησής του βρίσκεται σε εξέλιξη στο Βατικανό, ενώ η πρόσφατη αναγνώρισή του ως «σεβάσμιου» αποτέλεσε σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Παρότι η βασιλική έφτασε πλέον στο τελικό της ύψος, το έργο δεν έχει ολοκληρωθεί πλήρως. Παραμένουν ανοιχτές εργασίες σε τμήματα της κύριας εισόδου και σε άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία, ενώ η τελική ολοκλήρωση του μνημείου μετατέθηκε για τα επόμενα χρόνια.
Η πανδημία της Covid-19 είχε προκαλέσει σοβαρές καθυστερήσεις, καθώς τα έσοδα της Σαγράδα Φαμίλια προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από τα εισιτήρια των επισκεπτών και τις ιδιωτικές δωρεές. Το μνημείο προσέλκυσε περίπου πέντε εκατομμύρια επισκέπτες το 2024, παραμένοντας ένας από τους σημαντικότερους τουριστικούς και θρησκευτικούς προορισμούς της Ευρώπης.

Η σημερινή τελετή δεν σήμανε απλώς την ολοκλήρωση ενός ακόμη τμήματος της βασιλικής. Σηματοδότησε την κορύφωση ενός οράματος που ξεκίνησε πριν από 144 χρόνια και εξακολουθεί να ενώνει αρχιτεκτονική, πίστη, τέχνη και μνήμη.
Για τη Βαρκελώνη, η ευλογία του Πύργου του Ιησού Χριστού από τον Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ δεν ήταν μόνο θρησκευτικό γεγονός. Ήταν μια στιγμή ιστορικής δικαίωσης για το έργο του Γκαουντί και ένα νέο κεφάλαιο για τη Σαγράδα Φαμίλια, το μνημείο που συνεχίζει να υψώνεται ως σύμβολο της πόλης και της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής.