Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή δασμών σε φίλους και εχθρούς των ΗΠΑ αντιμετωπίζει σφοδρή αντίσταση στην Αμερική, ακόμη και από τους Ρεπουμπλικανούς στους οποίους ανήκει.
Πρόσφατες δημοσκοπήσεις έδειξαν πως τουλάχιστον το 60% των Αμερικανών διαφωνεί με την εμπορική πολιτική του, με τις μεγαλύτερες αντιδράσεις να εντοπίζονται σε πολιτείες – προπύργια του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, που ψήφισαν μαζικά Τραμπ στις τελευταίες εκλογές.
Τα δασμολογικά μέτρα μπορεί να απέφεραν περίπου 130 δισεκατομμύρια δολάρια από την έναρξη του τελευταίου οικονομικού έτους τον Οκτώβριο, ωστόσο αυτό δεν αντικατοπτρίζεται στις μεσαίες επιχειρήσεις και στο πορτοφόλι των Αμερικανών. Αντιθέτως, τα μεσαία και χαμηλά στρώματα βλέπουν τις τιμές να ανεβαίνουν και την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται.
Οι Financial Times, αναλύοντας τους λόγους που η εμπορική πολιτική του Τραμπ δεν είχε θετικό αντίκτυπο στο εσωτερικό των ΗΠΑ, τόνισαν ότι οφείλεται στον τρόπο επιβολής της, στον αντίκτυπο, αλλά και στα αντικρουόμενα συμφέροντα.
Ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί κυριολεκτικά μια μέρα να ξεκαθάρισε ότι θα επιβάλει δασμούς σε όλο τον πλανήτη, από τις Νήσους Μάρσαλ που φιλοξενούν μόνο πιγκουίνους μέχρι και την Κίνα, τον βασικό αντίπαλο των ΗΠΑ, ωστόσο δεν είχε τη νομιμοποίηση.

Τον Φεβρουάριο το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε τους δασμούς, τονίζοντας ότι μόνο το Κογκρέσο έχει την εξουσία να τους επιβάλλει σε καιρό ειρήνης. Επίσης, στις 7 Μαΐου το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου έκρινε παράνομους τους δασμούς 10% που επιβλήθηκαν μέσω του νόμου του 1974, κρίνοντας ότι ο πρόεδρος υπερέβη την εξουσία του.
Γιατί όμως η δικαστική εξουσία εναντιώθηκε στον αρχηγό του κράτους, πόσο μάλλον δικαστές που ιδεολογικά μπορεί να βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο με τον Τραμπ; Πέρα από την κλασική απάντηση για Κράτος Δικαίου, ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης κτλ, υπάρχει και ο αντίκτυπος.
Οι δασμοί οδήγησαν σε ραγδαία άνοδο τιμών σε βασικά προϊόντα, όπως η βενζίνη, με τις προβλέψεις του ΔΝΤ να αναφέρουν ότι ο πληθωρισμός θα αυξηθεί κι άλλο, χωρίς να φαίνονται σημάδια ότι θα υποχωρήσει.
Επιπλέον, οι δασμοί έχουν προκαλέσει μεγάλη ζημιά σε μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις, αλλά και στους εργαζόμενους. Παραδείγματος χάριν, ο Τραμπ μπορεί να επέβαλε δασμούς στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα για να αυξηθούν οι πωλήσεις των αμερικανικών οχημάτων, εντούτοις το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής ευρωπαϊκών αμαξιών βρίσκεται στην Αμερική και όχι στην Ευρώπη.

Ακόμη, τοπικές επιχειρήσεις αναγκάζονται να μειώσουν το προσωπικό τους ή να κλείσουν, καθώς αναγκαστικά εισάγουν τα προϊόντα τους ή ένα μέρος από αυτά.
Οι Financial Times, προσπαθώντας να περιγράψουν τον πραγματικό αντίκτυπο των δασμών, έφεραν ως παράδειγμα τις φαρμακοβιομηχανίες. Η συγκεκριμένη αγορά δεσπόζει στις ΗΠΑ με σημαντική διαφορά από τον υπόλοιπο πλανήτη, ωστόσο οι δασμοί δεν την προστάτευσαν. Αντιθέτως, οι δασμοί σε εισαγόμενα φάρμακα μειώθηκαν σε σχέση με την περίοδο άλλων προέδρων (π.χ. Μπάιντεν), καθώς αρκετές αμερικανικές φαρμακοβιομηχανίες δεν στήριξαν τον Τραμπ στην επανεκλογή του ή το έπραξαν, αλλά στη συνέχεια ζήτησαν περισσότερα ανταλλάγματα από τη βοήθεια που παρείχαν.
Γιατί οι Ρεπουμπλικανοί εναντιώνονται στον Τραμπ
Οι παραπάνω εξελίξεις αναγκάζουν το Ρεπουμπλικανικό κόμμα να βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο. Οι Ρεπουμπλικανοί παραδοσιακά ήταν υπέρ του ελεύθερου εμπορίου, κατά των φόρων, των συλλογικών συμβάσεων ή των εργατικών δικαιωμάτων.
Αυτό άλλαξε επί αρχηγίας Τραμπ (πριν ακόμη εκλεγεί πρόεδρος για δεύτερη φορά) και το κόμμα το αποδέχτηκε για να βρεθεί ξανά στην εξουσία. Τώρα που προσπαθεί να διατηρήσει τη θέση του όμως, αναγκάζεται να εναντιωθεί στον αρχηγό του.
Δημοσκοπήσεις για τις ενδιάμεσες εκλογές δείχνουν τους Δημοκρατικούς να προηγούνται με πέντε μονάδες, παρότι το Δημοκρατικό κόμμα παραπαίει. Παράλληλα, οι Ρεπουμπλικανοί δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις υποσχέσεις με τις οποίες εκλέχτηκε ο Τραμπ.

Παραδείγματος χάριν, ο Τραμπ εκλέχτηκε δεύτερη φορά πρόεδρος βάζοντας Ρεπουμπλικανούς να συνεργαστούν με εργατικά συνδικάτα για την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων, κάτι ανήκουστο στην πρόσφατη ιστορία του κόμματος. Αυτή η κίνηση μπορεί να εξασφάλισε την εκλογή του Τραμπ, αλλά δεν μπορεί να επαναληφθεί, καθώς έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα και τις αξίες του κόμματος.
Ακόμη, υπάρχει ο παράγοντας της επόμενης μέρας. Όταν λήξει η θητεία του Τραμπ, εκείνος θα επιστρέψει σπίτι του, καθώς απαγορεύεται να θέσει τρίτη υποψηφιότητα. Δεν ισχύει το ίδιο όμως για τους Ρεπουμπλικανούς πολιτικούς.
Οι παραπάνω λόγοι λοιπόν, ωθούν τους Ρεπουμπλικανούς να εναντιωθούν στην εμπορική πολιτική του Τραμπ, ο οποίος συνεχίζει να απειλεί με δασμούς, αλλά όσο περνάει ο καιρός αποδεικνύεται ότι ουσιαστικά δεν μπορεί να κάνει τίποτα, τουλάχιστον όχι έτσι όπως θα ήθελε.