Η αντιπαράθεση Τουρκίας και Ισραήλ δεν είναι πλέον απλώς μία διπλωματική κρίση ανάμεσα σε δύο χώρες που κάποτε είχαν στενές σχέσεις ασφαλείας και οικονομικής συνεργασίας. Μετά τον πόλεμο στη Γάζα, τις εξελίξεις στον Λίβανο, τη ρευστότητα στη Συρία και την αμερικανική προσπάθεια να επαναφέρει την ατζέντα των περιφερειακών συμφωνιών, η σύγκρουση Άγκυρας – Τελ Αβίβ αποκτά βαθύτερο χαρακτήρα.
Δεν αφορά μόνο το ποιος καταγγέλλει ποιον. Αφορά το ποιος θα έχει λόγο στην επόμενη μέρα της Μέσης Ανατολής.
Η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη που εκφράζει την ανάγκη για «περιφερειακή ιδιοκτησία» των λύσεων. Με άλλα λόγια, υποστηρίζει ότι τα προβλήματα της περιοχής δεν πρέπει να καθορίζονται αποκλειστικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ ή εξωτερικούς δρώντες, αλλά από τις ίδιες τις χώρες της Μέσης Ανατολής.
Στην πράξη, όμως, αυτή η ρητορική έχει και μία δεύτερη ανάγνωση. Η Άγκυρα ανησυχεί ότι η νέα περιφερειακή τάξη μπορεί να διαμορφωθεί γύρω από το Ισραήλ, με αμερικανική στήριξη, και χωρίς την Τουρκία στον κεντρικό ρόλο που η ίδια θεωρεί ότι δικαιούται.
Από τη Γάζα στη μάχη για την περιφερειακή επιρροή
Η Τουρκία έχει επενδύσει πολιτικά στην έντονη αντίθεσή της προς το Ισραήλ, ιδιαίτερα μετά τη Γάζα. Ο Ερντογάν έχει χρησιμοποιήσει σκληρή γλώσσα, η Άγκυρα έχει περιορίσει εμπορικές και άλλες σχέσεις, ενώ η τουρκική διπλωματία επιχειρεί να εμφανιστεί ως υπερασπιστής της παλαιστινιακής υπόθεσης στον μουσουλμανικό και αραβικό κόσμο.
Αυτό, όμως, δημιουργεί και ένα δίλημμα. Η Τουρκία θέλει να είναι παρούσα σε κάθε μεγάλο τραπέζι διαπραγματεύσεων για τη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή, η πολύ σκληρή αντι-ισραηλινή της στάση δυσκολεύει τη συμμετοχή της σε σχήματα όπου το Ισραήλ παραμένει κεντρικός παίκτης.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της αντιπαράθεσης. Η Τουρκία δεν αμφισβητεί μόνο την ισραηλινή πολιτική στη Γάζα ή στον Λίβανο. Αμφισβητεί και τον ρόλο που μπορεί να αποκτήσει το Ισραήλ ως πυλώνας της νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής.
Για την Άγκυρα, ένα μεταπολεμικό περιβάλλον στο οποίο το Ισραήλ συνδέεται ξανά με αραβικές χώρες, εντάσσεται σε αμερικανικά σχέδια εξομάλυνσης και παραμένει στρατηγικός συνομιλητής της Ουάσινγκτον, είναι ένα περιβάλλον που περιορίζει τον χώρο της Τουρκίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία παρακολουθεί με ενόχληση και τη στρατηγική σύγκλιση του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο. Οι τριμερείς συνεργασίες στην Ανατολική Μεσόγειο, οι ενεργειακές συμφωνίες, τα αμυντικά σχήματα και η διαρκής αναβάθμιση των σχέσεων Αθήνας – Τελ Αβίβ αντιμετωπίζονται από την Άγκυρα ως κομμάτια μιας αρχιτεκτονικής που την αφήνει εκτός. Για την Τουρκία, δεν είναι μόνο το Ισραήλ που ισχυροποιείται. Είναι και το γεγονός ότι η ισραηλινή ισχύς συνδέεται όλο και περισσότερο με χώρες που βρίσκονται απέναντι από τις τουρκικές διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τι σημαίνει πραγματικά η «περιφερειακή ιδιοκτησία»
Ο όρος «regional ownership», δηλαδή «περιφερειακή ιδιοκτησία», ακούγεται θετικός. Υπονοεί ότι οι ίδιες οι χώρες της περιοχής πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη για τη σταθερότητα, την ασφάλεια και τις πολιτικές λύσεις.
Ωστόσο, στην τουρκική περίπτωση, ο όρος αυτός δεν είναι ουδέτερος. Είναι και διπλωματικό εργαλείο.
Με τη ρητορική αυτή, η Άγκυρα προσπαθεί να προβάλει την εικόνα μιας Τουρκίας που δεν απλώς αντιδρά στις εξελίξεις, αλλά προτείνει ένα εναλλακτικό μοντέλο περιφερειακής τάξης. Ένα μοντέλο στο οποίο η Τουρκία θα συνομιλεί με τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, την Αίγυπτο, το Πακιστάν και άλλους μουσουλμανικούς ή περιφερειακούς παίκτες, περιορίζοντας την ισραηλινή επιρροή.
Το ερώτημα είναι αν αυτή η προσέγγιση αποτελεί πραγματική στρατηγική ή κυρίως αντίδραση στην ισχυροποίηση του Ισραήλ.
Διότι η Τουρκία έχει μεν παρουσία σε πολλά μέτωπα, αλλά η παρουσία δεν ισοδυναμεί πάντα με έλεγχο. Είναι παρούσα στη Συρία, έχει λόγο στο Ιράκ, εμπλέκεται στη Λιβύη, παρακολουθεί στενά τον Λίβανο, έχει σχέσεις με το Κατάρ και επιδιώκει ρόλο στη Γάζα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μπορεί να καθορίσει μόνη της την επόμενη μέρα.
Η Τουρκία φοβάται έναν χάρτη χωρίς την ίδια στο κέντρο
Η βαθύτερη τουρκική ανησυχία είναι ότι η νέα Μέση Ανατολή μπορεί να οργανωθεί γύρω από σχήματα στα οποία η Άγκυρα δεν έχει τον πρώτο λόγο.
Οι Συμφωνίες του Αβραάμ, η πιθανότητα νέας αραβοϊσραηλινής εξομάλυνσης, η στρατηγική σχέση ΗΠΑ – Ισραήλ, οι επαφές Ισραήλ με χώρες του Κόλπου και οι συζητήσεις για νέους εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους δημιουργούν έναν χάρτη που δεν περνά απαραίτητα μέσα από την Τουρκία.
Η ενόχληση αυτή είχε φανεί και με τον αγωγό EastMed, τη συνεργασία Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ και τα σχέδια μεταφοράς ενέργειας προς την Ευρώπη χωρίς τουρκικό έλεγχο. Ο Ερντογάν έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι κανένα ενεργειακό σχέδιο στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να προχωρήσει αγνοώντας την Τουρκία και τους Τουρκοκύπριους. Αυτό ακριβώς αποκαλύπτει τον πυρήνα της τουρκικής αγωνίας: η Άγκυρα δεν αντιδρά μόνο στο περιεχόμενο των συμφωνιών, αλλά κυρίως στο ενδεχόμενο να διαμορφωθούν μόνιμοι διάδρομοι ενέργειας, άμυνας και διπλωματίας στους οποίους η ίδια δεν θα έχει δικαίωμα βέτο.
Αυτό είναι κρίσιμο. Για δεκαετίες, η Τουρκία επένδυε στην εικόνα της ως απαραίτητης γέφυρας ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή, τον Καύκασο και τον μουσουλμανικό κόσμο. Όταν εμφανίζονται εναλλακτικοί διάδρομοι και πολιτικά σχήματα που παρακάμπτουν την Άγκυρα, η τουρκική στρατηγική αυτοεικόνα δοκιμάζεται.
Γι’ αυτό και η αντιπαράθεση με το Ισραήλ δεν είναι μόνο ηθική ή ιδεολογική. Είναι και ανταγωνισμός ισχύος.
Η Τουρκία βλέπει το Ισραήλ όχι μόνο ως αντίπαλο λόγω Γάζας, αλλά ως χώρα που, παρά την έντονη διεθνή κριτική, παραμένει στρατιωτικά ισχυρή, τεχνολογικά προηγμένη και στενά συνδεδεμένη με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό το καθιστά επικίνδυνο ανταγωνιστή στο επίπεδο της περιφερειακής αρχιτεκτονικής.
Το πρόβλημα της Άγκυρας: Πολλή παρουσία, λιγότερη επιρροή
Η Τουρκία έχει πετύχει κάτι σημαντικό: κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τον ρόλο της. Από τη Συρία μέχρι το Αιγαίο και από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τη Γάζα, η Άγκυρα είναι διαρκώς παρούσα.
Το πρόβλημα είναι άλλο. Η παρουσία δεν μετατρέπεται πάντα σε επιρροή. Και η επιρροή δεν μετατρέπεται πάντα σε ικανότητα διαμόρφωσης κανόνων.
Η Τουρκία μπορεί να μπλοκάρει, να πιέσει, να διαμαρτυρηθεί, να διαπραγματευτεί και να εμφανιστεί ως αναγκαίος συνομιλητής. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να επιβάλει τη δική της αρχιτεκτονική στην περιοχή.
Αυτό φαίνεται και στη σχέση της με το Ισραήλ. Η Άγκυρα μπορεί να καταγγείλει το Τελ Αβίβ, να το παρουσιάσει ως αποσταθεροποιητικό παράγοντα και να επιχειρήσει να κινητοποιήσει μουσουλμανικές χώρες εναντίον του. Δεν έχει όμως ακόμη παρουσιάσει ένα πειστικό εναλλακτικό σχέδιο για την επόμενη μέρα στη Γάζα, στη Συρία ή στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Η ρητορική της «περιφερειακής ιδιοκτησίας» καλύπτει εν μέρει αυτό το κενό. Δίνει πολιτικό πλαίσιο στην τουρκική δυσαρέσκεια, αλλά δεν απαντά πλήρως στο ερώτημα: ποιο είναι το τουρκικό σχέδιο και ποιος είναι διατεθειμένος να το ακολουθήσει;
Το Ισραήλ παραμένει ισχυρό παρά την πίεση
Από την άλλη πλευρά, το Ισραήλ αντιμετωπίζει έντονη διεθνή πίεση λόγω της Γάζας και των στρατιωτικών του επιχειρήσεων. Η εικόνα του έχει επιβαρυνθεί σημαντικά σε μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινής γνώμης.
Ωστόσο, σε επίπεδο ισχύος, παραμένει ένας από τους πιο κρίσιμους παίκτες της περιοχής. Διαθέτει στρατιωτική υπεροχή, ισχυρές υπηρεσίες πληροφοριών, τεχνολογική βάση, στενή σχέση με τις ΗΠΑ και δυνατότητα να επηρεάζει τις εξελίξεις από τη Γάζα μέχρι τον Λίβανο, τη Συρία και το Ιράν.
Αυτό εξηγεί γιατί η Τουρκία το αντιμετωπίζει πλέον όχι μόνο ως κράτος με το οποίο διαφωνεί, αλλά ως ανταγωνιστή για το ποιος θα διαμορφώσει τη μεταπολεμική τάξη.
Η αντιπαλότητα δεν είναι μόνο διμερής. Είναι συστημική.
Η Ανατολική Μεσόγειος μπαίνει ξανά στο κάδρο
Η σύγκρουση Τουρκίας – Ισραήλ έχει άμεση σημασία και για την Ανατολική Μεσόγειο. Η Κύπρος, η Ελλάδα, οι ενεργειακές υποδομές, οι θαλάσσιες ζώνες και οι αμυντικές συνεργασίες συνδέονται πλέον με την ευρύτερη περιφερειακή αντιπαράθεση.
Η Ελλάδα βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο του χάρτη που ενοχλεί την Άγκυρα. Η αμυντική συνεργασία Αθήνας – Τελ Αβίβ, από το διεθνές κέντρο εκπαίδευσης πιλότων στην Καλαμάτα με ισραηλινή συμμετοχή μέχρι τις κοινές ασκήσεις και τη συνεργασία σε τεχνολογία και εξοπλισμούς, δεν αντιμετωπίζεται από την Τουρκία ως απλή διμερής σχέση. Διαβάζεται ως μέρος ενός ευρύτερου άξονα Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, ο οποίος περιορίζει τον χώρο τουρκικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Τουρκία δεν βλέπει την ισραηλινή παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο αποκομμένη από τα υπόλοιπα μέτωπα. Αντιθέτως, τη συνδέει με τις σχέσεις Ισραήλ – Κύπρου, Ισραήλ – Ελλάδας, με ενεργειακά και ηλεκτρικά projects, αλλά και με την παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή.
Για την Άγκυρα, η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι ένα ξεχωριστό μέτωπο. Είναι μέρος του ίδιου παζλ: ποιος καθορίζει τους δρόμους ενέργειας, ασφάλειας και επιρροής από τη Μέση Ανατολή προς την Ευρώπη.
Η πραγματική σημασία της αντιπαράθεσης
Η Τουρκία προσπαθεί να εμφανιστεί ως δύναμη που ζητά μία πιο «περιφερειακή» και λιγότερο αμερικανοϊσραηλινή τάξη στη Μέση Ανατολή. Αυτό της δίνει πολιτικό ακροατήριο, ιδιαίτερα σε κοινωνίες που βλέπουν με οργή τις εξελίξεις στη Γάζα.
Ωστόσο, η στρατηγική της έχει όρια. Η Άγκυρα δεν αρκεί να αντιδρά στην ισραηλινή ισχύ. Πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να προτείνει κάτι πιο λειτουργικό, πιο σταθερό και πιο ελκυστικό για τους υπόλοιπους παίκτες της περιοχής.
Αυτό δεν έχει ακόμη φανεί καθαρά.
Γι’ αυτό και ο όρος «περιφερειακή ιδιοκτησία» μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους. Από τη μία, ως προσπάθεια να δοθεί περισσότερος ρόλος στις χώρες της περιοχής. Από την άλλη, ως ένδειξη τουρκικής ανησυχίας ότι οι εξελίξεις τρέχουν χωρίς η Τουρκία να έχει τον έλεγχο.
Η Τουρκία θέλει να είναι απαραίτητη.
Το Ισραήλ, παρά την πίεση, παραμένει κεντρικό.
Και η Μέση Ανατολή μπαίνει σε μία νέα φάση όπου η σύγκρουση δεν αφορά μόνο τα μέτωπα του πολέμου, αλλά και το ποιος θα γράψει τους κανόνες της επόμενης μέρας.